Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 16



Τις επόμενες δυο βδομάδες ο Γιώτης και η Ελένη έκαναν κατάληψη στη ζωή της. Πάντα, ή σχεδόν πάντα, ήταν με τον ένα ή τον άλλο, ή και με τους δυο μαζί. Ο Γιώτης της δίδασκε σιγά-σιγά τα μυστικά του έρωτα και των αντρών, κι η Ελένη της μιλούσε για την ομορφιά του κάθε πράγματος, για τα κορμιά που φτιάχτηκαν σαν ύμνοι και όχι σα διαθήκες.

Οι μέρες εκείνες πέρασαν γοργά, σαν μέσα σε παραζάλη, γράφτηκαν στο χάρτη του κορμιού και της ψυχής της και καταγράφηκαν στο είναι της σαν εμπειρίες.

Τρόμαξε λίγο, ταράχτηκε, όταν ο Γιώτης της ανακοίνωσε ότι έφτασε πια η ώρα να φύγει. Αύριο κιόλας, της είπε, θα κατέβαινε στο νησί για να κανονίσει τα του διαζυγίου και θα επέστρεφε ξανά όταν θα ήταν όλα έτοιμα, για να ζήσει με τη γυναίκα της ζωής του.

Δεν τον ήθελε να φύγει, καθόλου, ένιωθε ασφάλεια κοντά του, σιγουριά, κι ας μην της ανήκε.

«Μείνε λίγο ακόμη», τον παρακαλούσε. «Μείνε για χάρη μου!»

Αλλά, εκείνος απλά χαμογελούσε. Λίγο λυπημένα, λίγο τρυφερά, μα χαμογελούσε.

«Δεν μπορώ, μικρή. Και το ξέρεις. Και ξέρεις ότι και τα παρακάλια δε φελάνε. Πήρα την απόφασή μου. Πρέπει να φύγω, για να ξαναρθώ και να μείνω. Το χρωστώ στην Ελένη, αλλά και στον εαυτό μου».

«Ναι, το ξέρω. Παραλογίζομαι. Μη μ’ ακούς. Απλά, σε συνήθισα, σε αγάπησα. Ήσουν ο πρώτος αληθινός μου άντρας!»

«Δε θα ’μαι, όμως, κι ο τελευταίος. Είσαι ξύπνια, είσ’ ωραία, έχεις και κότσια – κάνε τώρα ό,τι πρέπει να κάνεις για να ζήσετε εσύ και το κοριτσάκι σου καλά, και μετά, σαν περάσει λίγο ο καιρός, άρχισε να κοιτάς προς το μέλλον. Έχω ένα καλό προαίσθημα για σένα».

«Αχ, από το στόμα σου και..».

«Α, όχι, άσε τον στην ησυχία του αυτό τον μπαγαπόντη. Έχουμε, εδώ και καιρό, ανοικτούς λογαριασμούς οι δυο μας».

«Αχ, ρε Γιώτη! Να ’ξερες πόσο... πόσο σ’ ευχαριστώ».

«Ναι, είμαι εγώ να μη με καμαρώνεις -κοτζάμ δάσκαλο- που σε δίδαξα πως να βουτήξεις πιο εύκολα εκεί, ξέρεις…»

«Με έμαθες να κάνω έρωτα!»

«Πάντα ήξερες, απλά φοβόσουνα. Κοιτά μόνο να μην ξεφτιλιστείς, κράτα μέσα σου κάτι απ’ την αθωότητά σου. Έχεις καλή ψυχή, θα πονέσεις πολύ, αλλά έχεις και μεγάλο πείσμα, θα τα καταφέρεις», της έδωσε κουράγιο. «Μόνο μη μου γίνεις σουσουράδα σαν την Κρίστη!» συμπλήρωσε, ξεσπώντας σε γέλια τρανταχτά που ξεσήκωσαν τη γειτονιά.

«Τι έπαθες γέρο τράγε και γελάς έτσι;» ακούστηκε πειραχτική η φωνή της τελευταίας, που μάλλον κρυφάκουγε απ’ έξω.

«Να, η μικρή τώρα δα μου είπε πως είσαι όμορφη!»

«Άι στο διάολο, σπυριάρη!»

