Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 15



Σηκώθηκε και ντύθηκε σχεδόν αθέλητα, πήγε στην κουζίνα κι έφτιαξε καφέ. Κάθισε εκεί σιωπηλή, βυθισμένη στις σκέψεις της και τον περίμενε να ξυπνήσει. Κι αυτός δεν άργησε.

«Καλημέρα!» τη χαιρέτισε ξαφνικά, με μια τρυφερή λάμψη στα μάτια.

«Είναι, Γιώτη... Είναι!» απάντησε εκείνη σχεδόν νοσταλγικά. «Καφέ;»

«Σκέτο».

Του έφτιαξε το καφεδάκι του και κάθισαν για λίγο μαζί στο τραπέζι σιωπηλοί -έμοιαζαν σα ζευγάρι από τα παλιά, λες και γνωρίζονταν από χρόνια- δεν είχανε και πολλά να πούνε, άλλωστε.

«Θα έρθω ξανά το βράδυ», έσπασε τη σιγή εκείνος.

«Θα σε περιμένω!»



«Φώτισες ολόκληρη, μικρή, λάμπει το πρόσωπό σου. Κατάλαβες τώρα, επιτέλους, πως είναι, πόσο διαφορετικό είναι το να κάνεις έρωτα, απ’ αυτό που εσύ ζούσες;»

«Κατάλαβα! Πώς δεν κατάλαβα; Τα μάτια μου άνοιξαν».

«Μακάρι. Για να δεις κι εσύ μια άσπρη μέρα».

«Σου χρωστώ πολλά, Κρίστη. Εσύ... εσύ μου τα έδωσες όλα, η φίλη μου, η μοναδική».

«Ε, άστα σάπια τώρα, που προσπαθείς να με συγκινήσεις! Ο Γιώτης τι είπε;»

«Ότι θα έρθει ξανά το βράδυ».

«Σε συμπαθεί πολύ. Το ξέρεις;»

«Το κατάλαβα. Αν και δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω τον ίδιο. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να πάει με μια πόρνη, αλλά..».

«Η Ελένη είναι η Θεά του -έτσι λέει, Είναι η Θεά μου- και τις θεές πρέπει να τις γνωρίσει κανείς πολύ καλά προτού να τις λατρέψει!»

«Με δουλεύεις ή μου φαίνεται;»

«Σου φαίνεται», απάντησε εκείνη κι άρχισε να γελάει. «Εγώ που τον γνωρίζω τόσα χρόνια τον μπαγάσα κι ακόμη δεν τον έμαθα καλά, μη νομίζεις πως θα τα καταφέρεις εσύ τόσο εύκολα».

«Φοβάμαι».

«Τη στιγμή που θα φύγει;»

«Ναι!»

«Μην ανησυχείς, θα τα καταφέρεις, όπως όλες μας. Μπήκε το νερό στ’ αυλάκι».

«Θα κυλήσει, όμως; Δεν έχω ακόμη τόσο πολλή εμπιστοσύνη στον εαυτό μου».

«Όλα θα πάνε καλά! Και κοίτα να γλεντήσεις τη ζωή σου με τον Γιώτη όσο είναι καιρός, γιατί έτσι και καταφέρει και χωρίσει σύντομα και σμίξει κανονικά με την Ελένη του, τότε να είσαι σίγουρη πως θα τον χάσουμε».

«Θα γλεντήσω. Όπως μπορώ. Θα γιορτάσω το λίγο που ξέρω».

«Έτσι μπράβο!»

Αγκαλιάστηκαν.

«Ώρα να πηγαίνω τώρα εγώ για ν’ ανοίξω το μαγαζί, να βγάλω τον επιούσιο, που λέτε κι εσείς οι σπουδαγμένοι».

Έκλεισε την πόρτα πίσω της φεύγοντας εκείνη κι η Αγγελική πήρε να διαβάζει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα, μέχρι που να ’ρθει ο άντρας της. Ο πρώτος της άντρας. Ο πρώτος που γνώρισε, ο πρώτος που θα έχανε.

Διάβαζε χωρίς να βλέπει και λίγο χαμογελούσε. Έφτιαχνε μες στο ευτυχισμένο της μυαλό το δικό της παραμύθι.



Όταν τον άκουσε να της χτυπάει την πόρτα, έτρεξε ν’ ανοίξει. Ήταν με την Ελένη. Δεν την εξέπληξε αυτό -όλα τα περίμενε από δαύτον- αλλά να, κάπου ζήλεψε, και προσπάθησε σκληρά να μην το δείξει, αν και η άλλη γυναίκα το κατάλαβε. Το κατάλαβε και της χαμογέλασε, σχεδόν ενθαρρυντικά.

