Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 10



Η Κρίστη ήταν γεννημένη, έλεγε μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, για το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο. «Μόνο αυτό ξέρω να κάνω και μου πάει πολύ!» δήλωνε αποφασιστικά, με ύφος που δε σήκωνε αντίρρηση.

Η Αγγελική δεν ήξερε κατά πόσο της πήγαινε της ίδιας, αλλά δεν είχε και άλλη επιλογή. Έτσι της ζήτησε να της ανοίξει σιγά-σιγά, όσο πιο ανώδυνα γίνονταν, την πόρτα στον παράξενο και τρομακτικό εκείνο κόσμο.

«Μα, θέλεις στ’ αλήθεια να το κάνεις αυτό;» αναρωτήθηκε η Κρίστη.

«Πρέπει να δουλέψω», απάντησ’ εκείνη.

«Είσαι νέα, είσαι ωραία και μορφωμένη. Σίγουρα μπορείς να βρεις κάτι καλύτερο. Δεν υπάρχει λόγος να..».

«Τίποτα δεν μπορώ να βρω. Τίποτα! Ψάχνω, μάταια, για δουλειά εδώ και βδομάδες και τα λεφτά όπου να ’ναι τελειώνουν. Δεν έχω άλλα περιθώρια. Και δεν είμαι και τόσο μορφωμένη. Δε με άφησαν να τελειώσω το σχολείο».

«Ξέρεις, ωστόσο, να γράφεις και να διαβάζεις. είμαι σίγουρη ότι αν επιμείνεις θα βρεις κάτι. Όσο για τα λεφτά, μην ανησυχείς καθόλου γι’ αυτά. Μπορώ να σε δανείσω εγώ και μου τα επιστρέφεις όποτε μπορέσεις!» πρότεινε αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Τα μάτια της Αγγελικής γέμισαν δάκρυα. Δάκρυα χαράς και λύπης και σιωπηλής ευγνωμοσύνης. Ευγνωμοσύνης για τούτη την άγνωστη γυναίκα, που έτσι απλά θέλησε να τη βοηθήσει. Ωστόσο...

«Σ’ ευχαριστώ, Κρίστη. Απ’ τα βάθη της καρδιάς μου σ’ ευχαριστώ, αλλά όχι, δε θα πάρω. Δεν μπορώ να ζω με δανεικά και τίποτα δεν μπορεί να με πείσει ότι θα βρω δουλειά σύντομα. Έπαψα να πιστεύω πια στα θαύματα».

«Καλώς!» απάντησε εκείνη μ’ ένα βλέμμα θλιμμένο, βαθιά θα έλεγε κανείς πονεμένο. Σα να μην ήθελε να την αφήσει εκείνη να ξεπέσει, ν’ αρχίσει το κορμί της να πουλά, κι ας η ίδια δήλωνε περήφανη γι’ αυτό που ήταν.

«Θα με βοηθήσεις, λοιπόν; Σε παρακαλώ..».

«Μπορώ να κάνω κι αλλιώς; Αλλά, η μικρή;»

«Σκέφτομαι να τη βάλω εσωτερική σε κάποιο σχολείο, όσο κι αν μου ραγίζει την καρδιά αυτό, μέχρι να ’ρθουν καλύτερες ημέρες».

«Σωστή η σκέψη σου. Όπως και να το κάνουμε, δεν είναι δα κι ο καλύτερος τόπος αυτός για να μεγαλώσει ένα παιδί -έκανε ένα γύρο με το κεφάλι διατρέχοντας το δωμάτιο- μέσα στην παρακμή».

«Δεν είναι…».

«Πες μου, σοβαρά τώρα, τι ξέρεις για τους άντρες;»

«Όχι και πολλά, για να ’μαι ειλικρινής. Ο πρώτος που γνώρισα ήταν ο καταραμένος ο άντρας μου, που πάντα με έπαιρνε με βία. Κι ο δεύτερος…».

«Σε βίασε!»

Τα έχασε. Έμεινε να κοιτά την άλλη γυναίκα μ’ ανοικτό το στόμα. Τη διάβασε! Πώς το έκανε αυτό; Πώς;

«Ναι. Πού…».

