Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 20


Για δυο μερόνυχτα, ταξίδευε ανάμεσα στις αισθήσεις και τις παραισθήσεις του, ο νέος εκείνος. Για δυο μέρες κοιμόταν, ξυπνούσε, συνερχόταν, βούλιαζε σ’ ένα ολόδικό του κόσμο κι έβγαινε ξανά. Ωστόσο, ήταν φανερό πως τον κίνδυνο -τον άμεσο κίνδυνο- τον είχε πια ξεπεράσει. Κάθε τόσο, όταν ξυπνούσε, άνοιγε λίγο με το ζόρι τα μάτια και παρατηρούσε την Αγγελική, που τη μια κοιμόταν αφημένη αδύναμα στην καρέκλα της και την άλλη κωπηλατούσε βαθιά στις σελίδες κάποιου βιβλίου. Σαν ξωτικό έμοιαζε στα ραγισμένα του μάτια, σαν ξωτικό που δραπέτευσε από κάποιο παραμύθι, ή και σα νεράιδα, που ήρθε εδώ από κάποιο κόσμο μαγεμένο για να τον σώσει, αυτόν το χαμένο. Έτσι την φανταζόταν, κάθε φορά, προτού βουλιάξει και πάλι στον άλλο κόσμο του -τον αληθινό, τον ψεύτικο- εκείνο που κυνήγησε, μα που τον κατέβαλε, που τον νίκησε κατά κράτος.

Ήταν πια αργά το βράδυ της Κυριακής του Πάσχα, όταν κατάφερε επιτέλους ν’ ανοίξει ολότελα τα μάτια και έστω ψιθυριστά να μιλήσει.

«Νερό», ζήτησε άψυχα, ξαφνιάζοντας την κοπέλα, που εκείνη τη στιγμή σε κάποιο απ’ τα απόκρυφα μέρη του μυαλού της ταξίδευε.

Έσπευσε κοντά του, του ανασήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι, του έχυσε λίγο νερό στο στόμα, χαϊδεύοντας του την ίδια ώρα τα μαλλιά.

«Τα κατάφερες», του είπε με εύθραυστη περηφάνια. «Τα κατάφερες. Θα ζήσεις…».

«Αν ήταν ζωή αυτό…».

«Άσε, μη μιλάς ακόμη. Έχουμε όλο τον καιρό μπροστά μας. Σου έχω έτοιμη σούπα. Α, και μου είπαν ότι πρέπει να πίνεις χυμούς». Έφυγε για την κουζίνα χωρίς να περιμένει καμία απάντηση, και επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα μεταφέροντας ένα πιάτο ζεματιστή σούπα κι ένα ποτήρι φρέσκο χυμό.

Άρχισε να τον ταΐζει με αργές κινήσεις, λέγοντάς του λόγια παρήγορα, που εκείνος δεν έμοιαζε να ακούει. Την κοιτούσε μόνο βαθιά στα μάτια. Την κοιτούσε και δε μίλαγε. Το βλέμμα του φώναζε ευχαριστίες, κι εκείνη έκανε πως δεν το έβλεπε.

Πώς τα κατάφερες πάλι έτσι; τα ’βαζε γλυκά με τον εαυτό της. Πώς τα κατάφερες;

Εκείνος καταλάβαινε πόσο βαθιά κοιτούσε μέσα του, μέσα της, κι όσο κράτησε η διαδικασία, δεν της είπε τίποτα, δεν τη ρώτησε τίποτα. Μα σαν τέλειωσε, τότε σήκωσε και πάλι το απορημένο βλέμμα του στο δικό της, και τη ρώτησε:

«Γιατί; Γιατί με βοήθησες;»

«Κάποτε πήρα. Τώρα δίνω», απάντησε μεμιάς, μα νιώθοντας ταυτόχρονα μια έκπληξη κι εκείνη η ίδια για τα λόγια της.

Δεν το σκέφτηκε ποτέ πριν αυτό. Πήρε βοήθεια από κάποιους, έπρεπε να βοηθήσει κι αυτή με τη σειρά της κάποιους άλλους. Με τη σκέψη αυτή ξημέρωσε το πρόσωπό της, έλαμψε για μια στιγμή φωτεινά, κι έπειτα γαλήνεψε και πάλι, στρέφοντας όλη της την προσοχή στο μουσαφίρη της.

Ήθελε να τον ρωτήσει χίλια πράγματα -γιατί το έκανε αυτό στον εαυτό του; πώς βρέθηκε εκεί εκείνο το βράδυ; τι θα έκανε τώρα στη ζωή του; τι... πώς... γιατί...- αλλά τίποτα δεν τον ρώτησε. Να τον φροντίσει, να τον γιατρέψει, μονάχα αυτό επιζητούσε. Κι αν ήθελε μετά ο ίδιος να της πει την ιστορία του, ήταν πρόθυμη να την ακούσει.

Άκουσε κάποιον να της χτυπάει την πόρτα. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε κι άνοιξε.

«Συνήλθε, βλέπω, ο Άδωνίς μας!» είπε δυνατά γελώντας μπαίνοντας μέσα η Κρίστη.

