Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 14



Μόλις άνοιξε το παράθυρο για να αερίσει το δωμάτιο και για να δει λίγο της ημέρας φως, προτού να σκοτεινιάσει, είδε μπροστά της την Κρίστη.

«Απόψε έχει βόλτα!» της ανακοίνωσε.

«Βόλτα;»

«Θα έρθει να σε μαζέψει ο Γιώτης σε καμιά ώρα».

Ωχχχ, σκέφτηκε και χαμογέλασε.

«Για να δούμε!» είπε απαλά, κι ευχαρίστησε τη γειτόνισσα για την ανακοίνωση.

Έκλεισε βιαστικά το παράθυρο και πήγε στο μπάνιο, να λουστεί, να ετοιμαστεί. Απόψε ήθελε να γίνει για κείνον όμορφη – όσο πιο όμορφη μπορούσε, με τα λιγοστά μέσα που είχε στη διάθεσή της. Και τα κατάφερε.

«Ρε συ, λάμπεις!» της είπε με που την αντίκρισε ο Γιώτης, κι αυτή χαμογέλασε πλατιά.

Περπάτησαν σιγά-σιγά μέχρι το σταθμό του Πειραιά. Μπήκαν σ’ ένα κάπως ήσυχο βαγόνι και μετά από αρκετή ώρα κατέβηκαν στην Ομόνοια.

«Έχουμε πολλή δρόμο μπροστά μας, αν θα κουραστείς να μην τον περπατήσουμε», της είπε αινιγματικά εκείνος.

«Μη φοβάσαι», του απάντησε, «από την ημέρα που πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα, δεν κάνω καλά τίποτ’ άλλο από το να περπατώ».

Της χαμογέλασε και της έπιασε το χέρι. Της το έσφιξε με δύναμη, με λίγο περισσότερη ίσως απ’ ότι χρειαζόταν, αλλά εκείνη δεν παραπονέθηκε. Πήραν με αργά βήματα ν’ ανηφορίζουν προς το Λυκαβηττό. Καθώς περπατούσαν ο Γιώτης της μιλούσε συνεχώς για το ένα και για το άλλο, για τους τόπους που γνώρισε, για τους ανθρώπους με τους οποίους χαροπάλεψε στα κύματα. Μόνο για γυναίκες, μόνο γι’ αυτές δεν ανέφερε τίποτα.

Όταν έφτασαν στο λόφο εκείνη ξεφυσούσε απ’ την κούραση, ενώ εκείνος έμοιαζε σα να είχε μόλις βγει για βόλτα.

«Έχω γερά πνευμόνια» της είπε, απαντώντας στην ανέκφραστη απορία της.

Η θέα από εκεί πάνω ήταν μαγευτική. Η Αθήνα έμοιαζε ωραία! Ναι, ωραία. Λες και ήταν μια άλλη πόλη. Τα φώτα τότε δεν ήταν τόσο πολλά, τόσο έντονα, το νέφος μόλις που άρχισε να προβάλλει στον ορίζοντα, σα μια αόριστη ιδέα.

Κάθισαν κατάχαμα για καμπόση ώρα σιωπηλοί απολαμβάνοντας το θέαμα.

Η Αγγελική κάποια στιγμή ένιωσε να κρυώνει κι ακούμπησε πάνω στο Γιώτη το κορμί της για να κλέψει λίγη απ’ τη ζεστασιά του. Την έκλεισε ερμητικά στην αρκουδίσια του αγκαλιά κι εκείνη δεν έφερε αντίσταση, αφέθηκε, αφού αυτή η πράξη του και μόνο την έκανε κι ένιωθε ωραία, σαν άνθρωπος.

«Ξέρεις, δεν μπορούσα πάντα να βλέπω τα όμορφα, όπως κάνω τώρα. Εννοώ τα κοιτούσα, αλλά δεν τα έβλεπα. Καταλαβαίνεις;»

«Ναι, συνέχισε. Τι θες να μου πεις;»

«Η Ελένη! Αυτή με άλλαξε. Εγώ ήμουνα πάντα καλός με τους ανθρώπους, έκανα εύκολα φίλους, εκείνη τα κατάφερνε με τη φύση, με την ομορφιά. Η Ελένη με δάμασε», κατέληξε κάπως δραματικά, λίγο ειρωνικά.

«Και δεν την πειράζει που είσαι τώρα εδώ μαζί μου;»

«Όχι, αυτή είναι από άλλο ανέκδοτο, καταλαβαίνει. Τώρα τι καταλαβαίνει, εγώ δεν μπορώ να το καταλάβω», είπε αυτοσαρκαζόμενος, γελώντας λίγο.

«Μα υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι;» απόρησε, άθελά της, δυνατά εκείνη.

«Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι οι ίδιοι, μικρή μου. Ούτε και τα ζώα. Όλοι και όλα μοιάζουν, όλοι και όλα έχουν τις διαφορές τους».

«Ε, δεν είναι οι διαφορές που χωρίζουν τους ανθρώπους;»

«Τι λες καλέ; Οι ομοιότητες είναι! Αυτές φταίνε για όλα. Δυο άνθρωποι που μοιάζουνε, δε θα μπορούσαν ποτέ να ζήσουνε μαζί, αφού θα τσακώνονταν συνέχεια, θ’ αλληλοσκοτώνονταν».