«Θα έρθω σε λίγο να με κεράσεις κάνα καφέ».

«Ναι, καλά, τώρα που γεράσαμε μόνο για καφέ κάνουμε εμείς», έκανε δήθεν πειραγμένα κι έφυγε.



Έστησαν ένα δικό τους ξεχωριστό γλέντι το βράδυ στο σπίτι της Κρίστης, που ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ το δικό της. Όλα τα κορίτσια της γειτονιάς μαζεύτηκαν εκεί, για να φάνε, να πιούνε και ν’ αποχαιρετήσουν το Γιώτη, λες και θα έφευγε για το μέτωπο. Έμοιαζαν όλοι να ’ναι σε μεγάλα κέφια – όλοι, εκτός απ’ εκείνη. Όσο κι αν πολεμούσε μέσα της, όσο κι αν αγωνιζόταν, δεν μπορούσε να κρύψει τη θλίψη της, που θα τον έχανε. Και σε ποιον να μιλούσε τώρα για τούτη τη θλίψη; Ποιανού να χαλούσε τη χαρά για πάρτη της;

Ένιωθε μόνη, πρώτη φορά τόσο πολύ από την ημέρα που τον γνώρισε. Έχασε -όχι ολοκληρωτικά, αλλά την έχασε- την κορούλα της για να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζην. Τώρα θα έχανε και τον μοναδικό εραστή, τον άντρα και το δάσκαλό της. Ήταν σίγουρη πως από δω και πέρα τα πράγματα θα άρχιζαν να πηγαίνουν προς το χειρότερο. Έτσι δε γινόταν πάντα, άλλωστε;

Μέσα σ’ αυτές τις μαύρες σκέψεις ήταν τυλιγμένη, όταν άκουσε κάποιον να κτυπάει δυνατά την πόρτα. Ξαφνιάστηκε, και ξυπνώντας λες από κάποιο εφιάλτη, ξεφώνισε κάτι ακατάληπτο. Όλοι έμειναν να την κοιτούν για μια στιγμή -που της φάνηκε αιώνας- σιωπηλοί, κι ύστερα όλοι μαζί, λες προσυνεννοημένοι, άρχισαν να γελούν δυνατά, προκαλώντας της κι αυτηνής ένα μικρό δειλό χαμόγελο. Η Κρίστη πήγε ν’ ανοίξει και κανείς δε φάνηκε να εκπλήσσεται ιδιαίτερα, όταν το κατώφλι του σπιτιού διάβηκε η Ελένη.

«Ήρθα να σας τραγουδήσω», ανακοίνωσε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο, δείχνοντας την ίδια ώρα στην ομήγυρη, την κιθάρα που κουβαλούσε.

«Καλώς την, την νταρντάνα μου!» φώναξε ο Γιώτης και της έκανε νόημα να πάει κοντά του. Την κάθισε για λίγο στα γόνατά του, της ψιθύρισε κάτι στ’ αυτί, κάνοντάς την να γελάσει και μετά της επέτρεψε να καθίσει σε μια πολυθρόνα παρέα με την κιθάρα της, για να τους τραγουδήσει.

Η παρουσία της Ελένης εκεί, την ανακούφισε κάπως. Την έκανε να νιώσει λίγο καλύτερα, αφού τώρα πια δεν ένιωθε μόνη. Πήγε, λοιπόν, και κάθισε δίπλα της, κι αφέθηκε στις μελωδίες και τους στίχους της, στις ανάσες που γέμιζαν τα κενά ανάμεσα στα τραγούδια.

«Είναι τόσο υπέροχη», σκεφτόταν. «Τόσο μοναδική! Την αγαπώ και τη ζηλεύω... Α, είμαι μεθυσμένη... Όχι, δεν είμαι... Την αγαπώ και τη ζηλεύω! Αχ και να ήμουν στη θέση της... Αχ...». Το μεγάλο Αχ.

Ήπιαν όλοι πολύ εκείνο το βράδυ. Στο τέλος κάποιοι μέθυσαν, κάποιοι όχι. Ο Γιώτης έδειχνε πως θα μπορούσε να συνεχίσει σ’ εκείνους τους ρυθμούς για μέρες, η Αγγελική φαίνονταν έτοιμη από στιγμή σε στιγμή να καταρρεύσει κι η Ελένη, αυτή έμοιαζε απλά ψιλοζαλισμένη. Όσο για την Κρίστη, έφτιαχνε καφέδες κι έλεγε ιστορίες. Λίγο κούρντισμα απ’ τον Γιώτη χρειαζότανε κι έπαιρνε μπρος.

