Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 11



Ο πρώτος της πελάτης ήταν ένα παιδί αμούστακο, ένα αθώο και κατά βάθος πολύ ντροπαλό μαθητούδι. Της τον έστειλε συστημένο η Κρίστη, αφού πίστευε πώς εκείνος ήταν ο κατάλληλος για να τη συνοδέψει στο παρθενικό της ταξίδι στις πλατιές θάλασσες της αμαρτίας. Έστειλε και κείνη με τη σειρά της στην πρώτη την Ιωάννα, αφού δε την ήθελε να σταθεί μάρτυρας του ξεπεσμού της. Όχι πώς θα καταλάβαινε και πολλά, αλλά απλά δεν ήτανε σωστό. Εξάλλου, με τα παιδιά δεν μπορεί να είναι κανείς ποτέ σίγουρος.

Ω, έπρεπε να τους έβλεπε κανείς από μια γωνιά τους δυο τους εκείνη την ώρα. Να έβλεπε πόσο χαμένα τα είχανε, πόσο φοβισμένοι ήτανε. Ο κακομοίρης ο μικρός δεν είχε κάνει ξανά ποτέ έρωτα στη ζωή του και πήγε σε κείνη τη δόλια για να του ξυπνήσει τον ανδρισμό. Κούνια που τον κούναγε! Η δασκάλα του στάθηκε λειψή, ατάλαντη. Πώς να τον διδάξει κάτι που η ίδια ποτέ δεν έμαθε; Δεν ήξερε. Έτσι, άφησε σε κείνον την πρωτοβουλία των κινήσεων, μήπως και δούνε φως.

Άρχισε, λοιπόν, να γδύνεται ντροπαλά, λίγο φοβισμένα-λίγο συνεσταλμένα το παιδί, παρατηρώντας με μάτια που φώναζαν τον πανικό του πότε εκείνη, πότε το καλά στρωμένο κρεβάτι, και πότε το ταβάνι – λες και περίμενε απ’ αυτό το τελευταίο ν’ ανατείλει του έρωτα η αυγή. Μια στιγμή αργότερα πήρε να γδύνεται κι η Αγγελική, για να μην τον κάνει να νιώθει ευάλωτος. Για μια στιγμή στάθηκαν κι οι δυο γυμνοί, ακίνητοι κι αδύναμοι, ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο, σα μέσα σ’ ένα κενό του χρόνου, μια ανάπαυλα ανάμεσα σε δυο αναπνοές. Απλά αλληλοκοιταζόντουσαν και δεν τολμούσαν καν να μιλήσουν. Αντέδρασε πρώτη:

«Συγγνώμη, δεν το έχω κάνει αυτό ξανά».

«Ούτε κι εγώ!»

«Το κατάλαβα».

Χαμογέλασαν συνένοχα, συνωμοτικά. Του έδειξε το κρεβάτι, κι εκείνος έτρεξε σχεδόν και πήγε και κρύφτηκε κάτω απ’ τα σεντόνια, αναγκάζοντάς την ν’ αφήσει να ξεφύγει απ’ τα χείλη της ένα κοφτό γελάκι. Πήγε και κάθισε δίπλα του δειλά κι αναποφάσιστα. Ανασήκωσε σιγά-σιγά το σεντόνι και τον κοίταξε στα μάτια, όπου διάβασε την απορία του. Και τώρα τι; έμοιαζε να τη ρωτάει. Και τώρα τι;

«Ξέρεις τι να κάνεις;» τον ρώτησε χαμηλόφωνα.

«Νομίζω ναι».

«Κι εγώ το ίδιο νομίζω…».

