Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 12



Τα βρήκε μπαστούνι, λοιπόν, στην αρχή. Τι στην αρχή, δηλαδή; Και στη συνέχεια μια απ’ τα ίδια ήτανε. Της έστελνε πελάτες η Κρίστη κι αυτή ποτέ, μα ποτέ, δεν κατάφερνε να τους ικανοποιήσει. Σα σημείο διερχομένων ένιωθε, δίχως αντιδράσεις, χωρίς συναισθήματα. Την παίρνανε οι άντρες μια φορά, μα ποτέ ξανά δεν επιστρέφανε, αφού δεν ήξερε πως να τους φερθεί, δεν έκανε τίποτα για να τους ευχαριστήσει. Τα όρια, τα οικονομικά της όρια άρχισαν να στενεύουν -είχε βάλει και την Ιωάννα εσωτερική σ’ ένα σχολείο, όπως είπε ότι θα έκανε απ’ την αρχή- και σύντομα, αν συνέχιζε σ’ αυτούς τους ρυθμούς θα πεινούσε.

Την έβλεπε η Κρίστη, ένιωθε το δράμα της, καταλάβαινε πόσο δύσκολα περνούσε και τη βοηθούσε με κάθε τρόπο, αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει κι αυτή η δόλια; Αν δεν το ’παιρνε απόφαση η ίδια ν’ αλλάξει στάση, τίποτα δε θα γινόταν. Όπως της πέταξε προχθές ένας παλιός της πελάτης τακτικός, με τη «μικρή ένιωθα λες και πηδούσα το ψυγείο!» Τι να κάνει, λοιπόν; Τι να κάνουν;

Αν δεν ήταν η μικρή στη μέση, ίσως να τα παρατούσε. Ίσως να επέστρεφε στο χωριό και στην όποια σιγουριά της. Αλλά όχι, δε θα το έκανε ποτέ αυτό στην Ιωάννα. Κάλλιο να υπέφερε εκείνη, κάλλιο να κυλούσε θεληματικά η ίδια στο βούρκο, παρά να ανάγκαζε την κορούλα της να πάρει μια γεύση απ’ τη δική της ζωή, σ’ εκείνο το μακρινό και τόσο σκληρό κι απάνθρωπο κόσμο του χθες της.

Πρέπει ν’ αλλάξω! σκεφτόταν με πείσμα και σιγαλή οργή. «Πρέπει ν’ αλλάξω σύντομα, αμέσως. Δε γίνεται διαφορετικά. Είμαι τόσο νέα κι όμως δεν μπορώ να κρατήσω ένα πελάτη, ενώ οι γριές…», έλεγε με παράπονο.

«Μα, εμείς οι γριές τους δίνουμε ό,τι χρειάζονται!» τη νουθετούσε η Κρίστη, «Για κείνους γινόμαστε μανάδες, γυναίκες κι αδελφές. Ενώ εσύ μοιάζεις να τους αποπαίρνεις, να τους κατακρίνεις, να τους κατηγορείς για τα βάσανα που σ’ έχουν βρει. Δεν είναι όλοι οι άντρες οι ίδιοι, καημένη μου. Πόσες φορές πρέπει να σου το πω για να το χωνέψεις αυτό;»

«Χρειάζομαι ένα δάσκαλο, καλή μου. Κάποιο που να με διδάξει να κάνω έρωτα, έστω και στα ψέματα. Φτάνει να μην πουλήσω την ψυχή μου».

«Γιατί, λες να τις πουλήσαμε εμείς τις ψυχές μας, μωρή καριόλα; Απλά κάνουμε ό,τι μπορεί η καθεμιά μας για να ζήσουμε. Άλλες το απολαμβάνουν, άλλες όχι. Εγώ το απολαμβάνω με όλη μου την καρδιά».

«Πώς μπορείς;»

«Δε χρειάζεται προσπάθεια. Το ’χω μέσα μου. Εσύ όχι. Αλλά, αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορείς να τα καταφέρεις. Φτάνει να πιστέψεις. Κι η πουτανιά πίστη θέλει για να ανθίσει!»

«Ποιος;»

«Ποιος τι;»

«Ποιος θα μπορούσε να με βοηθήσει;»

«Ξέρω κάποιον, αλλά ίσως να μην είναι εδώ τώρα, αφού είναι ναυτικός κι όλο ταξιδεύει. Θα πάω να τον ψάξω απόψε στα λημέρια του, κι αν τον βρω θα σου τον στείλω».

«Πώς τον λένε;»

«Γιώτη. Μοιάζει λίγο αγριάνθρωπος, αλλά έχει ψυχή μάλαμα. Μην του μιλήσεις για λεφτά, θα σου αφήσει αυτός όσα νομίζει. Εξάλλου καμιά μας δεν τον χρεώνει, αφού πάντα μας φέρνει δώρα, μας κάνει το τραπέζι, διασκεδάζει μαζί μας. Μας βλέπει όπως όλες τις άλλες γυναίκες».

