Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 21



Για τρεις ημέρες έψαχνε την Μαργαρίτα, μα δεν την έβρισκε. Κι η αλήθεια είναι πως αυτό καθόλου δεν τη χαλούσε. Τον ήθελε να μείνει κοντά της τον Κωστή, να τον φροντίσει, κι ας αυτό σήμαινε πως πια δεν μπορούσε ν’ ανοίξει την πόρτα της σε κανένα, κι ας απαιτούσε την ύστατη θυσία, να μη δει την Αγγελική για λίγες ακόμη μέρες. Έτσι κι αλλιώς η μικρή πήγε ολιγοήμερη εκδρομή με το σχολείο, αλλά αν δεν ξεκουμπιζόταν σύντομα απ’ το σπιτάκι της ο Κωστής, μάλλον δε θα μπορούσε να τη δει προτού αρχίσουν και πάλι τα μαθήματα.

Τις τελευταίες μέρες δέθηκε πολύ με το μικρό, αφού επιτέλους είχε κάποιο δίπλα της, κάποιο με τον οποίο μπορούσε να μιλήσει, εκτός από την Κρίστη φυσικά. Κι αποδείχθηκε καλός συνομιλητής. Ήξερε να ακούει και να σιωπά. Ήξερε να ρωτά χωρίς να γίνεται αδιάκριτος. Σε αντίθεση με την ίδια δηλαδή, που λόγω της ζωής που έκανε, είχε σκληρύνει κάπως στους τρόπους της, είχε γίνει λίγο πιο ωμή – αλλά, εκείνος δεν την κάκιζε γι’ αυτό.

«Είμαι ηλίθιος, μανούλα», της είπε κάποια φορά αυτοσαρκαζόμενος. «Τα είχα όλα και τα πέταξα. Και για τι; Προσπαθώ να θυμηθώ πως σκεφτόμουνα τότε, που έπεσα στην πρέζα, ποιος διάολος μου τριβέλιζε το μυαλό και μου ’βαζε φωτιές στα σπλάχνα, τι μ’ έσπρωξε στο γκρεμό... Προσπαθώ να θυμηθώ, αλλά τίποτα δε θυμάμαι. Μάλλον έτσι το ’κανα, για την πλάκα μου. Κι αυτή η πλάκα λίγο έλειψε να με ξεκάνει».

«Μην τα σκέφτεσαι αυτά πια μικρέ, πέρασαν, όλα θα πάρουν το δρόμο τους».

«Τίποτα δεν πέρασε. Πρέπει να ζητήσω βοήθεια από αλλού. Το ξέρω πια καλά αυτό το παραμύθι. Παλιά δε με τρόμαζε. Τώρα το σκέφτομαι κι ανατριχιάζω. Όχι, πρέπει να φύγω. Δε σου αξίζει να σου βάλω τέτοιο βάρος στην πλάτη. Δεν είδες πως τρελαίνομαι τα βράδια; Δεν είδες πόσο χάνομαι στο μέσα μου; Δεν είναι αποκρουστική στα μάτια σου η εικόνα μου;»

«Δεν είμαι ηλιθία. Και βλέπω και καταλαβαίνω. Απλά θέλω να σε βοηθήσω».

Η μανούλα κι ο μικρός! Πέντε χρόνια διαφορά είχανε στην ηλικία, κι όμως έτσι έβλεπε ο ένας τον άλλο. Η μανούλα, που έζησε τόσα πολλά σε τόσα λίγα χρόνια, που πόνεσε πολύ, χάρηκε λίγο, ζήτησε βοήθεια και βρήκε. Ο μικρός, που έζησε λίγα αλλά έντονα, που πονάει πολύ, και δεν ξέρει το χρώμα της χαράς, που ζήτησε βοήθεια και βρήκε. Σαν οι δυο όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος μοιάζουν.

Ο Κωστής δεν ξέρει τι να σκεφτεί για κείνη. Δεν μπορεί να την καταλάβει. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της, τον έμπασε μέσα, τον γιατροπόρεψε, του έδωσε περισσότερα απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να του δώσει, κι όμως δεν τον θέλει να φύγει. Τον θέλει να μείνει εκεί, για να του δώσει κι άλλα απ’ της ψυχής της το περίσσευμα.

Αν είναι έτσι οι πουτάνες, τότε πώς είναι οι αγίες; αναρωτιέται και χαμογελά πικρά. Και μετά, καθώς την παρατηρεί και πάλι σκέφτεται πως: «Αν δεν υπήρχε η Μαργαρίτα, θα μπορούσα να την ερωτευτώ. Μόνο αυτό. Αφού δεν της αξίζω. Χα, εδώ είναι που τα κλοτσοσκούφια της ζωής κάνουν το δικό τους πάρτι...»



Την πέτυχε, τελικά, στο τηλέφωνο τη Μαργαρίτα η Αγγελική, της είπε τι είχε συμβεί και της έδωσε οδηγίες για το πως να πάει στο σπίτι της.

«Α, και να είσαι προετοιμασμένη για το καθετί», βιάστηκε να προσθέσει μ’ ένα μικρό γελάκι, αφού δεν ήθελε την άγνωστη κοπέλα να πάθει κάνα καρδιακό επεισόδιο στη διάρκεια της επίσκεψής της εκεί.



