Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 13



«Σίμερα μην ανήξης την πόρτα σε κανένα..».

Ήταν λίγο μετά το μεσημέρι όταν ξύπνησε, επιτέλους, εκείνη. Ένιωσε μεμιάς ένα ελαφρύ πονοκέφαλο να την ταλανίζει και μια άγρια δίψα.

Το δόλιο το κρασί φταίει για όλα, σκέφτηκε και χαμογέλασε στον εαυτό της.

Όταν άνοιξε, τελικά, τα μάτια, αντιλήφθηκε ότι ο Γιώτης δεν ήταν εκεί. Δεν της φάνηκε παράξενο αυτό, αλλά να, κάπου σα να λυπήθηκε που έφυγε έτσι, χωρίς να την αποχαιρετήσει. Πέρασε τόσο καλά μαζί του το προηγούμενο βράδυ: έφαγε κι ήπιε, γέλασε κι έκλαψε, ξαλάφρωσε.

Σχεδόν σερνόταν όταν σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και κατευθύνθηκε προς την κουζινούλα της για να φτιάξει καφέ. Εκεί, πάνω στο τραπέζι, είδε ένα ανορθόγραφο, άτσαλα γραμμένο σημείωμα:

«Σήμερα μην ανοίξεις την πόρτα σε κανένα», έλεγε.

Τότε ακριβώς ήταν που άκουσε κάποιον να της κτυπάει την πόρτα. Γέλασε άηχα, νυσταγμένα.

«Ποιος;» ρώτησε φωναχτά από εκεί που βρισκόταν.

«Εγώ, καλή γειτόνισσα!» άκουσε μια φωνή να της απαντά κοροϊδευτικά.

Πήγε και άνοιξε στην Κρίστη.

Κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας.

«Ήρθε ο Γιώτης;» μπήκε αμέσως στο ψητό μετά την ετοιμασία του καφέ η γειτόνισσα.

«Ήρθε».

«Και;»

«Με μέθυσε!»

«Και;»

«Κοιμηθήκαμε μαζί και ξύπνησα μόνη, αλλά δεν…».

«Δεν το περίμενα!»

«Όχι;»

«Όχι από την πρώτη μέρα. Είσαι παιδί ακόμη, κι ο Γιώτης ξέρει καλά να κρίνει τους ανθρώπους».

«Τότε, πότε;»

«Θα το καταλάβεις, όταν έρθει η ώρα».

«Μου έγραψε να μην ανοίξω την πόρτα σε κανένα».

«Σε κανένα! Όχι σε καμία», της είπε αυτή και πήρε να γελάει.

«Πάντως, το ομολογώ: πρώτη φορά γνωρίζω τέτοιον άντρα. Όχι πως γνώρισα και πολλούς, αλλά αυτός είναι πολύ διαφορετικός. Μου θυμίζει κάτι απ’ το χθες, κι ας μην ξέρω τι!»

«Είναι χρυσή καρδιά ο άτιμος. Πρόσεξε μόνο να μην τον ερωτευτείς, αμάθητη καθώς είσαι στα της καρδιάς, κακομοίρα μου».

«Αυτό δε μου πέρασε στιγμή απ’ το μυαλό, αλλά...».

«Σου αρέσει!»

«Ναι, μου αρέσει επειδή ξέρει κι ακούει. Όλη τη νύχτα του μιλούσα μεθυσμένα, κι αυτός εκεί, να ρουφά την κάθε μου λέξη. Ούτε μια φορά δε δυσανασχέτησε, ούτε μια φορά δε με επέκρινε. Μόνο πού και πού πετούσε κάνα αστείο για να αλαφρύνει την κατάσταση».

«Έτσι πάντα ήτανε αυτός. Μπορεί να κάνει μέρες να μιλήσει, κάθεται κι ακούει ό,τι έχει να του πει ο καθείς, μα έτσι και πάρει μπρος κανείς δεν τον σταματά. Ειδικά όταν λέει τις ιστορίες του».

«Τι ιστορίες;»

«Θα σου τις πει, αν θελήσει, ο ίδιος. Το μόνο που μπορώ να σου πω εγώ είναι πως πρέπει να τον εμπιστευτείς. Αν δεν τα βγάλει ούτε κι αυτός πέρα μαζί σου, τότε κανένας δεν μπορεί».

«Πρώτη φορά, εδώ και μήνες, κοιμήθηκα τόσο ήρεμα, κι ας ξύπνησα με πονοκέφαλο».

Χαμογέλασε καλοσυνάτα η Κρίστη, της ευχήθηκε καλό απόγευμα, σηκώθηκε και έφυγε. Εκείνη παρέμεινε για αρκετή ακόμη ώρα καθισμένη εκεί, σχεδόν ακίνητη, με τα μάτια κλειστά να αναπολεί κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στη ζωή της.

Κανείς άλλος δεν της κτύπησε την πόρτα όλη μέρα. Ποιος να το έκανε, άλλωστε; Αφού, έτσι κι αλλιώς, όλους τους πελάτες η Κρίστη τους της έστελνε.



Άκουσε μια φωνή να την καλεί απ’ έξω κάπως σιγαλά, λίγο πειραχτικά, αργά εκείνο το βράδυ:

«Αγγελική… Αγγελική…»

Κατάλαβε πως ήταν εκείνος και βιάστηκε να του ανοίξει.

