Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 18



Πέρασε γρήγορα ο καιρός, όπως πάντα όταν δεν έχεις τίποτα να περιμένεις. Η Αγγελική μπήκε πια στη ρουτίνα. Προσπάθησε και την έκανε να μοιάζει με ζωή την καθημερινότητά της, τη σκληρή, που τηνε συντηρούσε.

Ο έρωτάς της για τον Γιώτη, που μάλλον ένας ενθουσιασμός ήταν -ένας ενθουσιασμός για όσα της είχε χαρίσει- άρχισε σιγά-σιγά να ξεφτίζει, τη θέση του να παίρνει μια γλυκιά ανάμνηση. Εξάλλου ίσως να μην τον έβλεπε ποτέ ξανά αφού δε γύρισε απ’ το νησί. Ήταν στη φυλακή. Σκότωσε τη γυναίκα του, εκείνη που θα χώριζε. Έγκλημα πάθους ή τιμής, ή κάποια άλλη τέτοια παπάρα, το χαρακτήρισαν.

Τα νέα της τα μετέφερε η Ελένη ένα πρωινό Κυριακής. Κι από τότε δεν την ξανάδε.



Το κορμί της, αυτό είναι πια ο ναός της. Το φροντίζει καθημερινά, το λούζει, το αρωματίζει. Θέλει να είναι, να νιώθει πάντα καθαρή – και για τον εαυτό της, αλλά και για τους άντρες. Τους άντρες που άρχισαν να έρχονται όλο και πιο συχνά, όλο και πιο τακτικά σε κείνη, για να ξαλαφρώσουν τα σώματα, για να ξεπλύνουν τους πόθους τους. Τα έμαθε, τα έμαθε καλά τα μαθήματά της η Αγγελική – αυτά που της έδωσε τρυφερά ο Γιώτης, τις συμβουλές της Κρίστης. Και τώρα δίνεται, χωρίς να χάνεται, στους άντρες, τους χαρίζεται χωρίς να τους ανήκει, γίνεται στα μάτια τους ό,τι θέλουνε να δούνε, αλλά κάτι που στ’ αλήθεια δεν υπάρχει.

Είμαι μια θεατρίνα του έρωτα! σκέφτεται πού και πού, και μισοτρυφερά-μισοειρωνικά χαμογελά.

Ναι, είναι θεατρίνα, αλλά δεν ξέρει τόσο να μιλά, όσο να ακούει. Ακούει άγνωστους άντρες να της μιλάνε για τα πάντα, γέρους να θυμούνται τα νιάτα τους, μεσήλικες μ’ ένα παράπονο στα χείλη, νιους που βιάζονται να ζήσουν. Τους ακούει όλους με ανοικτά αυτιά κι ορθάνοιχτα μυαλά, τους κοιτά στα μάτια και τους λέει μια καλή κουβέντα, τους προσφέρει κάτι απ’ της καρδιάς της την καλοσύνη. Γι’ αυτό και πολύ σύντομα, οι επισκέπτες της αυξάνονται. Ο ένας τη συστήνει στον άλλο και πάει λέγοντας.

«Δεν είναι σαν τις άλλες αυτή», τη διαφημίζουν. «Αυτή μας φροντίζει. Και χωρίς λεφτά θα το έκανε». λένε οι μεγαλύτεροι, που θαρρούν πως ξέρουνε καλύτερα να διαβάζουν τους ανθρώπους.

«Αν ήξερα ότι μεγάλωνα τέτοιο φίδι στον κόρφο μου», της είπε μια μέρα πειρακτικά κι αυτοσαρκαζόμενη, η Κρίστη, «θα το διαολόστελνα!»

«Ε, όχι και φίδι καλή μου», έφερε αντίρρηση εκείνη. «Απλά ήμουνα καλή μαθήτρια, και δεν άφησα τίποτα να πάει χαμένο απ’ όσα μου έμαθε η καλή μου η δασκάλα, η οχιά!»

Πήραν να γελάνε.

«Το ’ξερα πως θα τα κατάφερνες, μικρή! Δεν είναι μόνο το που είσαι όμορφη, είναι κι η καλή σου η καρδιά. Εμείς ξεχάσαμε πια πως να αγαπάμε. Ανοίγουμε τα πόδια και κλείνουμε τα μάτια και τ’ αυτιά σ’ όλο τον έξω κόσμο», της είπε με κάποια πίκρα. «Φρόντισε να κάνεις κομπόδεμα τώρα που είσαι ακόμη νέα. Μη χαραμιστείς σαν κι εμάς. Σκέψου το κοριτσάκι σου και το τι θα μπορούσες να κάνεις γι’ αυτό».

«Μα, μόνο αυτή σκέφτομαι. Μονάχα αυτήν. Κανέναν άλλο…», δίστασε, κόμπιασε, «...Ε, και λίγο τον Γιώτη. Δεν περίμενα να τον χάσουμε. Όχι έτσι…».

«Ε, καλά, εγώ από αυτόν όλα τα περίμενα. Είναι η κακιά η ώρα, που λένε. Πάνω που θα έφτιαχνε για τα καλά τη ζωή του, πάνω που θα έσμιγε μ’ εκείνη την όμορφη την ξωτικιά, πάνω εκεί έδωσε μια και τα γκρέμισε όλα. Είναι παράξενος ο τρόπος σκέψης αυτού του ανθρώπου. Δεν είναι εύκολο να βγάλεις άκρη μαζί του».

