Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 22



Περνούσε γρήγορα ο καιρός. Με το γέλιο και την αγωνία, με τ’ αστεία και τα σοβαρά του. Κι όσο περνούσε, τόσο και πιο πολύ πνίγονταν η Αγγελική. Έφτασε η ώρα, σκεφτότανε, η ώρα να κάνω το επόμενο βήμα. Ναι, το ένιωθε βαθιά αυτό μέσα της, αλλά δεν το αποτολμούσε. Ίσως να έφταιγε η ανασφάλειά της. Ίσως και το ότι δεν ήξερε ποιο δρόμο να ακολουθήσει.

Η ζωή της πια δεν ήταν βάσανο, η δουλειά της όμως έφτασε ν’ αποτελεί ρουτίνα. Μια ρουτίνα ενδιαφέρουσα, αλλά και ψυχοβγαλτική, η οποία, ωστόσο, πού και πού αποκτούσε χρώμα, της χάριζε γέλιο πολύ και στιγμές απόλυτης ευδαιμονίας.

Ο πιο καλός της πελάτης, εκείνος που θυμάται ακόμη με κάποια τρυφερότητα, και ο πιο τακτικός ήταν ο Τι σου κάνω, μάνα μου! Έτσι ακριβώς τον θυμόταν. Το όνομά του ίσως και να μην το είχε μάθει ποτέ. Ο Τι σου κάνω μάνα μου ήταν γύρω στα σαράντα, κι είχε μια χαριτωμένη φαλάκρα και κοιλίτσα, προφανώς του πιοτού. Ένας από εκείνους του τύπους που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε γραφικούς. Αυτός, λοιπόν, δεν περνούσε βδομάδα που να μην την επισκεφθεί. Λίγο ντροπαλός, λίγο καλοκάγαθος, της συμπεριφερόταν πάντα καλά, την πλήρωνε περισσότερο απ’ το κανονικό και ποτέ δεν της μιλούσε βρώμικα. Είχε μόνο αυτό το κουσούρι, να φωνάζει δυνατά πολύ στη διάρκεια της συνουσίας: Τι σου κάνω, μάνα μου;

Η Αγγελική όταν τον άκουσε για πρώτη φορά να φωνάζει έτσι, σαν τρελός, λίγο ταράχτηκε, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να τον συνηθίζει, και να μη νιώθει καμία ενόχληση. Στο τέλος-τέλος μάλιστα έφτασε να απολαμβάνει τις στιγμές μαζί του αφού της χάριζαν άφθονο γέλιο, σιωπηλό. Σιωπηλό, αφού δεν ήθελε με τίποτα να τον προσβάλει. Έτσι, κάθε φορά που αυτός φώναζε, Τι σου κάνω, μάνα μου; Αυτή από μέσα της απαντούσε: Φακές. Ή κεφτεδάκια. Ή μουσακά. Ή δεν ξέρω τι. Μ’ αυτά κι αυτά η ώρα περνούσε γρήγορα κι ανώδυνα κι εκείνος σηκωνόταν και έφευγε.

Έλα, όμως, που οι φωνές του ξεσήκωναν τη γειτονιά, με αποτέλεσμα να τον μάθουν όλοι. και αυτόν και το κουσούρι του;

Ήταν ένα ζεστό βραδάκι του καλοκαιριού όταν η Αγγελική κάθονταν με την Κρίστη μπροστά από την πόρτα της πρώτης και τα έλεγαν. Είχαν πέσει αναδουλειές κι έτσι είπαν να περάσουν το χρόνο τους μιλώντας, κουτσομπολεύοντας, γελώντας. Προτού περάσει όμως ώρα πολλή να ’σου και ξεπροβάλλει ο τύπος απ’ τη γωνία. Η Κρίστη με που τον είδε άρχισε να γελά με την ψυχή της, κι η Αγγελική θέλοντας και μη τη μιμήθηκε. Όταν τελικά έφτασε κοντά τους, η πρώτη δεν άντεξε και τον ρώτησε:

«Σου απάντησε, τελικά;»

Εκείνος έμεινε να την κοιτάει για λίγη ώρα ερωτηματικά προσπαθώντας να μαντέψει την απάντηση στην ερώτησή της. Ωστόσο, δεν τα κατάφερε, έτσι:

«Τι εννοείς;» τη ρώτησε με τη σειρά του.

«Μα, τι της κάνεις, μάνα μου;» αποκρίθηκε εκείνη και πήρε και πάλι να γελάει τρανταχτά. Εκείνος, αντί να οργιστεί, αντί να νιώσει ντροπή, άρχισε να γελάει μαζί της, ακράτητα και για ώρα πολλή. Κι η Αγγελική, που για μια στιγμή, έμοιαζε να τα έχει χαμένα, παρασύρθηκε κι αυτή στο σίφουνα της ευδαιμονίας. Από εκείνη τη στιγμή, ο άγνωστος απέκτησε όνομα, το πρόσωπο ταυτότητα. Και κάθε φορά που τον έβλεπαν να πλησιάζει όλα τα κορίτσια έλεγαν, να, ο Τι σου κάνω, μάνα μου, και γελούσαν. Και μαζί τους γελούσε κι αυτός, σχεδόν με περηφάνια.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.