«Μα, δεν είσαι ακόμη έτοιμη;»

«Έτοιμη για τι;» τον ρώτησε.

«Για γλέντι».

Για γλέντι; Η καημένη η γυναίκα δεν είχε ιδέα τι ήταν αυτό. Ποτέ δεν γλέντησε στη ζωή της. Ποτέ!

«Άντε, φόρεσε τα καλά σου. Θα ’μαι εδώ και θα σε περιμένω».

Πήγε στο δωμάτιό της, διάλεξε το πιο καλό απ’ τα φτωχικά της φουστάνια, ίσιωσε λίγο τα μαλλιά της και βγήκε στο δρόμο.

«Πάμε;» τη ρώτησε σχεδόν προστακτικά.

«Πάμε!» απάντησε με αποφασιστική αμφιβολία.

Περπάτησαν για ώρα. Ο Γιώτης, κοντοστεκόταν πού και πού και της έλεγε κάτι για τα μέρη απ’ όπου περνούσαν, για τις γειτονιές που χάνονταν. Τελικά έφτασαν σ’ ένα στενό μισοφωτισμένο δρομάκι, λίγο πριν το τέλος του οποίου σταμάτησαν, μπροστά από μια παλιά κλειστή ξύλινη πόρτα. Από μέσα έφταναν μουσικές ακατανόητες. Ο Γιώτης χτύπησε δυο φορές δυνατά και σε λίγο ακούστηκε μια φωνή βαριά σαν ιστορία, να ρωτάει:

«Ποιος είναι;»

«Κάποιος που θα σε πλακώσει στις σφαλιάρες γεροσάλιαγκα!»

Η πόρτα άνοιξε αμέσως κι ο Γιώτης χώθηκε στην αγκαλιά ενός χαρακωμένου απ’ το χρόνο γέρου.

«Σου σηκώνεται ακόμη, γέρο;» τον ρώτησε πειρακτικά.

«Μου σηκώνεται, που να ’χει την κατάρα μου», απάντησ’ εκείνος και μετά είδε την Αγγελική. Πρόλαβε να ξεστομίσει ένα Ωχχχ, προτού ο Γιώτης ξεσπάσει στα γέλια.

«Ήρθε;» τον ρώτησε μετά από λίγο.

«Είν’ εδώ!»

Μπήκαν μέσα. Ήταν μια μικροσκοπική ταβέρνα, σκηνικό θα έλεγε κανείς σε κάποια παλιά ασπρόμαυρη ταινία. Κατευθύνθηκαν σ’ ένα γωνιακό τραπέζι, όπου καθόταν ήδη μια νέα όμορφη γυναίκα.

«Είμαι η Ελένη!» της συστήθηκε ζεστά εκείνη.

«Αγγελική! Χαίρομαι».

«Σιγά μη χαίρεσαι!» πετάχτηκε στη μέση, προτού να προλάβει να ολοκληρώσει, ο Γιώτης.

Τον κοίταξε φανερά έκπληκτη. Τώρα δε θύμιζε σε τίποτα τον άντρα που γνώρισε το προηγούμενο βράδυ. Τα μάτια του έμοιαζαν παιχνιδιάρικα, τα βλέμματά του πειραχτικά, έδειχνε να ξεχειλίζει από κέφι και ζωντάνια.

Έστρεψε το βλέμμα της στην Ελένη, κι εκείνη το δικό της με ψεύτικη απόγνωση στο ταβάνι. Χαμογέλασαν η μια στην άλλη.

Πέρασε υπέροχα εκείνη τη νυχτιά. Υπέροχα! Απόλαυσε την κάθε στιγμή, το καθετί που συνέβαινε σ’ εκείνο το σεληνιασμένο μικρό τοπίο. Αν ήξερε τα τραγούδια που έπαιζαν οι μουσικοί θα τραγουδούσε κι εκείνη, θα τραγουδούσε απ’ τη χαρά της. Αλλά δεν τα ήξερε. Τίποτα δεν ήξερε. Έτσι, απλά έτρωγε, έπινε και κάθε τόσο μιλούσε λίγο με την Ελένη. Ήτανε ζωγράφος κι έγραφε και ποιήματα, έτσι για το κέφι της, της είπε. Όσο για το Γιώτη; Ε, αυτός ήταν φευγάτος!

Σαν το ποτό έπαυσε να ρέει, σαν οι μουσικές σταμάτησαν κι οι θαμώνες άρχισαν ο ένας μετά τον άλλο να αποχαιρετούν και να φεύγουν, τότε σηκώθηκαν κι αυτοί και κίνησαν για το φτωχικό της. Περπατούσαν σχεδόν σιωπηλοί, αν και ο άντρας της παρέας, έμοιαζε πού και πού να σιγοψιθυρίζει κάποιο σκοπό.

Την αποχαιρέτησαν έξω απ’ την πόρτα της. Η Ελένη μ’ ένα φιλί και ο Γιώτης με μια τρυφερή, της φάνηκε, διαταγή:

«Αύριο μην ανοίξεις την πόρτα σε κανένα!»

Δεν απάντησε. Μπήκε στο σπιτάκι της και πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι με τα ρούχα, έτσι όπως ακριβώς ήταν.

Ξεθώριαζε σχεδόν η μέρα όταν ξύπνησε και το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει απ’ το χθεσινοβραδινό μεθύσι. Αλλά, χαμογελούσε.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.