Άλλες εποχές εκείνες, αλλιώτικες, θυσιασμένες στο βωμό του πρέπει και της αμάθειας. Ναι, τίποτα δεν ξέρανε. Ή, μάλλον, εκείνη δεν ήξερε τίποτα. Ήτανε είκοσι δύο χρονών, ήτανε μάνα, είχε ήδη πονέσει και κουραστεί για δυο ζωές, κι όμως ήταν ολότελα αθώα, δε γνώριζε τίποτα στ’ αλήθεια για τους τρόπους του κορμιού, για της ψυχής τα πάθη, για τους πόθους της σάρκας. Έτσι, απλά χώθηκε κάτω απ’ τα σεντόνια μαζί του και του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Αρχίζουμε;» τον ρώτησε σαν ηλίθια. Ν’ αρχίσουνε τι;

«Θα μου δείξεις;»

«Κάνε ό,τι ξέρεις και βλέπουμε…».

Για γέλια και για κλάματα. Μια φαρσοκωμωδία ήταν εκείνη η πρώτη φορά και σαν τέτοια δεν μπορούσε παρά να μείνει στη μέση, μια ατέλειωτη συμφωνία. Τίποτα! Απολύτως τίποτα δεν ήξερε ο τρομοκρατημένος πιτσιρίκος, κι εκείνη, τα λίγα που έμαθε, τα λίγα που μάντευε, ποτέ δεν τόλμησε να του τα δείξει. Έφτασε μέχρι την πηγή της αμαρτωλής χαράς, μα έσπασε την στέρνα.

Μέχρι ν’ αρχίσουν τέλειωσαν. Ή, μάλλον εκείνος τέλειωσε. πάνω στην κοιλιά της. Τίποτα δεν κατάφερε. Τίποτα δεν καταφέρανε. Τον λυπήθηκε. Τον λυπήθηκε πολύ και βαθιά. Ήθελε να του πει κάτι, να τον παρηγορήσει, να του απολογηθεί, αλλά σώπασε. Παρέμεινε μονάχα ξαπλωμένη δίπλα του να τον παρατηρεί. Να χαϊδεύει με το βλέμμα την αθωότητά του, να σιχτιρίζει τον εαυτό της για τη δικιά του ανικανότητα. Η απουσία κάθε ήχου, εκτός απ’ τις ξεψυχισμένες ανάσες τους, ήταν εκκωφαντική. Κάποια στιγμή, δεν άντεξε, σήκωσε το χέρι της, του χάιδεψε τα μαλλιά, τα μάγουλα, το άγουρο στήθος, άνοιξε την αγκαλιά της και τον έκλεισε μέσα, σαν παιδί. Σαν το παιδί που ήτανε. Σε λίγο άκουσε να ξεφεύγει απ’ του είναι του τα βάθη κάτι σα λυγμός, κάτι σα μικρός αναστεναγμός, τον ένιωσε να σφίγγεται, να δακρύζει. Δάκρυσε κι εκείνη.

Όταν σηκωθήκανε, επιτέλους, απ’ το κρεβάτι και καθαριστήκανε όπως-όπως, του είπε πώς δεν ήθελε λεφτά, ότι δεν ήταν σωστό να του πάρει, αλλά εκείνος επέμενε να της αφήσει κάτι, αφού:

«Είσαι καλή, κυρία!» της είπε.

Αποχαιρετώντας τον μ’ ευχαριστίες τον έστειλε πίσω στην Κρίστη ώστε να φροντίσει εκείνη με περισσή μαστοριά να του ανάψει του κορμιού τη λαμπάδα.

Δυο λεπτά αργότερα επέστρεψε η Ιωάννα στο φτωχικό τους, είδε τα δακρυσμένα μάτια της μανούλας της, μα τίποτα δεν ρώτησε. Ίσως να ήξερε, ίσως να μάντευε, ότι με κάποιο ψέμα θα της απαντούσε. Έτσι την αγκάλιασε μοναχά σφικτά, χαρίζοντάς της δίχως λόγια εκείνο που ακριβώς χρειαζόταν: την αγάπη της.

Το πρώτο, λοιπόν, εκείνο μάθημά της αποδείχτηκε λειψό, μα κάπου τρυφερό. Σ’ ένα μέλλον απόμακρο, ένα δεύτερο και λίγο πιο σκληρό θ’ ακολουθούσε.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.