Σέρλοκ και Αϊρίν, μεταμορφώσεων έναρξη. Sherlock ultimate, the Greek Scenario- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου


Πίσω στην οδό Μπέικερ 221 Β. Σε περιμένω. Πεινασμένος. Σ.Χ.
 
Γιατί δεν ερχόταν τους τελευταίους μήνες; Ο Χολμς αναρωτιόταν πολλές φορές αν την είχε  απογοητεύσει.  Αλλά όχι, ήταν δυνατή-  ήταν εκεί γιατί το ήθελε να είναι κι όχι απλά γιατί της το είχε ζητήσει εκείνος. Την είχε κάνει όμως να κλαίει από απελπισία. Οι άνθρωποι κάνουν χαζά πράγματα για να προστατευτούν από την απελπισία.
 
«Σκάσε πια!» διέταξε το μυαλό του.
 
Θα ερχόταν. Ίσως όχι σήμερα. Ίσως όχι αύριο. Αλλά θα ερχόταν τελικά. Θα ερχόταν για δείπνο. Δείπνο; Πειρατές της Καραϊβικής! Ήθελε πρωινό, δεκατιανό, μεσημεριανό, απογευματινό κι ό,τι άλλο σέρβιρε το κατάστημα. Τα πάντα.
Για τα πάντα, μπορούσε σίγουρα να περιμένει.

Μέσα άνοιξης με ένα καταχείμωνο στην πιο μνησίκακη έπαρσή του. Έξω χιόνιζε. Η Αϊρίν πέρασε το κατώφλι της οδού Μπέικερ 221Β ένα πολύ σκοτεινό πρωινό κι ο Σέρλοκ κατάλαβε αμέσως πως δεν ήταν η ίδια. Έμοιαζε λυγισμένη, κουρασμένη από κάποιο αβάσταχτο βάρος, κι όμως ομορφότερη και γλυκύτερη από ποτέ.
 
«Εγώ σου το έκανα αυτό;», αναρωτήθηκε από μέσα του.
 
-Αλλαγές, αλλαγές, τόσες πολλές αλλαγές.! Λιγότερο μακιγιάζ- βαρέθηκες πια το παιχνίδι, άλλαξες προτεραιότητες;  περισσότερα ρούχα- τι φοβάσαι, μην κρυώσεις;  Περίεργα διστακτική- κάτι κρύβεις. Κοντά μαλλιά- γιατί κοντά μαλλιά; Δε βγαίνεις έξω συχνά-  για τι σκατά κλείστηκες μέσα; Μαύροι κύκλοι- κοιμάσαι λίγο και ακατάστατες ώρες.
 
Της έβγαλε το παλτό και το κρέμασε δίπλα στην πόρτα.
 
Θεοί, περιφέρεια στήθους 33 ίντσες, αντί για 32; Μεγαλώνουν αυτά από μόνα τους; Αβέβαιη- πού πήγε η θεσπέσια υπεροψία σου; Τι στον κόσμο θα μπορούσε να σε αλλάξει έτσι; Αυτή η μυρωδιά! Πού την ξέρεις αυτή τη μυρωδιά; Θυμίζει Ρόζι. Σιτάρι, βρώμη; Βανίλια.- Βρεφική κρέμα!  
Πισωπάτησε από ένα αναπάντεχο σοκ. Ακούστηκε ειρωνικός χωρίς την πρόθεσή του.
 
«Συγχαρητήρια, αγόρι ή κορίτσι;»
 
Η Αϊρίν τον κοίταξε με βλέμμα δολοφονικό και του άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. 
Αυτό θα αφήσει σημάδι- δε σε νοιάζει που θα αφήσει σημάδι. Δε σε πειράζει να εκτεθείς. Ω, βούλωστο  πια, ηλίθιε! 
 
«Δεν είναι δική σου δουλειά», του απάντησε με κάπως περισσότερη επιθετικότητα από ότι έπρεπε.
 