Ήρθε ύστερα από μία ώρα, και η αλήθεια είναι ότι δεν έδειξε κανενός είδους έκπληξη όταν αντίκρισε το κατάλυμά της. Με μια ματιά φάνηκε να καταλαβαίνει τα πάντα και μετά πήρε να χαμογελά. Πήγε και κάθισε στο κρεβάτι, δίπλα στον Κωστή, που είχε χαμηλωμένο το κεφάλι, που ήταν σκυμμένος σαν ένα παιδάκι που έκανε μια ζαβολιά και περιμένει να το μαλώσουν. Αλλά, δεν τον μάλωσε. Απλά πήρε απαλά το κεφάλι του και το έχωσε βαθιά μες στον κόρφο της, χαϊδεύοντάς του τα μαλλιά, ψιθυρίζοντάς του λόγια παρηγορητικά, που δεν έφταναν στ’ αυτιά της Αγγελικής.

Ταιριάζουν οι δυο τους, σκέφτηκε, με μια μικρή δόση ζήλιας, παρατηρώντας τους εκείνη. Μοιάζουν!

Όταν σήκωσε το κεφάλι η Μαργαρίτα, ήταν σαν να την είδε για πρώτη φορά. Το πρόσωπό της έλαμψε και τα μάτια της εξέφρασαν μια βουβή ευχαριστία, αλλά την ίδια ώρα πήραν να δακρύζουν. Τον αγαπούσε πολύ τον Κωστή, αυτό ήταν φανερό, και γι’ αυτό πονούσε με τον πόνο του, αλλά ταυτόχρονα ανυπομονούσε. Ανυπομονούσε για τις δύσκολες μέρες που θα έρχονταν -όσο πιο σύντομα, τόσο πιο καλά- για να περάσουν.

Μακάρι να γίνετε ευτυχισμένοι, φίλοι μου, τους ευχήθηκε εκείνη, σιωπηλά, ολόψυχα, μακάρι.

Ανασήκωσε σιγά-σιγά τον Κωστή απ’ το κρεβάτι, το κορίτσι, λέγοντάς του πώς πρέπει να φύγουν. Εκείνος υπάκουσε αμέσως. Στάθηκε για μια στιγμή αμίλητος μπροστά απ’ τη σωτήρα του. Δεν ήξερε τι να της πει, με τι λόγια να της εκφράσει την ευγνωμοσύνη του. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, δε χρειαζόταν να μιλήσει. Τα ματοβαμμένα του μάτια τα έλεγαν όλα. Την αγκάλιασε σφικτά, σαν τη μάνα θα έλεγε κανείς που ποτέ δεν είχε, της χάιδεψε τα μαλλιά, τη φίλησε απαλά στο μάγουλο και βγήκε έξω.

Οι δύο γυναίκες στάθηκαν η μια απέναντι από την άλλη αμήχανα, αλλά όχι για πολύ σιωπηλά.

«Αν χρειαστείτε κάποια βοήθεια, λεφτά ή ξέρω ’γω, μη διστάσετε να μου ζητήσετε. Το ξέρω ότι δεν θα είναι εύκολο…».

«Θα τα καταφέρουμε», τη διέκοψε με σιγουριά εκείνη. «Και δε θα χαθούμε», βιάστηκε να προσθέσει.

Αγκαλιάστηκαν για μια στιγμή μονάχα, κι έπειτα βγήκαν έξω. Ο Κωστής περίμενε στο αμάξι, καθισμένος στη θέση του συνοδηγού. Μπήκε μέσα η Μαργαρίτα, έβαλε μπρος, της κούνησαν κι οι δυο τα χέρια σ’ αποχαιρετισμό, κι έφυγαν.

«Δε θα χαθούμε!» ψιθύρισε με μια δόση ελπίδας η Αγγελική.



Τον σκεφτόταν για μέρες μετά τον Κωστή της. Κι εκείνον και τη Μαργαρίτα. Και τη σιγουριά τους ότι θα τα καταφέρουν. Αν μπορούν αυτοί, γιατί όχι εγώ; αναρωτιόταν. Γιατί όχι αυτή;

Ίσως, τελικά, να έφτασ’ η ώρα να κάνει τη νέα αρχή, που πάντα ονειρευόταν. Είχε αρκετά λεφτά τώρα, σπούδασε και τη ζωή, δε θα ήταν πια όλα τόσο δύσκολα, τόσο άσχημα και καταδικαστικά. Το μόνο πρόβλημα ήταν το πώς; Ήθελε να πάει ξανά στο σχολείο και να το τελειώσει. Να βγάλει την Ιωάννα από το σχολείο-φυλακή, για να την έχει κοντά της. Να βρει μια άλλη δουλειά, ώστε, να μη χρειαστεί ποτέ ξανά να περάσουν δύσκολες ημέρες. Αυτά ήθελε να κάνει. Αλλά πώς;

Τις λύσεις σε όλα τα προβλήματα -καλές ή κακές- όπως και τις απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα τις δίνει ο χρόνος. Εκείνη θα έψαχνε να τις βρει απελπισμένα, αλλά θα της έρχονταν όπως πάντα από εκεί που δεν τις περίμενε. Θα της έρχονταν μετά από μια πτώση και μια άνοδο. Η τύχη, όπως και ο χρόνος, έχει τα γυρίσματά της.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται. 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.