«Το διέκρινα στα μάτια σου, που ξεχειλίζουν από πόνο άφθονο και καμιά χαρά. Στα μάτια σου που λάμπουν μόνο όταν κοιτάς το κοριτσάκι σου. Πάντως για να πας μπροστά -όσο ειρωνικό και παράξενο κι αν σου ακούγεται αυτό- πρέπει να ξεχάσεις ό,τι ξέρεις. Και κυρίως, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, πρέπει να καταπνίξεις τους φόβους σου. Οι άντρες κάποιες φορές γίνονται χτήνη, αλλά κατά βάθος οι περισσότεροι απ’ αυτούς είν’ ακόμη παιδιά. Τους αρέσουν τα μεγάλα λόγια, το να πουλάνε μούρη, οι τσαμπουκάδες, αλλά την ίδια ώρα διψάνε και για λίγη κατανόηση, προπάντων τρυφερότητα, κάποια να τους αγκαλιάσει και να τους ακούσει».

«Μα…».

«Δεν έχει μα! Αυτή είναι η αλήθεια, απλά και ξάστερα. Κι αν θέλεις πραγματικά να μπεις σ’ ετούτο τον πανέμορφο, τον άθλιο κόσμο, πρέπει να συνηθίσεις στην ιδέα -όσο πιο νωρίς τόσο το καλύτερο- ότι είτε σου αρέσει είτε όχι, πρέπει να προσφέρεις, όποτε παραστεί η ανάγκη, μια κάποια παρηγοριά στον πελάτη, να του τονώνεις το ηθικό, ακόμη και να παριστάνεις ότι ζηλεύεις όταν πάει με άλλη γυναίκα».

«Και πώς να το κάνω αυτό; Δεν έχω ιδέα. Μια άσχετη είμαι. Μια άχρηστη…».

«Ω, έλα τώρα, μην αποπαίρνεις τον εαυτό σου, μην τον ρίχνεις. Εγώ, πώς έμαθα; Έτσι θα μάθεις κι εσύ. Με τον καιρό. Θα σε βοηθήσω όπως μπορώ. Αλλά, άκου τη συμβουλή μου, βάλ’ την καλά στο μυαλό σου, και δε θα χάσεις: Όλοι στο τέλος της ημέρας ζητάνε αγάπη. Δώσε όση μπορείς, κι ας είσαι και πουτάνα. Έτσι έρχεται η λύτρωση».

Έμεινε να την κοιτά για λίγο σιωπηλά. Την κοιτούσε κι εκείνη – έντονα, διαπεραστικά. Διάβαζε τα μάτια της, τα λίγο θλιμμένα, διέτρεχε από πάνω ως κάτω το κορμί της, το μελετούσε.

«Πρέπει ν’ αλλάξεις κάπως και την εμφάνισή σου», είπε, διακόπτοντας την ολιγόστιγμη σιωπή.

«Ν’ αλλάξω; Πώς; Τι;»

«Να φτιάξεις λίγο τα μαλλιά σου, να τα κόψεις μάλλον, να τα κοντύνεις, και ν’ αρχίσεις να φοράς και πιο ζωντανά χρώματα. Δεν αρέσει η μαυρίλα στους πελάτες. Αν τους άρεσε θα κάθονταν στο σπιτάκι τους, θρηνώντας για τις αξιολύπητες ζωές τους. Όσο πιο ζωντανή, όσο πιο όμορφη και κεφάτη δείχνεις, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία θα έχεις. Για δες με και μένα, μια γουρουνόφατσα είμαι, αλλά επειδή τους κάνω και περνάν καλά, όλοι γυρίζουν ξανά και ξανά κοντά μου».

Πήρε να γελά, να γελά ασυγκράτητα, με το δικό της τρόπο, τον εκκωφαντικό. Κι όσο έβλεπε την Αγγελική με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τόσο της ήταν αδύνατο να σταματήσει. Μέχρι που την παρέσυρε και κείνη και λες και πήρε φως η κάμαρα απ’ την ξαφνική χαρά. Πρώτη συνήλθε -όπως ήταν φυσικό άλλωστε- εκείνη, για να συνεχίσει την ανάκριση, για να μάθει ό,τι ήταν ανάγκη να ξέρει απ’ τη δασκάλα της.

«Και όταν είμαι μαζί τους, τι πρέπει να κάνω;»

«Να δείχνεις ότι νοιάζεσαι. Εκείνοι θα σου πουν τι θέλουν».

