Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 19



Γλύκανε με τον καιρό, έγινε λίγο πιο σοφή, ωρίμασε, αλλά δεν άλλαξε η Αγγελική – το μέσα της εξακολουθούσε να πλημμυρίζει από τρυφερότητα και καλοσύνη.

Στα είκοσι εννιά της τόσα χρόνια, τώρα άρχισε πια σιγά-σιγά να σκέφτεται το μέλλον. Το δικό της και της κορούλας της. Η μικρή σε μερικούς μήνες θα τέλειωνε το δημοτικό, αρκετό καιρό τη στερήθηκε, ήθελε τώρα πια να την έχει πάντα κοντά της. Της έλειπε! Της έλειπε τόσο που σχεδόν πονούσε, και σωματικά και ψυχικά. Αλλά φοβότανε, δεν ήξερε αν ήταν έτοιμη ακόμη να κάνει το επόμενο βήμα: να τα παρατήσει όλα και να ψάξει ν’ ανακαλύψει γι’ αυτές ένα καλύτερο κόσμο. Λεφτά τώρα πια είχε, τη δύναμη δεν είχε – το κουράγιο για μια νέα αρχή. Το σκεφτότανε αυτό πολύ τον τελευταίο καιρό. Νύχτα και μέρα αναρωτιότανε: Και τώρα τι;

Ο κόσμος γύρω της άλλαζε, το έβλεπε, όλο και περισσότεροι άνθρωποι έφταναν στην πρωτεύουσα, αλλά και στον Πειραιά, όλο και περισσότερες δουλειές ανοίγονταν για τις γυναίκες. Ίσως αν προσπαθούσε να έβρισκε κάτι και γι’ αυτή. Αλλά, αν είναι να τα τινάξει όλα στον αέρα, χωρίς να έχει τίποτα σίγουρο στο χέρι, τότε όχι, τότε καλύτερα θα ήταν να μην το κάνει. Η ανασφάλεια ήταν ο οδηγός και το εμπόδιό της. Έτσι συνέχισε για αρκετούς μήνες ακόμη να βαδίζει στους ίδιους, τους σίγουρους δρόμους, της αμαρτίας, της συνήθειας που έγινε ζωή. Μέχρι που μια νύχτα...



Ήτανε βράδυ Μεγάλης Παρασκευής. Αργά, πολύ. Καθότανε μόνη στο τραπέζι, στην κουζινούλα της και διάβαζε ένα βιβλίο, όταν άκουσε κάποιον να της χτυπάει δυνατά την πόρτα. Ταράχτηκε! Δεν περίμενε κανένα. Όχι αυτή τη νύχτα τουλάχιστον. Δεν άνοιξε αμέσως, μόνο ρώτησε χαμηλόφωνα:

«Ποιος είναι;»

Κι άκουσε μια ραγισμένη αντρική νεανική φωνή να της απαντάει:

«Σε παρακαλώ, μανούλα, βοήθησέ με!»

Ήταν έτοιμη να του πει να φύγει, πως απόψε δε θα άνοιγε την πόρτα της σε κανέναν, αλλά κάτι στην ικεσία της φωνής του, την έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Ένα προαίσθημα της έλεγε πως έπρεπε να εισακούσει την παράκλησή του, να τον καλωσορίσει στο σπίτι της. Έτσι, του άνοιξε.

«Σ’ ευχαριστώ», πρόλαβε μονάχα να της πει, μπαίνοντας μέσα, προτού καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος στο πάτωμα.

Εκείνη τα ’χασε. Έμεινε για μια στιγμή να τον κοιτά χωρίς να ξέρει τι να κάνει, δίχως να μπορεί να πιστέψει στα μάτια της.

Από πού μου ήρθε αυτός; αναρωτιόταν. Από πού; Και τι να ’κανε με δαύτονε;

Έκλεισε την πόρτα κι επήγε και έφερε ένα ποτήρι νερό, για να του δροσίσει το πρόσωπο, για να του δώσει να πιει, μήπως και τον συνεφέρει. Αλλά, μάταια.

Αυτός πεθαίνει! σκέφτηκε με τρόμο κι έτρεξε -έτσι όπως ήταν ντυμένη με τη νυχτικιά της- να φέρει την Κρίστη, μήπως κι εκείνη γνώριζε τι έπρεπε να γίνει.

«Πρεζάκι είναι», της ανακοίνωσε με το που τον είδε εκείνη.

«Πρεζάκι;» αναρωτήθηκε, μια και δεν της έτυχε ποτέ ξανά να συναντήσει ένα τέτοιο στο δρόμο της. «Και τώρα τι κάνουμε;»

«Σάμπως και ξέρω εγώ; Λέω να τον λούσουμε, μήπως και πέσει ο πυρετός και μετά βλέποντας και κάνοντας. Αχού ρε κορίτσι μου, πώς τα κατάφερες πάλι έτσι;»

«..».

«Καλά, άσε, μην απαντάς. Εσένα η καλή σου η καρδιά θα σε καταστρέψει, να μου το θυμηθείς αυτό».

Σήκωσαν το καταταλαιπωρημένο του κορμί απ’ το πάτωμα και το κουβάλησαν στο μπάνιο. Τρόμαξε σαν αντίκρισε για πρώτη φορά το σκελετωμένο εκείνο σώμα, σαν είδε τις πληγές στις φλέβες του η Αγγελική, την ώρα που τον έγδυναν. Δεν έσταζαν αίμα, κι όμως έμοιαζε να αιμορραγεί από παντού.

