Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 24



Μετακόμισαν επιτέλους! Μετακόμισαν στη γειτονιά της Μαργαρίτας. Η Κρίστη ράγιζε και έλαμπε από λύπη, χαρά και περηφάνια, καθώς αποχαιρετούσε την μικρή της.

«Τα κατάφερες, μικρή. Τα κατάφερες. Το ήξερα ότι εσύ δεν ήσουν σαν κι ελόγου μας, το ήξερα ότι θα προχωρούσες».

Για πρώτη φορά απ’ την ημέρα που τη γνώρισε τη γελαστή της τη γειτόνισσα, την είδε να δακρύζει.

«Να. Να, πάλι την έκανες της ζημιά σου. Έκανες να με πιάσουν οι ευαισθησίες μου, να κλαίω σα νιάνιαρο, τώρα στα γεράματα. Που την κατάρα μου να ’χεις και να ευτυχίσεις!»

Την αγκάλιαζε σφικτά η Αγγελική, με αγάπη. Της χρωστούσε τόσα πολλά, και είχε τις αμφιβολίες της αν θα κατάφερνε κάποια μέρα να της τα ανταποδώσει. Την ευχαριστούσε σιωπηλά όμως, όπως έπρεπε, με τον τρόπο του Γιώτη.

«Αν δεις το Γιώτη…».

«Θα του πω ότι πρόκοψες», δεν την άφησε να συμπληρώσει εκείνη.

«Ναι, αυτό να του πεις».

«Σε λίγους μήνες υποθέτω…».

«Ναι».

«Δε θα σε ξεχάσω ποτέ, Κρίστη μου, ποτέ! Και δε θα χαθούμε. Αυτό το υπόσχομαι».

«Μπα. Εσύ θα γίνεις μεγαλοκυρά και θα μας ξεχάσεις. Θα το δεις».

«Α, δε με ξέρεις καλά, θαρρώ, κυρά μου. Όταν εγώ λέω κάτι το εννοώ».

«Καλύτερα να το εννοείς, για να μην κατέβω καμιά μέρα στη γειτονιά σου και να σε ξεφτιλίσω».

«Όποτε θες!»

«Να προσέχεις, μικρή».

«Κι εσύ».

«Εγώ τι να προσέχω; Ας προσέχουν οι άλλοι από μένα».

Πήραν να γελάνε.

«Πάντα καλά;» ρώτησε η Αγγελική

«Πάντα καλά!»



Δεν της ήταν καθόλου δύσκολο να συνηθίσει τη νέα της γειτονιά. Ήταν σε μια ήσυχη περιοχή στο Αιγάλεω, σ’ ένα δρόμο από όπου περνούσαν ελάχιστα αυτοκίνητα. Το σπιτάκι που νοίκιασε ήταν μικρό, στο ισόγειο ενός μεγαλύτερου, όπου έμενε η σπιτονοικοκυρά της – μια θεούσα που αν ήξερε το παρελθόν της, μάλλον δε θα την άφηνε να ζήσει κάτω από τη στέγη της. Το διαμέρισμα της Μαργαρίτας ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω, πάνω από ένα αρτοποιείο και το σχολείο όπου θα πήγαινε η Ιωάννα, δέκα λεπτά δρόμο με τα πόδια.

Αυτή τη φορά, όλα δείχνουν καλά, ομολόγησε με κάποια έκπληξη στον εαυτό της. Αλλά, για να δούμε τι θα δούμε στο μέλλον.



Το μέλλον ήταν δύσκολο, αλλά όχι σκληρό. Μάνα και κόρη ήρθαν πολύ κοντά. Μετά από εκείνο τον αναγκαστικό χωρισμό των έξι χρόνων, λίγες αχτίδες ευτυχίας άρχισαν να τρυπώνουν στο σπιτικό τους. Είχανε να φάνε και να πιούνε, και είχανε και φίλους. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Τι άλλο;



Κάθονται έξω στη μικρή μπροστινή αυλή και συζητάνε η Αγγελική με τη Μαργαρίτα. Η μικρή κι ο Κωστής πήγαν για μια βραδινή βόλτα στα ήσυχα στενά της αυγουστιάτικης πόλης.

«Είμαι καλά τώρα, πολύ καλά, Μαργαρίτα, αλλά να, δεν ξέρω πως να βολέψω τα πράγματα, πως να καταφέρω να κάνω όλα αυτά που θέλω. Φοβάμαι πως ο χρόνος δε θα μου το επιτρέψει…».