Δεν είναι δική μου δουλειά; Φυσικά και δεν είναι δική μου δουλειά. -Δεν μπορεί να έχεις παιδί πάνω από τριών μηνών που τρώει ήδη παιδική κρέμα και να είναι δική μου δουλειά, δε βγαίνουν οι αριθμοί. –Ααααα! Ώστε αυτό έκανες τόσους μήνες που έλλειπες πριν. Πριν! Πριν από το- ουάου- τι- τέλειο- . Αλλά μετά, μετά ήρθες- μια χαρά. Άρα δεν είχες κάποιον να … Παιδί χωρίς πατέρα, λοιπόν- ήθελες να αντικαταστήσεις εμένα;- ω! κολακευμένος. Απίστευτα κολακευμένος. Γι αυτό σταμάτησες να έρχεσαι στο νοσοκομείο, για να μην εκτίθεσαι. Και σου πάει η μητρότητα, σου πάει απίστευτα. Αλλά γιατί η εξάντληση; Κάποιο πρόβλημα υπάρχει- κάτι που δεν είχες υπολογίσει. Σχετικό με το παιδί; Το πιθανότερο. Το παιδί έχει κάποιο πρόβλημα υγείας. Σοβαρό. Σκατά!  
 
Καθόταν και την κοίταγε χωρίς να λέει κουβέντα. Συνειδητοποίησε πως οι μυς του προσώπου του ήταν τόσο σφιγμένοι που θα πρέπει να έδειχνε  θυμωμένος. Ήταν θυμωμένος. Ένας θεός ήξερε πόσο θυμωμένος ήταν. Ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του, με όλο τον κόσμο. Αλλά όχι με εκείνη.
Έπιασε το παλτό της και γύρισε να φύγει αργά. Ο Χολμς καθόταν τώρα ακίνητος σαν παγόβουνο και την κοίταγε ανέκφραστος. Δεν καταδέχτηκε να του ρίξει ούτε καν ένα βλέμμα αποχωρισμού. Έφτασε στην πόρτα. Κατέβηκε το πρώτο σκαλί. 
 
Σύνελθε πια, σκατόμυαλε, δε θα την αφήσεις να φύγει για κανέναν λόγο.
Έκανε τέσσερα τεράστια, χορευτικά βήματα, φτάνοντας στην πόρτα. Πιάστηκε από το κούφωμα κι έγειρε μπροστά για να φτάσει να την αρπάξει από το μπράτσο.
 
«Έλα εδώ, πού νομίζεις ότι πας; Λες να μη γυρίσω τη γη ανάποδα για να σε βρω;», η φωνή του ήταν μακάρια και της  χαμογελούσε με διαβολική τρυφερότητα. 
 
«Όπως είσαι. Ό,τι είσαι. Όποιο μυστικό και να θέλεις να κρατήσεις δε σε κάνει λιγότερη για μένα. Λοιπόν, θα μείνεις, τι λες;»
 
Τον κοίταξε ζυγίζοντας τις πιθανότητες, εκείνη δυο σκαλιά κάτω, εκείνος σκυμμένος πίσω της. 
 
«Λέω ότι μου αρέσεις όταν τρέχεις πίσω μου να με πιάσεις», ακούστηκε σαν τον παλιό, καλό εαυτό της κι ανέβηκε πάλι στο διαμέρισμα.
 
Έκατσαν στον καναπέ με τρυφερή αμηχανία.
 
«Κοίταξέ μας και τους δύο. Κοίτα πώς καταντήσαμε τους εαυτούς μας», τον κοίταξε γέρνοντας το κεφάλι της στο πλάι.
 
Ο Σέρλοκ έσκυψε και τη φίλησε. Της είχε δώσει το ελεύθερο να τον φιλάει όποτε ήθελε αλλά ποτέ ως τώρα δεν το είχε κάνει με δική του πρωτοβουλία.
 
«Σου χρωστάω πάρα πολλά», ακούστηκε αστεία βραχνιασμένος.
 
«Μπα, το μόνο που μου χρωστάς είναι δείπνο», τον έπιασε απότομα από το γιακά, τραβώντας τον μαζί της πάνω στον καναπέ. 
 
Με μια κωμική, θεατρική πτώση κατάφεραν να βρεθούν κάτω από τον καναπέ, παρασέρνοντας μαζί τους το τραπεζάκι κι ότι υπήρχε πάνω του.
 
«Άουτς, αυτό πόνεσε», έτριψε το κεφάλι του ο Σέρλοκ.
 
«Όλα καλά, κυρία Χάτσον, δε χρειάζεται να ανέβεις», φώναξε δυνατά κι ύστερα πρόσθεσε χαμηλόφωνα «Πρέπει να μάθω να κλειδώνω αυτή την πόρτα».



Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.