Τον κάθισαν στη μικρή μπανιέρα κι άρχισαν να τον λούζουν με χλιαρό νερό, μήπως και συνέλθει, αλλά τίποτα. Εκείνη φοβόταν πως θα πέθαινε στα χέρια τους, αλλά η Κρίστη κάθε τόσο αφουγκραζόταν την ανάσα του και της έλεγε:

«Μη φοβάσαι, θα τα καταφέρει», αν και δεν ακουγόταν και τόσο σίγουρη, αφού ο πυρετός που του έκαιγε το κορμί έμοιαζε όλο ν’ ανεβαίνει.

«Ίσως να πρέπει να φωνάξουμε κάποιο γιατρό..».

«Και πού να βρούμε γιατρό τέτοια ώρα, κορίτσι μου; Εξάλλου, αν το κάνουμε, ίσως να πάει να μας καρφώσει στους μπάτσους. Και τότε θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα, κι εμείς και αυτός. Άσε. Μονάχες θα τον συνεφέρουμε. Θα τα καταφέρουμε. Ας είναι καλά τα γιατροσόφια».

Τον μετέφεραν στο μοναδικό κρεβάτι και τον απέθεσαν, έτσι γυμνό, κάτω απ’ τα σκεπάσματα.

«Επιστρέφω σε λίγο. Πάω να φέρω το γιατρικό», της ανακοίνωσε η Κρίστη. «Εσύ προσπάθησε να του ρίξεις τον πυρετό με λίγες κομπρέσες μέχρι να επιστρέψω».



Πέρασε πολλή ώρα μέχρι να γυρίσει και μέχρι τότε εκείνη τρωγόταν μες στα ρούχα της, μασούσε τα νύχια της απ’ την αγωνία, προσευχόταν σε θεούς που δεν πίστευε, του δρόσιζε το μέτωπο, κι όλο του χάιδευε τα μαλλιά και του ψιθύριζε:

«Θα τα καταφέρεις, μικρέ. Θα τα καταφέρεις!»

Ο πυρετός του δεν έμοιαζε να πέφτει, αλλά ούτε και ν’ ανεβαίνει, κι αυτό το τελευταίο της φάνηκε καλό σημάδι.

Όταν με το καλό ήρθε η Κρίστη με το γιατρικό της, εκείνη έμεινε μ’ ανοικτό το στόμα να την κοιτάει.

«Φέρε μου ένα ποτηράκι», τη διέταξε σχεδόν η άλλη γυναίκα.

Υπάκουσε, χωρίς να ξέρει καλά-καλά το γιατί.

Το πήρε χαμογελώντας πλατιά στα χέρια της η Κρίστη και το γέμισε ως πάνω με το περιεχόμενο του μπουκαλιού.

«Άντε στην υγειά μας!» της είπε, κατέβασε μονοκοπανιά τη ρακή και ξέσπασε στα γέλια. «Ε, να μην τη χαραμίσουμε όλη στο μορφονιό», απάντησε στο ερωτηματικό της βλέμμα.

«Με τη ρακή θα τον γιατρέψεις;»

«Με τη ρακή. Θ’ αλείψουμε μ’ αυτή το κορμί του, θα του κάνουμε και συχνές κομπρέσες, κι ο πυρετός θ’ ανέβει, κι ύστερα θα πέσει και θα γκρεμοτσακιστεί».

Έμεινε να την κοιτά για λίγη ώρα σιωπηλή. Ήταν σίγουρη πως την κορόιδευε. Ναι, ναι, σίγουρα την κορόιδευε. Αλλά, το βλέμμα της γιατί δεν ήταν κοροϊδευτικό τότε; Γιατί έδειχνε τόσο σοβαρή αυτή τη στιγμή, κι ας γελούσε πριν; Ω, κάτι περισσότερο θα ξέρει αυτή, κατέληξε.

Πήραν, λοιπόν, να του κάνουν εντριβές με τη ρακή, να του δροσίζουν το μέτωπο, να του χύνουν με το έτσι θέλω λίγο νερό στο στόμα, να του βρέχουν τα χείλη. Κι αυτό κράτησε όλη νύχτα. Κι ο πυρετός ανέβηκε αλλά, ακριβώς όπως της είπε εκείνη, μετά από ώρα, άρχισε σιγά-σιγά να υποχωρεί, κι οι δυο γυναίκες άφησαν σχεδόν ταυτόχρονα μιαν ανάσα ανακούφισης να τους ξεφύγει απ’ τα χείλη.

«Ξεκουράσου λίγο τώρα εσύ», είπε η Κρίστη, «θα τον προσέχω εγώ».

«Α, όχι καλή μου. Μια χαρά είμαι. Εσύ έκανες πολλά για μια νύχτα. Άντε στο σπιτάκι σου, κι αν σε χρειαστώ σε φωνάζω».

«Είσαι σίγουρη;»

«Σίγουρη».

Αφού έφυγε η φιλενάδα της, εκείνη πήρε στα χέρια της το βιβλίο, κάθισε στο προσκέφαλό του και πήρε να διαβάζει. Κάθε τόσο τα μάτια της έκλειναν, έχανε το νήμα της αφήγησης, τα άνοιγε και το ξανάπιανε. Πού και πού τον κοιτούσε, παρατηρούσε τον πόνο του κορμιού του, τη φευγάτη γαλήνη του προσώπου του. Σαν ένας άγγελος έκπτωτος, μελαχρινός, φάνταζε στα νυσταγμένα της μάτια. Ένας άγγελος που ψάχνοντας τον παράδεισο βρήκε την κόλαση.

«Ποιος να ’σαι;» έπιανε συχνά τον εαυτό της να τον ρωτά σιωπηλά. «Ποιος να ’σαι; Και γιατί ήρθες και μου κτύπησες την πόρτα; Απ’ όλες τις πόρτες του κόσμου, γιατί τη δικιά μου; Και γιατί νιώθω τόσο κοντά σου, λες και μας ενώνει η μοίρα;»

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.