Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 16.5 (Ιωάννα)


Δεν ήξερε τίποτα απ’ τα πιο πάνω η Ιωάννα, τίποτα. Την Κρίστη, ναι, τη θυμότανε -πώς να την ξεχάσει άλλωστε;- αλλά αυτόν τον Γιώτη και την Ελένη δε θυμάται ποτέ να τους έχει συναντήσει. Ωστόσο αυτοί βοήθησαν τη μάνα της, αυτοί της στάθηκαν στις δύσκολες ώρες.

Ω, γιατί να μην το γνώριζε λίγο καιρό πιο πριν τον Γιώτη η μάνα της; Γιατί να μην τον γνώριζε πριν απ’ την Ελένη; Γιατί να μην ήταν εκείνος ο πατέρας της; Θα της άρεσε, ήταν σίγουρη, θα της άρεσε να τον έχει πατέρα, θα της άρεσε να μεγαλώνει δίπλα σ’ ένα καλόκαρδο θεριό, έτσι όπως τον περιγράφει η Αγγελική. Αντί αυτού μεγάλωσε ορφανή και μόνη, κλεισμένη σ’ ένα σχολείο μέρα-νύχτα, βλέποντας τη μάνα της όποτε εκείνη μπορούσε.

Δακρύζει τώρα. Αφήνει την αλμύρα του πόνου της που ξεχειλίζει αδιάντροπα να ποτίσει εκείνο το καταραμένο χειρόγραφο – το ευλογημένο. Νιώθει μόνη, θανάσιμα μόνη. Οι φίλες της βρίσκονται ακόμη σε διακοπές, ενώ εκείνος... Εκείνος δεν είναι πια εκεί. Τον έδιωξε, μα της λείπει, τον χρειάζεται. Θέλει να βρει το κουράγιο να σηκώσει το ακουστικό, να τον πάρει τηλέφωνο, μα δεν μπορεί. Δε θέλει να του φορτώσει τη θλίψη της. Δε θέλει να τη φορτώσει σε κανένα. Η λύπη δεν πουλάει, της είχε πει κάποτε η μάνα της. Δεν πουλάει!

Κλείνει τα μάτια και προσπαθεί να αναλογιστεί το τότε – το δικό της, όπως το θυμάται, της μάνας της, όπως το περιγράφει. Στο νου της φτάνουν συγκεχυμένες εικόνες, πλάνα θαμπά κι αξεδιάλυτα. Όλα μοιάζουν αβέβαια, σαν κάποια οδυνηρή οφθαλμαπάτη.

Πρέπει να κοιμηθώ, σκέφτεται ξαφνικά, για να συνέλθω.

Να κοιμηθεί, για να συνέλθει... Μα πώς να το κάνει αυτό; Πάντα είχε προβλήματα με τον ύπνο – πάντα, επειδή σκεφτόταν πολύ. Τώρα, μετά από αυτά που διάβασε, μετά απ’ όσα έμαθε από τη μάνα της για τη μάνα της, πώς να κλείσει μάτι; Οι σκέψεις της δε θα την αφήσουν σε ησυχία, η αγωνία της για τη συνέχεια της ιστορίας θα της στερήσει κάθε έξοδο διαφυγής σε κάποια άχρωμα όνειρα.

Σηκώνεται και πάλι απ’ τη φουσκωτή της πολυθρόνα, βγαίνει ξανά στο μπαλκόνι, προσπαθεί να γεμίσει το είναι της με τους ήχους και τις σιωπές της νύχτας. Όλα κυλάνε αργά, σα μια θλιμμένη ιστορία. Πού ν’ ακουμπήσει; Σε ποιου τον ώμο να στηριχτεί;

Κάνει την καρδιά της πέτρα κι επιστρέφει μέσα, πηγαίνει στο ψυγείο και αλιεύοντας ανακούφιση παίρνει στα χέρια της ένα κουτάκι μπύρα.

Άντε, στην υγειά μας, λέει σαρκαστικά στον εαυτό της, καθώς το ανοίγει και βλέπει το είδωλό της στον καθρέφτη να της βγάζει τη γλώσσα.

Βουλιάζει στη θέση της, πίνοντας λίγο, κοιτώντας πολύ – το πουθενά.

Αχ, ρε μάνα! σκέφτεται, κι αναστενάζει, Αχ, ρε μάνα... και δακρύζει και πάλι. Παρατηρεί τις σκιές απ’ τα κλαδιά και τα φύλλα των δέντρων που χορεύουν στον τοίχο. Παρατηρεί το μέσα της που αργά αιμορραγεί. Και παίρνει αποφασιστικά στα χέρια της το χειρόγραφο. Μοιάζει να το ζυγίζει, λες και θέλει να μετρήσει το βάρος των μύριων συναισθημάτων που κουβαλά. Το αγκαλιάζει. Το σφίγγει στο στήθος της με πάθος.

Είναι δικό μου αυτό το βιβλίο, σκέφτεται, είναι δικιά μου αυτή η ιστορία! παραληρεί, καθώς αρχίζει να διαβάζει και πάλι. Θα ’ναι μεγάλη τούτη η νύχτα...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται. 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.