Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 1



«Άντε, να μεγαλώσεις κι εσύ με το καλό, να σου βρω ένα καλό παλικάρι να παντρευτείς, να κάνεις την τύχη σου, να ξαποστάσω!»

Αυτά τα λόγια τα άκουσε να βγαίνουν πολλές φορές, ξανά και ξανά, απ’ τα χείλη τής κυρά-Λένης, της άμοιρης της μάνας της, η Αγγελική. Εκείνη καθόρισε, από την ημέρα της γέννησής της, όπως φαίνεται, ποια θα ήταν η πορεία που έπρεπε ν’ ακολουθήσει στη ζωή της: να μεγαλώσει, να της βρει ένα παλικάρι, να παντρευτεί!

Ακόμα και τώρα, τόσα χρόνια μετά, τόσες αγωνίες και πίκρες και δάκρυα μετά, η καημένη η γυναίκα θαρρεί πως ακούει κάθε τόσο βαθιά μέσα της -στα έγκατα της χαρακωμένης της ύπαρξης- τη φωνή της, να της ξεστομίζει εκείνα ακριβώς τα λόγια, τα οποία μοιάζουν λες να την έχουν στοιχειώσει.

Σ’ ένα μεγαλοχωριό του βορρά γεννήθηκε και μεγάλωσε η κόρη, ένα χωριό μικρό και μεγάλο, σαν όλα τα χωριά, σ’ όλον τον κόσμο, απ’ αυτά όπου οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες κι ακόμα περισσότερους, όπου υπάρχουν χιλιάδες μικρά και μεγάλα, οδυνηρά ή κι ασήμαντα μυστικά που όλοι ξέρουν, μα που κανείς δεν τολμά ανοικτά να ομολογήσει, όπου η υποκρισία -στην όποια μορφή της- περνιέται σαν αγιοσύνη και αρετή, όπου ό,τι και να κάνει κάποιος δεν περνά απαρατήρητο, όπου και να κλάσεις ακόμα κάποιος θα βρεθεί να σε ρωτήσει γι’ αυτό: «Φασόλια έφαγες και κλανς έτσ’, καρδιά μου;»

Ωστόσο, όταν ήταν μικρή, της άρεσε εκεί πολύ. Ήταν ο μικρός προσωπικός παράδεισός της. Εκείνον τον κόσμο γνώριζε, εκείνον αγαπούσε. Κι η αλήθεια είναι ότι παρόλη τη φτώχεια, παρόλη την ορφάνια της, δεν περνούσε κι άσκημα. Όχι πώς ήταν στ’ αλήθεια ορφανή, όχι ακριβώς, αλλά να, κάποια καλή μέρα ο πατερούλης της, τον οποίο μάλλον ποτέ δε γνώρισε, αφού δε συγκράτησε τη μορφή του στις παιδικές της αναμνήσεις, μάζεψε τα πράγματά του κι έφυγε, έτσι απλά, αφήνοντας τη μάνα έρμη, μοναχή, να την αναθρέψει. Καταδίκασε, λοιπόν, εκείνη σε μια ζωή πικρή, μοναξιάς και μόχθου, και στιγμάτισε την νια ύπαρξη της Αγγελικής μ’ ένα αιώνιο κρίμα, εκείνο της φυγής του, αφού η κυρά-Λένη πάντοτε την κατηγορούσε ότι εκείνη έφταιγε που έφυγε ο καλός της ο αντρούλης. Το σε τι θα μπορούσε να φταίει ένα μωρό παιδί, που μετά βίας μπορούσε να μιλήσει και να περπατήσει, αυτό είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.

