Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 17



Θα αποδεικνυόταν μεγάλη εκείνη η νύχτα για την Αγγελική, η πρώτη μετά τη φυγή του Γιώτη, αφού -στη διάρκειά της- θα ήθελε όσο τίποτα ν’ αφουγκραστεί την ανάσα του δίπλα της, στο μαξιλάρι, θα ήθελε να τον νιώσει μέσα της να της δίνει ζωή και να τη σκοτώνει, θα ήθελε να μπορούσε να κρυφτεί στη μεγάλη τρυφερή αγκαλιά του και να μη βγει ξανά ποτέ έξω από κει... Θα ήθελε... Και τι δε θα ’θελε. Αλλά, όλα πια τέλειωσαν. Όλα πήραν το δρόμο τους – το γραμμένο στ’ αστέρια. Έμεινε και πάλι μόνη. Ολομόναχη! Δεύτερη φορά ορφανή.

Ίσως αν υπήρχε κάποιος εκεί, για να του μιλήσει, να του εξομολογηθεί, ίσως τότε να ένιωθε καλύτερα, αλλά τέτοια ώρα, ποιος να βρεθεί; Η Κρίστη; Αυτή, όλη νύχτα θα εργαζόταν... πυρετωδώς, όπως η ίδια της είπε γελώντας.

Θα μπορούσε να δουλέψει κι εκείνη, αν ήθελε, αλλά όχι. Όχι απόψε. Όχι ακόμη. Νιώθει τη μυρουδιά του Γιώτη να πλανάται στο χώρο, να τον γεμίζει, να τον αδειάζει. Νιώθει ακόμη νωπό το άγγιγμά του στο κορμί της.

Αύριο! Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα.

Προσπαθεί να κοιμηθεί, αλλά ο ύπνος δεν τη θέλει ετούτο βράδυ. Ίσως και να ’ναι καλύτερα έτσι. Ίσως να χρειάζεται ετούτη η ιερή αϋπνία για να την απολυμάνει απ’ το αμάρτημά της, την ιεροσυλία του έρωτα.

Πού και πού γελά. Γελά πικρά για το χθες της, γλυκά για κείνον, πικρόγλυκα για το αύριο που την περιμένει στη γωνία.

Θυμάται τότε που ήταν παιδί, τότε που διάβαζε εκείνα τα παραμύθια που είχανε πάντα ευτυχισμένο τέλος, κι αναρωτιέται ποιο θα είναι το δικό της. Θα είναι ευτυχισμένο; Θα βρει τον πρίγκιπά της; Θα ξεφύγει από ετούτη τη μίζερη ζωή;

«Ου, μην τα πολυσκέφτεσαι τα πράγματα, μωρή», συνήθιζε να της λέει ο Γιώτης, «Μην τα πολυσκέφτεσαι, κι όλα θα πάνε καλά!»

Θα πάνε; Τώρα πια που έφυγε εκείνος έχει τις αμφιβολίες της. Κατάρα κι ευλογία ήταν η συνάντησή τους. Ευλογία επειδή τον γνώρισε, κατάρα επειδή -στα δικά της, τ’ άμαθα μάτια- ο δόλιος ανέβασε πολύ ψηλά τον πήχη. Πού, πώς, πότε να γνωρίσει κάποιον που έστω λίγο να του μοιάζει; Πού να ’χει την τρυφερή του καρδιά, την κρυμμένη σκληράδα και το βροντερό εκείνο γέλιο;

Ένα κακογραμμένο αστείο είν’ η ζωή μου, σκέφτεται, καθώς προσπαθεί απεγνωσμένα να κλείσει τα μάτια, να κοιμηθεί, να σβήσει την εικόνα του από το μέσα της βλέμμα. Εσύ φταις για όλα, Γιώτη! Εσύ», τον κατηγορεί σιωπηλά. Εγώ πάντα ήξερα πως η ζωή είναι πόνος και λύπη, κι άλλος πόνος κι άλλη λύπη... Και μετά ήρθες εσύ! Και μου ’πες πως η ζωή είναι χαρά κι ένα μεθύσι... Πώς να ζήσω τώρα; Πώς;

Πρώτη φορά στη ζωή της νιώθει έτσι. Πρώτη φορά στη ζωή της δεν ξέρει πως νιώθει. Τι είναι ετούτο το συναίσθημα που της καίει τα σωθικά, που την αναστατώνει; Πώς να το ονοματίσει;

Λες; Λες αυτό που νιώθω να ’ναι έρωτας; Όλη ετούτη η θλίψη κι η χαρά, η ομορφιά κι η μοναξιά, είναι ο έρωτας; Μα, όχι! Όχι, δεν μπορεί να είναι αυτό, αποφασίζει. Απλά τον αγάπησα. Σαν ένα καλό φίλο, σαν αδελφό. Αυτό είναι όλο! Ανήκει στην Ελένη...

Ανήκει στην Ελένη, σκέφτεται και δακρύζει κι αγκαλιάζει τον εαυτό της, που ολάκερο μοιάζει να τον διαπερνά ένα ρίγος. Θα ’ναι μεγάλη τούτη η νύχτα...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.