«Τον θυμάσαι, μωρή Κρίστη, τον γκόμενο;»

«Μα πώς να τον ξεχάσω καλέ; Ξεχνιέται αυτός;»

Η Ελένη που ήξερε προφανώς την ιστορία δεν αντέδρασε, αλλά η Αγγελική ήθελε να τη μάθει, γι’ αυτό ρώτησε με απορία:

«Τον γκόμενο;»

«Ω, μεγάλη ιστορία είναι και βαριέμαι να την πω τώρα», αποκρίθηκε δήθεν δύσθυμα η Κρίστη, αλλά ο Γιώτης δεν άφησε την μπάλα να πέσει χάμω.

«Άντε μωρή γριά, μικρή είναι η ιστορία, πέστηνε για μένα», φώναξε, κλείνοντάς της πειραχτικά το μάτι. Κι εκείνη, δε θέλησε να του χαλάσει το χατίρι.



«Ο γκόμενος!» είπε σχεδόν νοσταλγικά και το πρόσωπό της φώτισε ένα διαβολικό χαμόγελο. «Έτσι τον ξέραμε πάντα», συνέχισε. «Έτσι τον ξέρουμε ακόμη. Ποτέ δε μάθαμε το όνομά του. Απλά όλες τον φωνάζαμε γκόμενο επειδή πάντα έρχονταν στα μέρη μας καλοντυμένος και ήθελε ντε και καλά να ξαπλώσει με την πιο ωραία γυναίκα και την πιο νέα. Δεν ήτανε τακτικός, αλλά έκανε την εμφάνισή του -λες και το ένιωθε ο μπαγαπόντης- κάθε φορά που έφτανε ένα νέο κορίτσι στη γειτονιά. Μόλις τον έβλεπε κάποια να πλησιάζει φώναζε 'κορίτσια, ο γκόμενος', κι έπεφτε σύρμα. Κι έπεφτε γέλιο. Κάποια καλή νυχτιά τον είδα να φτάνει, όπως πάντα, κουστουμαρισμένος, και μια και όλες οι άλλες είχαν δουλειά, έμεινα αμίλητη να τον περιμένω να με πλησιάσει. Με καλησπέρισε. Τον καλησπέρισα κι εγώ, ευγενική όπως πάντα. Μη γελάτε βρε. Όπως και νάχει, μπήκε αμέσως στο ψητό...

«Έμαθα ότι έχουμε νέες αφίξεις», μου ψιθύρισε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο.

«Εσύ όλα τα μαθαίνεις», του είπα κι εγώ μ’ ανυπόκριτο θαυμασμό.

«Ω, έλα τώρα. Πώς είναι; Πες μου».

«Τι με ρωτάς εμένα, καλέ; Τράβα να τη βρεις και θα μάθεις».

«Νέα;»

«Πολύ».

«Ωραία;»

«Άντε πάλι. Τον μπελά μας βρήκαμε με σένα. Κούκλα είναι. Ικανοποιημένος;»

Το πρόσωπό του έλαμψε από χαρά και κίνησε να πάει να τη βρει. Και σταμάτησε. Και πήρα να γελάω.

«Δεν ξέρεις πού είναι, ε;»

«Όχι», μου απάντησε μ’ ένα σαστισμένο χαμόγελο.

«Καλά, θα σε πάω», είπα να προσφέρω μεγαλόψυχα τις υπηρεσίες μου εγώ, «απόψε έχει αναδουλειές».

Με ευχαρίστησε και πήραμε το δρόμο. Δεν ήτανε πολύ κοντά το σπίτι της. Όσο περπατούσα δίπλα του τον παρατηρούσα, κι από μέσα μου ξεκαρδιζόμουνα. Είχα τους λόγους μου. Σαν φτάσαμε στον προορισμό μας του έδειξα την πόρτα και του είπα ότι θα μείνω απέξω, να τον περιμένω.