«Θα μου πουν;»

«Τουλάχιστον οι μεγαλύτεροι. Τα παιδαρέλια είν’ απ’ άλλο ανέκδοτο. Να έχεις ανοικτά τα μάτια, τα μυαλά και την καρδιά και όλα θα πάνε καλά. Στην αρχή θα δυσκολευτείς, αλλά σιγά-σιγά θα συνηθίσεις. Είδα πολλές σαν και σένα, αλλά όχι ακριβώς σαν και ελόγου σου».

«Τι εννοείς μ’ αυτό;»

«Ω, μην αναλύεις τα πράγματα. Απλά άσε τα να συμβούν».

Να τα αφήσει να συμβούν! Έκλεισε τα μάτια σφιχτά και προσπάθησε με πείσμα και επιμονή να φωτογραφίσει μέσα της στιγμές από το μέλλον, αλλά δεν τα κατάφερε. Οι σκέψεις της επέστρεφαν ξανά και ξανά στο παρελθόν, γίνονταν ερινύες που αλύπητα την τυραγνούσαν, που την ταξίδευαν στην οδύνη του χθες, που ακόμη έμοιαζε αβάστακτη. Ωστόσο:

«Θα τα καταφέρω!» ψιθύρισε μέσα της με πίστη.

«Θα τα καταφέρω!» είπε δυνατά κι αποφασιστικά.

«Σίγουρα θα τα καταφέρεις», δήλωσε απερίφραστα κι η Κρίστη, δίχως άλλο, για να της τονώσει το ηθικό. «Αποκλείεται να μην τα καταφέρεις». Αλλά, όσο και να το ήθελε, δεν ακουγόταν καθόλου πειστική.

Έμειναν για λίγες στιγμές σιωπηλές, μετρώντας λες η μια την άλλη, ψάχνοντας τα κοινά και τις διαφορές τους. Οι τελευταίες σίγουρα υπερτερούσαν, αλλά να, κάτι έμοιαζε να τις δένει, ένα νήμα μυστικό κι αξεδιάλυτο. Έμοιαζαν, μα ήταν τόσο διαφορετικές. Διέφεραν, μα ήταν τόσο ίδιες.

«Θα μπορούσες να είσαι κόρη μου».

«Θα χαιρόμουνα αν σ’ είχα μάνα, ειλικρινά. Κι όχι τόσο επειδή υπέφερα στα χέρια της νεκρής -άλλωστε την έχω πια συγχωρέσει- όσο γιατί από σένα θα μπορούσα να μάθω πολλά, να μάθω τη ζωή, που τώρα ξέρω στα σίγουρα, πώς εγκληματικά αγνοώ».

«Σα δασκάλα ακούγεσαι, μικρή».

«Δασκάλα. Το όνειρό μου!» ψιθύρισ’ εκείνη, κι άφησε ένα δάκρυ βουβό να κυλήσει σαν αμαρτία πικρή, χαράζοντας υγρό αλμυρό μονοπάτι στο μάγουλό της.

«Έλα τώρα. Μην αφήσεις τη ζωή να σε πάρει από κάτω. Όλα θα πάνε καλά, θα το δεις. Έχεις πολλή δύναμη κρυμμένη μέσα σου, απλά ακόμη δεν έχεις καταλάβει πόση. Αν ήξερες, αν καταλάβαινες, αν κάποτε το καταλάβεις, τότε θα μπορούσες... τότε θα μπορέσεις…».

Άφησε την πρόταση στη μέση. Παρασοβάρεψε το πράμα και δεν είχε καμία όρεξη για άλλες κουβέντες λυπημένες, για άλλα ανύπαρκτα δράματα. Χάιδεψε μονάχα το μάγουλο της μικρής, σκούπισε το μοναχικό της δάκρυ και της έσιαξε λίγο τα μαλλιά, που σύντομα θα άλλαζαν όψη, και βάζοντας τέλος στη συζήτηση είπε:

«Άκου, κορίτσι μου, άκου προσεκτικά τις συμβουλές ετούτης της γριάς κότας και θα πας μπροστά, θα προκόψεις. Θα γίνεις μια αγγελική πουτάνα».

Και πήρε και πάλι να γελάει.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.