«Αυτοί οι δυο προσπαθούνε να με τρελάνουν!» αποφάσισε από μέσα της, τύλιξε στα γρήγορα μια σάρπα γύρω από το λαιμό της, αφού έξω το κρύο ήταν αφόρητο, και κίνησε μαζί τους για το άγνωστο.

Δεν πήγαν σε κάποιο από τα στέκια του Γιώτη, αλλά σ’ ένα άλλο μικρό κουτούκι μυστικό, που τους οδήγησε η Ελένη.

Η Αγγελική δεν ήξερε πως να νιώσει για εκείνη τη γυναίκα. Έβλεπε τα μάτια της να στάζουν καλοσύνη, το βλέμμα της πάντα έτοιμο να ραγίσει και την εύθραυστη εικόνα της, κι απορούσε: «Μα πώς τα βγάζει πέρα στη ζωή αυτή; Και πώς μπορεί και σέρνει και τον Γιώτη από πίσω της;» Αυτός, από τη στιγμή που τον γνώρισε, φάνταζε στα μάτια της σαν ένα θεριό -ένα καλόψυχο θεριό, αλλά και πάλι- πώς μπορούσε αυτή και τον κουμάνταρε;

Ήταν άλλες, διαφορετικές οι μουσικές που έπαιζαν εκεί, από το στέκι του Γιώτη και στην αρχή ο ίδιος έμοιαζε λιγάκι σφιγμένος, χαμένος, αλλά δεν άργησε να χαλαρώσει και να μπει στο πνεύμα του χώρου, παρασύροντας κι εκείνη μαζί του. Γεννημένος γλεντζές καθώς ήταν μπορούσε να περάσει παντού καλά, φτάνει να του άρεσαν οι άνθρωποι, κι εκεί του άρεσαν. Δεν ήταν από κείνους τους κάλπηδες, τους υποκριτές, που συχνάζουν σε τέτοια μέρη πού και πού, προσπαθώντας να κατασκευάσουν κάποιο άλλοθι για τη σαπίλα τους. Ήτανε κόσμος απλός, σαν κι ελόγου του, που απλά του άρεσε να ακούει διαφορετικού είδους μουσική. Και μ’ αυτούς μπορούσε άνετα και με χαρά να συνυπάρξει.

Καθόταν, λοιπόν, ανάμεσα στις δυο γυναίκες, και χαίρονταν το κρασί και τη μουσική, ενώ εκείνες απλά τον έβλεπαν και τον απολάμβαναν η καθεμιά για πάρτη της. Κάποια στιγμή που σηκώθηκε απ’ το τραπέζι για να πάει να κατουρήσει, η Ελένη έσκυψε προς το μέρος της για να της ψιθυρίσει:

«Το ξέρω! Μην ανησυχείς».

«Και δε σ’ ενοχλεί αυτό;» ρώτησε εκείνη έκπληκτη.

«Λίγο ναι, με ενοχλεί. Αλλά, βλέπεις ακόμη δεν είναι δικός μου. Όχι απόλυτα. Και είμαι σίγουρη πως όταν έρθει η ώρα μας, όταν σμίξουμε, τότε θα γίνει δικός μου για πάντα. Και θα είναι πιστός. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία γι’ αυτό».

«Μα, πώς μπορείς και είσαι τόσο σίγουρη;»

«Επειδή μου το είπε αυτός. Μου λέει τα πάντα».

«Και τον πιστεύεις;»

«Περισσότερο απ’ τον εαυτό μου τον ίδιο!»

«Τι να σου πω, Ελένη; Παράξενα, πολύ, μου ακούγονται όλ’ αυτά. Εγώ αν ήμουν στη θέση σου…».

«Πάλι πήρατε στα χέρια σας το μαχαίρι και με σφάζετε, αφιλότιμες;» άκουσαν τη φωνή του ξαφνικά να τις αποπαίρνει τρυφερά.

«Με το βαμβάκι, καλέ μου», του απάντησε ετοιμόλογα η Ελένη.

«Τουλάχιστον θα τραγουδήσεις κάτι για να μ’ αποζημιώσεις;»

«Θα σου πω ένα Τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι... Αλλά, στο τέλος».

«Αχ, το Αλγέρι!» αναστέναξ’ εκείνος, ζήτησε απ’ την Αγγελική ν’ αλλάξει θέση και να καθίσει δίπλα στην Ελένη, για να συνεχίσουν την κουβέντα τους, κι εκείνος φαινομενικά απών, είπε να χαρίσει την προσοχή του όλη στο κρασί και τη μουσική.

Εκείνη τη νύχτα διψούσε το κορμί της Αγγελικής, διψούσε και φλεγόταν πολύ, αλλά δεν υπήρχε κανείς εκεί -δίπλα της- για να το ποτίσει, για να σβήσει των πόθων τη φωτιά.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.