Τώρα, καθώς σκέφτεται με πόνο ψυχής τα χρόνια εκείνα, τα ποτέ ξεχασμένα, καθώς προσπαθεί απεγνωσμένα να δημιουργήσει με ένα σχεδόν παράδοξο αίσθημα τρυφερότητας τη μορφή της μάνας στο μέσα της βλέμμα, τώρα, όλα πια μοιάζουν θαμπά, οι εικόνες άχρωμες, διάφανες, ξεθωριασμένες, σαν παλιές φωτογραφίες που πήραν αμετάκλητα να ξεφτίζουν, πικρές αναμνήσεις στο διάβα του χρόνου. Βλέπει... Βλέπει τη μάνα, πάντα σκυμμένη πάνω από μια παλιά ξύλινη σκάφη να πλένει τα ρούχα των άλλων «για ένα κομμάτι ψωμί», όπως επίμονα έλεγε. Τη βλέπει να καθαρίζει τα σπίτια των λιγοστών πλούσιων αρχοντοχωριατών «για ένα κομμάτι ψωμί». Την ακούει να μονολογεί με παράπονο πικρό και μια τσαντίλα στην εκκλησιά: «Ακόμη και σένα, θεέ μου, ακόμη και σένα σου φροντίζω το σπίτι για ένα κομμάτι ψωμί!» Αλλά, ο θεός δεν της απαντάει. Τι να της πει, άλλωστε; Πώς να δικαιολογήσει τ’ αδικαιολόγητα;

Τ’ ακούει όλ’ αυτά, τα βλέπει η Αγγελική, αλλά η ίδια πού είναι, τι κάνει; Εκεί! Εκεί είναι, μα τίποτα δεν κάνει, αφού είναι ακόμη μωρό, ένα μωρό που ακούει, βλέπει, κλαίει και χαμογελά, που προσπαθεί να περπατήσει μα πέφτει, που προσπαθεί να μιλήσει μα βγάζει άναρθρες κραυγές, που προσπαθεί να καταλάβει το μέγα μυστήριο του κόσμου μα δεν μπορεί.

Κι ύστερα, έτσι στα ξαφνικά, μεγαλώνει. Και καθώς μεγαλώνει αποκτάει ευθύνες, από κείνες που δεν της έπρεπαν σε τέτοια ηλικία, που δεν αναλογούσαν στα άγουρα χρόνια της. Προτού καν μάθει την αλφαβήτα, μαθαίνει τις δουλειές του σπιτιού. Η μάνα της την πιέζει για να τις μάθει, κι αυτή δεν έχει αντίρρηση καμία. Θέλει να δουλεύει -βλέπει πόσο πασκίζει η μάνα της- θέλει να δουλεύει για να τη βοηθάει. Με τις μικρές της δυνάμεις, λοιπόν, κάνει ό,τι μπορεί. Αλλά να, είναι ακόμα παιδί, και σαν τέτοιο πιότερο αγαπά το παιχνίδι από τις δουλειές, αυτές δα μπορούν να περιμένουν. Έτσι, συχνά πυκνά βγαίνει έξω και παίζει με τ’ άλλα παιδιά -ένα μικρό αγρίμι- μαθαίνει να κάνει σκανταλιές, γελά με της ψυχής της την αθωότητα όλη και, βουτώντας στις λάσπες, κάνει το ύστατο αμάρτημα, των μικρών το πιο σωστό, λερώνει τα ρούχα της. Για ν’ ακούσει μετά τις φωνές της μάνας, που ποτέ, μα ποτέ, δεν είναι ευχαριστημένη μαζί της, αφού όλο την πληγώνει, αφού δεν τη σκέφτεται, αφού αυτή θα τη στείλει στον τάφο της, όπως λέει!

Όσο κι αν προσπαθεί δε θυμάται να της έχει χαρίσει ποτέ μια στάλα στοργής η μάνα της, ούτε καν μια τρυφερή αγκαλιά. Δεν άκουσε ποτέ να βγαίνουν απ’ τα χείλη της λόγια αγάπης για κείνη. Μόνο φαρμάκι και πίκρα πολλή την κερνούσε, και μετά της έφτυνε με κακία περισσή και την περιφρόνησή της αφού μπάσταρδο, έτσι την αποκαλούσε. Τα κρίματα όλα του άντρα της τα έριχνε στην κόρη, μα εκείνη δεν της κρατούσε κακία, ήτανε μικρή πολύ για να το κάνει αυτό. Εξάλλου πίστευε πως είχε δίκιο. Για να το λέει αυτή, είχε δίκιο. Ήτανε μεγάλη, κι οι μεγάλοι τότε είχανε πάντα δίκιο, κι ας ήταν το δίκιο τους άδικο.