«Τι σε απασχολεί;»

«Όπως ξέρεις σε λίγες μέρες θα πάω κι εγώ στο σχολείο, το νυχτερινό. Ε, να, αυτό που αναρωτιέμαι είναι πώς θα καταφέρω άραγε να το κάνω αυτό, ενώ την ίδια ώρα θα πρέπει να φροντίζω τη μικρή και να τη βοηθώ με τα μαθήματά της, αλλά και να δουλεύω... Άλλη λεπτομέρεια αυτή: πρέπει να βρω κάποια δουλειά πρωινή, που να μου αφήνει χρόνο και για τα υπόλοιπα. Α, ναι, είναι και το θέμα του ποιος θα προσέχει την κόρη μου όσο εγώ θα λείπω».

«Η Ιωάννα είναι μεγάλο κορίτσι και μπορεί να φροντίζει τον εαυτό της. Αλλά, αν ανησυχείς τόσο πολύ γι’ αυτήν, ας έρχεται στο σπίτι μου. Είμαι σχεδόν πάντα εκεί μετά το μεσημέρι, αφού ασχολούμαι με τα δικά μου. Περισσότερο σαν εργαστήριο είναι, όπως έχεις κι εσύ παρατηρήσει».

«Είναι όμορφες οι ξύλινες κατασκευές σου. Πιάνουν τα χέρια σου».

«Γιατί τα δικά σου δεν πιάνουν;»

«Μόνο για δουλειές του σπιτιού κάνουν. Δώσε μου βελόνι και πάρε μου την ψυχή, που λένε».

«Βελόνι», πετάχτηκε απάνω εκείνη ενθουσιασμένη, ξαφνιάζοντάς την. «Δηλαδή μπορείς να ράψεις οτιδήποτε;»

«Από κουρτίνες μέχρι πετσετάκια. Γιατί ρωτάς;»

«Επειδή στα μαγαζιά όπου πουλάω τις κατασκευές μου όλο παραπονιούνται ότι είναι γυμνές. Εντάξει είναι καλές, πουλάνε πολύ, αλλά δεν έχουν χρώματα, δεν έχουν ζωντάνια. Τι θα έλεγες, αν σου ζητούσα, να αρχίσεις να τις ντύνεις; Θα είναι ίσως κάτι προσωρινό, αλλά θα βγάζεις αρκετά λεφτά – αρκετά τουλάχιστον για τις ώρες που θα δουλεύεις».

Χαμογέλασε.

«Δεν ακούγεται καθόλου άσχημη ιδέα!»

«Και την ίδια ώρα μπορείς να συνεχίσεις να ψάχνεις για άλλη δουλειά, αν θες. Καθόλου δε θα με ενοχλούσε αυτό».

«Μα, αν όλα πάνε καλά, γιατί να ψάξω αλλού; Αλλά, είσαι σίγουρη γι’ αυτό Μαργαρίτα; Εννοώ, θα βγαίνουν αρκετά λεφτά και για τις δυο μας;»

«Περισσότερα απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς. Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι…».

«Οι Ρωμαίοι;»

Πήρε να γελά η Μαργαρίτα, παρασύροντας κι εκείνη

«Οι πλούσιοι, εννοώ», της εξήγησε ξεψυχισμένα. «Άλλο να σου το λέω εγώ και άλλο να το βλέπεις. Αυτοί είναι ικανοί ν’ αγοράσουν τα πάντα, ακόμη και το καζανάκι σου, φτάνει να πειστούν ότι είναι χειροποίητο».

Συνέχισε να γελάει για πολλή ώρα ακόμη. Όταν, επιτέλους, κατάφερε να θέσει υπό έλεγχο τον εαυτό της, τη ρώτησε:

«Συνεταιράκια;»

«Θα ντύνω κούκλες και σπιτάκια, λοιπόν... Συνεταιράκια!»

Κάθισαν για αρκετά λεπτά σιωπηλές κοιτώντας έναν ουρανό, που αρνιόταν να τους δείξει τα χαρτιά του, τ’ αστέρια. Μόνο η σελήνη έκανε δειλά-δειλά την εμφάνισή της πάνω από μια πολυκατοικία, χρωματίζοντας με τη πρωτοπλάστη λάμψη της τη νύχτα. Η Αγγελική έκλεινε πού και πού τα μάτια, άνοιγε τ’ αυτιά, προσπαθούσε να δει και να αφουγκραστεί τα φαντάσματά της, τα οποία όμως έμοιαζαν να έχουν πια για πάντα χαθεί στη δίνη του χρόνου. Ένιωθε τόση ζεστασιά εκείνες τις στιγμές μέσα της, που σχεδόν ασφυκτιούσε. Ήθελε να σηκωθεί και να χορέψει, να τραγουδήσει και να φωνάξει: Καλημέρα, καινούρια ζωή!

Μα, δεν το έκανε. Παρέμεινε σιωπηλή κι ακίνητη – σκεφτόμενη το χθες, αναθυμούμενη το αύριο. Κι ο χρόνος συνέχισε να κυλάει...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.