«Γι’ αυτό κι εσύ με την Ελένη...;»

«Δεν είναι η γυναίκα μου η Ελένη. Είναι η γυναίκα που αγαπώ! Η γυναίκα μου, αυτή που παντρεύτηκα, είναι στο νησί, και σύντομα θα κατέβω για να κανονίσω τα χαρτιά και να χωρίσουμε. Τίποτα δε μας δένει. Εκείνη με απατά με όποιον βρει, κι εγώ με τα κορίτσια».

«Και την Ελένη».

«Όχι. Όχι με την Ελένη. Αυτή θα γίνει η γυναίκα μου!»

«Τι;»

Παρέμεινε για ώρα πολλή να τον κοιτά απορημένη. Δεν μπορούσε να καταλάβει καθόλου τον τρόπο που σκεφτόταν αυτός ο άνθρωπος. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να πηγαίνει με πόρνες κι όμως δεν έκανε έρωτα στη γυναίκα που αγαπούσε.

«Μην απορείς, μικρή. Το κάθε πράμα στον καιρό του. Αυτό λέω εγώ».

Δεν ήξερε τι να του πει, κι έτσι προτίμησε να σιωπήσει. Κρύφτηκε πιο βαθιά μες στην αγκαλιά του και πήρε να κρυφακούει τους κτύπους της καρδιάς του.

Αν δεν ήταν με άλλη θα τον ερωτευόμουν... Αν δεν ήταν με άλλη θα τον ερωτευόμουν... Αν δεν ήταν με άλλη θα τον ερωτευόμουν... επαναλάμβανε ξανά και ξανά αυτή τη σκέψη, σα μάντρα, μέσα της.

«Ώρα να πηγαίνουμε!» της ανακοίνωσε ξαφνικά μετά από ώρα, βγάζοντάς την απ’ τις σκέψεις της. «Πρέπει να προλάβουμε το τελευταίο τρένο».

Σηκώθηκε, της έπιασε τα χέρια και την ανασήκωσε κι εκείνη απαλά, σαν τίποτα.

Πήραν να κατηφορίζουν προς την πόλη, αγκαλιασμένοι. Αν τους έβλεπε κανείς θα έλεγε ότι οι δυο τους ήταν ένα κλασικό αγαπημένο ζευγάρι. Πού να ’ξεραν!

Ο Γιώτης αγόρασε δυο μεγάλα μπουκάλια κρασί, από μια κάβα που διανυκτέρευε κοντά στην Ομόνοια, και σουβλάκια πακέτο από κάπου εκεί δίπλα, και κίνησαν για τον Πειραιά.

Πολύ στενάχωρο, πολύ μικρό της φάνταζε το σπίτι της μετά από εκείνη τη βόλτα, καθώς τώρα κάθονταν κι έπιναν σιωπηλά στην κουζινούλα της, ο καθένας έγκλειστος στο δικό του κόσμο. Ή, μήπως, δεν ήταν ακριβώς έτσι, αφού η Αγγελική προσπαθούσε να βάλει σε τάξη τις αναμνήσεις των περασμένων ωρών, ενώ εκείνος απλά την παρατηρούσε.

Είναι έτοιμη, σκεφτόταν. Είναι έτοιμη; απορούσε. Δεν ήξερε. Δεν ήταν σίγουρος για τίποτα με τούτη τη μικρή. Ήταν καλή, πολύ καλή, για να γίνει πουτάνα, θα την τρώγαν ζωντανή οι άνθρωποι, αλλά απ’ την άλλη, είχε κότσια...

Για ώρες θα έλεγε κανείς πως κράτησε η σιωπή. Το κρασί τέλειωσε. Τα βλέφαρα έγιναν βαριά.

Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Διάβασε το φόβο και τη λαχτάρα της. Δεν μπορούσε να αποφασίσει ο ίδιος για κείνη. Έπρεπε…

«Τώρα», του είπε κάπως δειλά, λίγο αποφασιστικά, με προσδοκία.

«Τώρα!» απάντησε πιο αποφασιστικά εκείνος.

Πήγαν στο δωματιάκι της. Στάθηκαν ο ένας μπροστά στον άλλο. Ο Γιώτης την κοιτούσε με ένα βλέμμα τρυφερό, καθώς την έγδυνε στο ημίφως.

Βήμα-βήμα, επαναλάμβανε από μέσα του.

Βήμα-βήμα, σκεφτότανε κι εκείνη, που δεν άργησε και πολύ να αφεθεί στα χάδια και στις έμπειρες κινήσεις των χειλιών και του κορμιού του.

Όταν άνοιξε τα μάτια το πρωί ο Γιώτης ήταν ακόμη εκεί, ξαπλωμένος δίπλα της. Τον χάιδεψε μ’ ένα βλέμμα, που έλαμπε σαν αναγεννημένος ήλιος.

Ώστε, έτσι γίνεται! θαύμαζε κι απορούσε. Ώστε, ο έρωτας είναι χαρά, η ένωση των κορμιών ένα μεθύσι!

Τον ευχαριστούσε! Τον ευχαριστούσε σιωπηλά και μ’ ευγνωμοσύνη, τον άντρα εκείνον, τον τόσο γνωστό και άγνωστο, για το μάθημα που της έδωσε, για την ευτυχία που της χάρισε.

Ξύπνησε κάποια άλλη...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.