Ωστόσο, παρόλη την πίκρα που της χάρισε όσο ήταν μικρή, και που θα της χάριζε και μετά, της έκανε κι ένα ανεκτίμητο δώρο: την έστειλε στο σχολείο -ναι, σαν δώρο φάνταζε στο αθώο της βλέμμα τότε το αυτονόητο- την έστειλε στο σχολείο και τα μάτια της άνοιξαν με έκπληξη διάπλατα για ν’ αντικρίσουν έναν υπέροχο καινούριο κόσμο, έναν κόσμο στον οποίο δεν ήταν ένοχη για τίποτα -εκτός από το προπατορικό αμάρτημα ίσως- όπου κάθε μέρα μάθαινε και κάτι νέο, κάτι διαφορετικό, όπου ανακάλυψε ότι ζωή δεν είναι κατ’ ανάγκη μονάχα πόνος και θλίψη, αλλά και χαρά και ευτυχία.

Το αγάπησε το σχολείο με πάθος μεγάλο. Γέμιζε τις μέρες της, γέμιζε εκείνη, έκανε ακόμη και τη μόνιμα κατσουφιασμένη μάνα της να νιώθει κάπου περήφανη για το βλαστάρι της, αφού όλοι οι δάσκαλοι, ο ένας μετά τον άλλον έλεγαν ότι είναι το καλύτερο κορίτσι απ’ όλα, το πιο έξυπνο, η καλύτερη μαθήτρια του χωριού, κάποια που στο μέλλον θα πήγαινε ψηλά, θα πετύχαινε μεγάλα πράγματα. Ναι, αυτά έλεγαν τότε, στα εύκολα. Αλλά, όταν ήρθαν τα δύσκολα, όταν η ζωή της έφτασε σ’ ένα σταυροδρόμι κρίσιμο που θα της γκρέμιζε με πάταγο κι οργή τα όνειρα, τότε δε θα είχανε τίποτα να πούνε. Όλα τα λόγια τα μεγάλα τους θα τα κάνανε γαργάρα...

Θυμάται με πικρή χαρά και γλυκιά θλίψη εκείνα τα χρόνια τα όμορφα, τα μαθητικά, του δημοτικού. Χρόνια δύσκολα και πολύχρωμα με πολλές μικρές χαρές και περίσσιες ατέλειωτες λύπες -λύπες ατέλειωτες αφού η μάνα της ποτέ δεν της το συγχωρούσε αν έβλεπε να προβάλλει, έστω δειλά, στα χείλη της κάποιο χαμόγελο. Την ήθελε, έλεγε, σεμνή. Σεμνή και λυπημένη, όπως ήταν η ίδια. Ωστόσο ποτέ της δεν τη χτύπησε, ποτέ μέχρι που έφτασε στα δεκάξι της, τότε που τόλμησε και την αψήφησε, που πεισματικά αρνήθηκε να υπακούσει σε μια διαταγή της. Αλλά, ας μην προτρέχουμε.