Ο νέος ανοιγόκλεισε τα μάτια με μια κάποια απορία. Ποια είναι αυτή η γυναίκα; αναρωτήθηκε. Και τι γυρεύει στο σπίτι της καλής του;

«Είδαμε και πάθαμε να σε συνεφέρουμε μπαγάσα», του είπε εκείνη. «Μου χρωστάς ένα μπουκάλι ρακή», ανακοίνωσε αμέσως μετά. «Όσο γι’ αυτήν, δεν της χρωστάς τίποτα. Αυτή όλα απ’ την καλοσύνη της τα κάνει», βιάστηκε να συμπληρώσει.

Στράφηκε στην Αγγελική.

«Σούπα, χυμό, νερό;»

«Ναι».

«Έφυγα».

«Σ’ ευχαριστώ».

«Οχού καλέ με σένα και τις ευχαριστίες σου. Αν συνεχίσεις έτσι όταν με το καλό βγει ο Γιώτης, θα τον βάλω να σε στραγγαλίσει».

«Δεν αργεί;»

«Όχι λίγο, όχι πολύ».

Έφυγε κλείνοντας αθόρυβα την πόρτα πίσω της.

Όταν γύρισε το βλέμμα της η Αγγελική είδε το απορημένο δικό του και λίγο έλειψε να ξεσπάσει σε άγρια γέλια. Αρκέστηκε σ’ ένα σχεδόν πειραχτικό χαμόγελο.

«Μα, είσαι…». έκανε να ρωτήσει.

«Κι εσύ είσαι πρεζάκι!» τον πρόλαβ’ εκείνη.

Πήραν να γελάνε. Εκείνη δυνατά, με ανακούφιση, κι εκείνος, όσο του επέτρεπαν οι λιγοστές του δυνάμεις.



Τρεις ημέρες αργότερα ο Κωστής, όπως έμαθε πια ότι ήταν το όνομά του, έμοιαζε να έχει πάρει τα πάνω του. Όχι ότι χόρευε κιόλας, αλλά να, πήρε να σηκώνεται σιγά-σιγά απ’ το κρεβάτι, να κάνει λίγα βήματα, ν’ ακουμπάει στο περβάζι του παράθυρου και να κοιτάει έξω, μπορούσε πια να τρώει μόνος του. Αλλά, το βάσανό του, το μεγάλο του βάσανο, δεν είχε ακόμη τελειώσει. Κάθε τόσο κατέρρεε στο πάτωμα, τον έπιαναν ξαφνικά ρίγη και σπασμοί, έδειχνε στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού. Κι εκείνη τα ανεχόταν όλ’ αυτά, τα ανεχόταν με υπομονή, με εγκαρτέρηση – Είναι ένα παιδί, σκεφτόταν, πρέπει να το φροντίσω.

«Βαρύς βραχνάς σου έγινα», της ανακοίνωσε εκείνος κάποιο βράδυ. «Άντεξέ με για μια ακόμη νύχτα και αύριο θα φύγω. Τα χειρότερα έρχονται, το ξέρω, το νιώθω, κι εδώ δε θα μπορέσω ποτέ να βρω πραγματική γιατρειά. Πρέπει να καθαρίσω, μανούλα. Πρέπει. Το χρωστώ και σένα, το χρωστώ και στην…».

Έμεινε για μια στιγμή αμίλητος. Το μυαλό του ταξίδεψε σ’ ένα απροσδιόριστο χθες. Σε μια εικόνα, σε μια γυναίκα, σε μια υπόσχεση: «Αν αποφασίσεις ποτέ στ’ αλήθεια να ξεκόψεις, ξέρεις που να με βρεις», του είχε πει. «Και υπόσχομαι πως με όλες τις δυνάμεις μου θα σε βοηθήσω».

Ναι, θα τον βοηθούσε εκείνη. Θα το έκανε. Δεν ήταν σαν ελόγου του, που λόγο δεν εκράτει. Εκείνη ήταν αλλιώς. Εκείνη ήταν αληθινή. Μαργαρίτα! σκέφτηκε και τα μάτια του πήραν να βουρκώνουν. Μαργαρίτα! κι άρχισαν να παίρνουν μια στάλα φως ελπίδας.

Αφού αναμετρήθηκε με το μέσα του, στράφηκε προς την Αγγελική.

«Μπορείς να μου κάνεις ένα τελευταίο χατίρι;»

«Μα δεν είναι ανάγκη να φύγεις. Όχι ακόμη, τουλάχιστον…».

«Δεν είναι ανάγκη, αλλά πρέπει», είπε εκείνος αποφασιστικά.

«Πες μου».

«Μήπως θα μπορούσες να κάνεις ένα τηλεφώνημα για μένα. Θέλω να πεις σε μια φίλη μου να ’ρθει να με μαζέψει. Μην ανησυχείς. Έχει αμάξι. Δε θα με δει έτσι το φως της μέρας».

«Δώσε μου τον αριθμό! Όπως βλέπεις εγώ δεν έχω τηλέφωνο, αλλά θα πάω στην Κρίστη».

Έβγαλε ένα χαρτάκι απ’ την τσέπη του, ένα χαρτάκι που η ίδια είχε δει πριν μα που δε διάβασε, το μοναδικό όπως φαίνεται -εκτός απ’ τα άθλια, πλην φρεσκοπλυμένα απ’ την Αγγελική ρούχα του- περιουσιακό του στοιχείο. «Τ’ όνομά της είναι Μαργαρίτα».

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.