«Αμήν!»



Ήταν πολύ αργά το βράδυ, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όταν άκουσε κάποιον να της χτυπάει την πόρτα. Την άνοιξε σιγά-σιγά, λίγο φοβισμένα, αφού κανείς ποτέ δεν έτυχε να την επισκεφθεί τέτοια ώρα.

Είδε ένα πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο, καλυμμένο από πυκνή γενειάδα να της χαμογελά και να τη ρωτά μεμιάς:

«Έστρωσες μωρή γυναίκα το τραπέζι για να φάμε;»

«Το τραπέζι;» έμεινε εκείνη να τον κοιτά για λίγο απορημένη, μέχρι που την παραμέρισε με τα τεράστια χέρια του απαλά και μπήκε μέσα απρόσκλητος. Κουβαλούσε μαζί του ένα μπόγο, τον οποίο έβαλε στο τραπέζι την κουζίνας και πήρε να τον λύνει. Έβγαλε από μέσα εκεί, μια μικρή νταμιτζάνα κόκκινο κρασί, λουκάνικα, τυρί, αγγούρια, ντομάτες και αυγά, κάθισε σε μια καρέκλα και προσκάλεσε και την εμβρόντητη Αγγελική.

«Γιώτης!» της συστήθηκε και πήρε να γελάει τρανταχτά, λες κι έβλεπε στο πρόσωπο της μικρής το πιο αστείο θέαμα.

«Ο Γιώτης;» θυμήθηκε τη συζήτηση με την Κρίστη και πήρε να γελάει κι εκείνη – για πρώτη φορά μετά από πολλή καιρό.

Κάθισε στο τραπέζι και μοιράστηκε μαζί του το κρασί και το φαγητό που έφερε, έτσι στα μουλωχτά. Παράξενος άντρας πολύ, της φάνηκε καθώς τον παρατηρούσε. Άγριος κι ήρεμος την ίδια ώρα, σιωπηλός και φωνακλάς, σοβαρός και χωρατάς. Της άρεσε αρχικά επειδή ήξερε να σιωπά. Και μετά από λίγο άρχισε να της αρέσει επειδή ήξερε να μιλά και να ακούει.

Χωρίς να το θέλει, εντελώς αβίαστα, άρχισε να του αφηγείται την ιστορία της. Φοβόταν μήπως τον έκανε να πλήξει, αλλά εκείνος με το βλέμμα του, που πότε φώτιζε και πότε σκοτείνιαζε, της έλεγε να συνεχίσει. Κι εκείνη το έκανε. Κι όσο μιλούσε το μέσα της άδειαζε, τα βάρη που κουβαλούσε γίνονταν αλαφρότερα, ανακουφιζόταν.

Είχε σχεδόν πια πάρει να ξημερώνει όταν τέλειωσε με την αφήγησή της, την οποία ο Γιώτης εδώ και ώρα άκουγε σιωπηλός χωρίς καθόλου να τη διακόψει. Τότε ήταν που για πρώτη φορά πρόσεξε τα μάτια του τα φωτεινά, τα σχεδόν υγρά, τα γιομάτα γνώση και μυστήριο.

Τώρα θα μου πει να πάμε στο κρεβάτι και... τέλος! σκέφτηκε και για λίγο τρόμαξε, ελαφρά ανατρίχιασε. Είχε δίκιο.

«Πάμε στο κρεβάτι», της είπε, «για να κοιμηθούμε. Μόνο γι’ αυτό!»

Τον κοίταξε έκπληκτη, με μάτια που στάζανε απορία κι ευγνωμοσύνη.

«Το κάθε πράμα στον καιρό του!» απάντησε εκείνος στην ανείπωτη ερώτησή της.

Πήγαν, λοιπόν, στο κρεβάτι της και ξάπλωσαν. Ο καθένας στη γωνιά του. Δεν πέρασε πολλή ώρα και η Αγγελική αποκαμωμένη αποκοιμήθηκε. Εκείνος, σαν κατάλαβε ότι την είχε πια πάρει στην αγκαλιά του ο σωτήριος ύπνος, σηκώθηκε κι αλαφροπατώντας πήγε στην κουζίνα. Της έγραψε κάτι σ’ ένα κομμάτι χαρτί και βγήκε έξω κλείνοντας άηχα σχεδόν την πόρτα.

Κίνησε για το λιμάνι. Ο ήλιος εκείνη ακριβώς την ώρα ξεπρόβαλλε σαν ώριμο φωτεινό πορτοκάλι μέσα απ’ τη θάλασσα, κι ο Γιώτης έμοιαζε να τον καλημερίζει. Καλώς τον, τον πατέρα μας, ακούγονταν από μέσα του να λέει, καθώς ο ακροβάτης του ουρανού έπαιρνε να του χρωματίζει αλλιώτικα το πρόσωπο, να του πληγώνει τα μάτια.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.