«Μου έδωσε τόσα πολλά... Τόσα πολλά... Πώς θα μπορέσω, άραγε, ποτέ να του τα ξεπληρώσω;»

«Μη χολοσκάς, ρε συ. Μόνο η αρχοντιά σου σκέφτεται έτσι. Ο Γιώτης ό,τι κάνει το κάνει επειδή το θέλει. Δεν περιμένει τίποτα σε αντάλλαγμα. Αυτός είναι άγιος. Άγιος, αλλά άγριος!»

«Κι εγώ έτσι τον σκέφτομαι. Απ’ αυτούς που στα παλιά τα χρόνια θα γίνονταν ήρωες και θρύλοι, που θα διαβάζαμε για τη ζωή τους στα βιβλία».

«Ποιος ξέρει!»

«Ποιος ξέρει τι;»

«Αν δε γίνει κι αυτός κάποια μέρα, όπως λες, θρύλος..».

«Αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια!»

«Μα, κι αυτός δε μοιάζει σα μέσα από παραμύθι βγαλμένος;»

«Ίσως!»



Μιλούσαν συχνά για τον Γιώτη, η Αγγελική και η Κρίστη, λες κι ήταν ο άντρας και των δύο, ο αποκλειστικά δικός τους. Η πρώτη φυσικά δεν είχε και τόσα πει για δαύτονε, αλλά η Κρίστη που τον ήξερε από χρόνια, όλο και θυμότανε κάποια νέα ιστορία απ’ το χθες του για να της αφηγηθεί. Και τότε την άκουγε με προσοχή, το μυαλό της ρουφούσε όλες τις λεπτομέρειες σαν ένα τεράστιο σφουγγάρι, τις ρουφούσε και τις αναπαρήγαγε στο μαυροπίνακα του μέσα της, τους έδινε μυθικές διαστάσεις.



Με άντρες, πολλούς, και ιστορίες, έτσι περνούσε τον καιρό της. Το κορμί της κάθε μέρα γινόταν ύμνος κι αντικείμενο, κάθε νύχτα αποκούμπι και λαχτάρα. Είχε πια ξεπεράσει όλες τις αναστολές της, μπορούσε να μιλά για όλα, να ακούει να μιλάνε για τα πάντα. Τίποτα δεν την ενοχλούσε. Όχι, δεν είχε κάνει την καρδιά της πέτρα, απλά την είχε αφήσει ν’ ανοίξει διάπλατα, να μεγαλώσει και να χωρέσει μέσα της τον κόσμο όλο. Σα χαμαιλέοντας ένιωθε, που ανάλογα με τις περιστάσεις άλλαζε χρώματα και διαθέσεις, που τη μια στιγμή γελούσε και την άλλη δάκρυζε, που παρηγοριότανε και παρηγορούσε.

Όσο για την Ιωάννα, δεν είχε ιδέα για το τι έκανε η μάνα της για να ζήσει, για να ζήσουν. Αλλά ήταν σίγουρη πως τώρα είχε μια καλή δουλειά, γι’ αυτό και κάθε Κυριακή ερχόταν πρωί-πρωί με το λεωφορείο και την επισκεπτόταν. Και της έφερνε δώρα. Δώρα πολλά. Περισσότερα απ’ όσα είχε πάρει σ’ ολόκληρη την προηγούμενη μικρή ζωή της.

«Μου έλειψες, αγάπη μου!» της έλεγε κάθε φορά που την έβλεπε εκείνη, με κάποιο πικρό παράπονο στα χείλη.

«Κι εμένα, μαμά!» απαντούσε η μικρή, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, που σαν αέρας δυνατός παρέσερνε μακριά όλα τα σύννεφα.

Ήθελε να κάνει κάτι. Να κάνει κάτι για να την έχει μαζί της πάντα -για πάντα- αλλά τι; Ήταν πολύ νωρίς ακόμη. Ναι, είχε αρχίσει να μαζεύει λεφτά, ναι, ζούσε καλύτερα. Αλλά, δεν θα το επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της ν’ αφήσει τη μικρή να δει πως έβγαζε λεφτά η μαμά της. Τι να έκανε, λοιπόν, εκτός από υπομονή;

Τα καλύτερα θα ’ρθουν, έλεγε ξανά και ξανά στον εαυτό της. Θα αργήσουν, αλλά θα ’ρθουν!

Όντως θα περνούσε καιρός πολύς, χρόνια ολόκληρα για ν’ ακριβολογούμε, ώσπου να ’ρθουν οι καλύτερες ημέρες, που προσδοκούσε. Μέχρι τότε θα συνέχιζε να πουλά το κορμί της, να φροντίζει την ψυχή της, και να γιατρεύει τις ψυχές των άλλων. Πού και πού, κάποιες φορές, πολύ αργά τη νύχτα, θυμόταν ένα τραγουδάκι παιδικό, που μιλούσε για ένα άγγελο, που πάντα, λέει βρίσκεται κάπου έξω εκεί και παραμονεύει. Έναν άγγελο που κάποτε θα κάνει την εμφάνισή του από το πουθενά, για να μας σώσει και να σωθεί, για να μας δείξει το δρόμο της ζωής μας τον αληθινό, ξεφεύγοντας απ’ το δικό του, βρίσκοντας κι ο ίδιος τη λύτρωσή του.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.