Ο καιρός πέρασε γρήγορα, σαν τίποτα -όπως γρήγορα περνάνε θαρρώ για όλους τα χρόνια τα παιδικά- τέλειωσε το δημοτικό και με βήμα ανάλαφρο μπήκε στο γυμνάσιο, σ’ έναν κόσμο καινούργιο, με πλήθος νέες γνώσεις και προκλήσεις κι απαιτήσεις να την περιμένουν. Ευτυχώς έπαιρνε εύκολα τα γράμματα και δε δυσκολεύτηκε καθόλου να προσαρμοστεί, αν και η μάνα της που δεν ήθελε να συνεχίσει το σχολείο, έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να της κάνει τη ζωή δύσκολη. Έτσι, όλο παραπονιότανε για το ένα και το άλλο, έλεγε ότι δε τη βοηθούσε, ότι έπρεπε να βρει δουλειά αμέσως, επειδή δεν τα έβγαζε πέρα και τα λοιπά τραγικά, μέχρι που πήρε ν’ αποκτά και φανταστικές αρρώστιες, απλά και μόνο για να περάσει το δικό της. Κι εκείνη, που τη λυπότανε και τη φοβότανε, προσπαθούσε αμίλητη να της αποδείξει πως είχε άδικο, ότι το σχολείο δε στερούσε τίποτα απ’ την καλοπέρασή τους. Ωστόσο βρήκε μια δουλειά για να ’χει το κεφάλι της ήσυχο, για να μην την ακούει συνέχεια να βαρυγκωμεί, έστω από συνήθεια. Έτσι, τα χρόνια της φοίτησής της στο γυμνάσιο τα ξόδεψε σχεδόν χωρίς ανάσα. Σχολείο το πρωί, δουλειά στα χωράφια το απόγευμα -να ποτίζει, να σκαλίζει, να ξεχορταριάζει, να μαζεύει φρούτα και λαχανικά- μελέτη το βράδυ. Απ’ την πολλή την κούραση κάποιες φορές ένιωθε λες και γερνούσε, πώς να, όλα σύντομα θα τέλειωναν κι εκείνη θα πέθαινε, προτού καν προλάβει να ζήσει.

Πέρασε μια δύσκολη εφηβεία, μια εφηβεία που δεν πρόλαβε να χαρεί, που δεν της επέτρεψε να τη συνθλίψει. Μια εφηβεία που δε θυμίζει σε τίποτα τη σύγχρονη εποχή, αφού τότε τα παιδιά δεν ήξεραν τίποτα, κι ας νόμιζαν πώς τα ήξεραν όλα. Κανένας δεν τα δίδαξε, βλέπετε, τα μυστικά του κορμιού που ξυπνά και παλεύει, που αντιστέκεται και θεριεύει, δεν τα έμαθε κανείς να διαβάζουν τα σημάδια της επερχόμενης νιότης.

Η μετάβαση από την παιδική ηλικία στη ματωμένη εφηβεία αποδείχτηκε για την Αγγελική μια αποστολή δύσκολη πολύ, για την οποία δεν έμοιαζε να έχει τα απαραίτητα εφόδια για τη να φέρει εις πέρας. Τα νεύρα, οι ψυχολογικές μεταπτώσεις, οι τάσεις φυγής, οι εκρήξεις χαράς και λύπης, τα συναισθήματα ματαιότητας και παραίτησης, το ξύπνημα του πάθους και του πόθου, την έπιασαν στον ύπνο. Μέχρι τότε όλα έμοιαζαν τα ίδια: αμετάβλητα, σταθερά, ασφαλή μέσα στην ανασφάλειά τους. Πώς να συνηθίσει κανείς το να πετά τη μια στιγμή στα ουράνια και την επόμενη να βουτά στην άβυσσο, έτσι απλά;

Αλλά όχι, δεν ήταν η εφηβεία και τα τερτίπια της που την πλήγωσαν. Δεν ήταν εκείνη που χάραξε βαθιά την καρδιά της και την έκανε να αιμορραγεί για χρόνια ατέλειωτα. Ήταν τα γεγονότα. Ήταν τα γεγονότα που κάποιοι άρπαγες θεοί -κλέφτες ονείρων- έριξαν στον δρόμο της, προφανώς επειδή σε τίποτα το κορίτσι ετούτο δε θύμιζε τα πρέπει της εποχής της, αφού είχε σχέδια για το μέλλον μεγάλα, αφού ήθελε να βγει εκεί έξω στον κόσμο τον γνωστό και άγνωστο και με τις δυνάμεις και το πείσμα της να τον κατακτήσει, και να ζήσει σύμφωνα με τα δικά της πιστεύω.

Το προηγούμενο κεφάλαιο-πρόλογο μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.