«Μα, δεν υπάρχει λόγος να το κάνεις αυτό».

«Δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω», του απάντησα.

Τον είδα να τρέχει σχεδόν προς την πόρτα και να την χτυπά, και να του ανοίγει μια ψηλή πανέμορφη γυναίκα, η πιο ωραία που πέρασε απ’ τα μέρη μας. Είχε μακριά κόκκινα μαλλιά, κι έτσι όπως την έβλεπα από απόσταση, έμοιαζε με μια θεά, ντυμένη αντί με χιτώνες μ’ ένα πανέμορφο κόκκινο φουστάνι. Ήταν εκτυφλωτική. Η πόρτα έκλεισε και μ’ άφησε απέξω. Κάθισα κι εγώ λοιπόν να τον περιμένω. Και δεν άργησε να φανεί. Πέρασαν δεν πέρασαν πέντε λεπτά όταν τον είδα ν’ ανοίγει και να εκσφενδονίζεται έξω ημίγυμνος, με τα ρούχα και τα παπούτσια στα χέρια, και τρομαγμένος πολύ, ίσως και να 'χεσε τα βρακιά του, δεν ξέρω. Πήρε να τρέχει, σαν τρελός, και μάλλον θα τρέχει ακόμη, αφού εκείνη τη νυχτιά ο γκόμενος είχε γνωρίσει (με μια απότομη κίνηση τίναξε τα μαλλιά της στον αέρα, παίρνοντας ταυτόχρονα ύφος μοιραίο η Κρίστη) την πιο ωραία τραβεστί».

Πήραν όλοι να γελάνε, καθώς το πρώτο πρωινό φως άρχισε να κάνει την εμφάνισή του στο βάθος του ορίζοντα.



Ο ήλιος έλαμπε ψηλά, αλλά αδύναμα -πίσω από κάτι θεόρατα γκρίζα σύννεφα- στον ουρανό, καθώς οι θαμώνες άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο -πόρνες και πελάτες, που ξέμειναν εκεί για να πάρουν μέρος, τελικά, στο τσιμπούσι- να σηκώνονται από όπου ήταν σωριασμένοι, να εύχονται καλό ταξίδι στο Γιώτη και ν’ αποχαιρετούν.

Στο τέλος-τέλος στο δωμάτιο ξέμειναν οι τρεις γυναίκες κι εκείνος. Λες κι ήταν στημένο σ’ ένα θέατρο του παραλόγου εκείνο το σκηνικό. Η μια γυναίκα δακρυσμένη, η άλλη γαλήνια, κι η άλλη να κρατιέται μετά βίας να μη γελάσει. Εκείνος; Εκείνος απλά περιέφερε το βλέμμα του από τη μια στην άλλη, τις χάιδευε με τα μάτια, τους μιλούσε αμίλητα. Τα μάτια του έλαμπαν -όχι από χαρά, αλλά- ίσως από περηφάνια. Λες κι είχε επιτελέσει ένα έργο ιερό με τούτες τις γυναίκες. Λες κι ήταν τα δημιουργήματά του. Αλλά, ίσως πάλι, να μη σκεφτόταν καθόλου έτσι. Ίσως απλά να ήταν χαρούμενος, ευτυχισμένος, ίσως μέσα του βαθιά ν’ αναλογιζόταν πόσο τυχερός στάθηκε στη ζωή του. Πέρασε από χίλια κύματα, από άλλα τόσα λάθη, έπαθε, έκανε κι έμαθε, για ν’ αλλάξει, για να γίνει άνθρωπος καλός, γιομάτος άγρια πάθη ακόμη, αλλά και αγάπη – αγάπη για τους άλλους!



Τον συνόδεψαν στο λιμάνι. Τον αποχαιρέτησαν σχεδόν τυπικά – ούτε καν με χειραψία. Τον είδαν να μπαίνει στο καράβι με βήματα αποφασιστικά, να ανεβαίνει τα σκαλιά και μια στιγμή αργότερα να κάνει την εμφάνισή του στο κατάστρωμα. Σήκωσε το αριστερό του χέρι, το καλό, σ’ αποχαιρετισμό. Πού να ήξεραν ότι θα τον συναντούσαν ξανά μετά από εφτά χρόνια!

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.