Σέρλοκ, δεύρο έξω! Sherlock ultimate, the Greek scenario- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου



8 μήνες τώρα, ο Χολμς δεν είχε δείξει κανένα σημάδι βελτίωσης. Παρόλο που περιοδικά είχε κάποια εγκεφαλική δραστηριότητα, τον περισσότερο χρόνο παρέμενε απόλυτα αδρανής, στην ουσία φυτό. Ζούσε με μηχανική υποστήριξη, καθώς ο εγκέφαλός του δεν έδινε μακροπρόθεσμες σταθερές εντολές για καρδιακή και αναπνευστική λειτουργία. Βρισκόταν σε κάποιου είδους επιλεκτικό κώμα, που δεν έδειχνε να είναι, από ιατρικής πλευράς τουλάχιστο,  αναστρέψιμο. Η κοινή υπόθεση των γιατρών ήταν πως το κώμα είχε προκληθεί από τα φάρμακα και τον συνδυασμό τους και κανείς δεν μπορούσε να πει με σιγουριά αν αυτό θα ήταν μόνιμο. Το αν θα ξυπνούσε ποτέ ή όχι, ήταν στο χέρι του. Τους πρώτους 2 μήνες η Αϊρίν τον επισκεπτόταν αραιά, μόνο και μόνο για να φεύγει οικτρά πληγωμένη. Είχε αποτύχει, πίστευε. Ύστερα, σταμάτησε πια να έρχεται. Ο Τζον είχε πιάσει δουλειά στο νοσοκομείο, δίδασκε σαν αναπληρωτής λίγες ώρες την εβδομάδα. Αυτός και η  Μόλυ έρχονταν να τον δουν καθημερινά. Ο Μάικροφτ τον παρακολουθούσε συνεχώς από το γραφείο του, με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Κάθε δεύτερο Σάββατο ο Τζον έφερνε στο επισκεπτήριο τη Ρόζι. Κανείς δεν παρατήρησε πως οι περιοδικές εξάρσεις εγκεφαλικής δραστηριότητας ταυτίζονταν  πάντα με τις επισκέψεις της Ρόζι. Πάντα θα ανέβαινε στο κρεβάτι, θα ακουμπούσε τις μικρές τις παλάμες στους κροτάφους του και θα τον φιλούσε στο μέτωπο. Ύστερα το έκανε συνήθειο να κουλουριάζεται και να κοιμάται στην αγκαλιά του.

«Όχι ακόμα, θείε Σέρλοκ», μουρμούριζε κάθε φορά μισοκοιμισμένη.

Την προηγούμενη φορά ωστόσο ο Τζον την άκουσε καθαρά και ανατρίχιασε.

«Όπου να ναι, τώρα, θείε Σέρλοκ».

Όταν λοιπόν κάποιο απόγευμα λίγες μέρες μετά η τετράχρονη κόρη του τον κοίταξε σοβαρά και του είπε αυτολεξεί «πρέπει να δω τον Σέρλοκ Χολμς, τώρα», ο Τζον υπάκουσε και την πήγε στο νοσοκομείο. Ζήτησε ειδική άδεια  εκτός των ωρών επισκεπτηρίου για να μπουν στο δωμάτιό του.

«Μπορείς να ξυπνήσεις τώρα, θείε Σέρλοκ», τον φίλησε στο μέτωπο η Ρόζι κι ύστερα ζήτησε από τον μπαμπά της να πάνε να φάνε τούρτα.

7 ώρες περίπου αργότερα, λίγο πριν τις 2 τα ξημερώματα, ένα τηλεφώνημα από το νοσοκομείο τον ενημέρωσε πως ο Σέρλοκ Χολμς είχε ξυπνήσει.

Τον άφησαν να τον δει την επόμενη μέρα, στις τρεισήμισι το απόγευμα. Μόνο αυτόν και κανέναν άλλο. Όσο ήταν αναίσθητος, ακίνητος στο κρεβάτι, ο Χολμς φαινόταν αδύναμος, αλλά τώρα,  με τα μάτια του ανοιχτά και τους μυς του να τρέμουν από κόπο για την πιο μικρή κίνηση, φαινόταν πραγματικά εξαθλιωμένος. Τώρα φαινόταν το πόσο αδύνατος, πόσο χλωμός, πόσο κοντά στο θάνατο ήταν. Έμοιαζε σαν να του έλλειπε κάτι, αυτή η υπεροπτική ανεμελιά, ο παιδιάστικος σταρχιδισμός του, η αθωότητά του. Ο Τζον τον κοίταξε βλοσυρά.

«Καταντάει παρεξηγήσιμο πια, Σέρλοκ».

«Ποιος ήρθε»; Έκανε μια μικρή χαρακτηριστική γκριμάτσα απογοήτευσης σαν να περίμενε να ακούσει τη μεγαλύτερη βλακεία του κόσμου.

«Ξυπνάς από χειρουργείο και η πρώτη λέξη που λες είναι Μαίρη. Ξυπνάς από κώμα, και η πρώτη σου λέξη είναι… «Ρόζι»; Κάνε μου τη χάρη και βρες δική σου γυναίκα για την επόμενη φορά, έτσι»;
Ο Σέρλοκ γέλασε.
Πλησίασε, έσκυψε πάνω από το κρεβάτι του και με μια αμήχανη κίνηση τον αγκάλιασε απ τους ώμους.

«Θα σε αγκάλιαζα κι εγώ αλλά…», ανασήκωσε λίγο τα χέρια του, που ήταν συνδεμένα και τα δύο σε σωληνάκια, καλώδια κι ένα σωρό ιατρικά μαραφέτια.

«Νομίζω αυτό δεν το χουν βάλει καλά, ρίξε μια ματιά», του πρότεινε ξαφνικά το ένα χέρι.
Απροειδοποίητα άνοιξε η πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο μια νοσοκόμα.

«Κι εγώ σ αγαπώ, Τζον», είπε με βραχνή φωνή ο Σέρλοκ, κοιτώντας τον φίλο του κατάματα κι ύστερα γύρισε απότομα προς τη νοσοκόμα.

«Α! αδερφή Ρόμπερτς. Καλησπέρα! Τι είπαμε πριν για το να χτυπάμε την πόρτα;»

Η σκηνοθεσία ήταν τέλεια. Ο Τζον σκυμμένος πάνω από το προσκεφάλι του Σέρλοκ, με το μπράτσο περασμένο στους ώμους του πίσω από το λαιμό του, να τον αγκαλιάζει και να  του κρατάει το χέρι  πλησιάζοντάς το στο πρόσωπό του.  Η νοσοκόμα Ρόμπερτς άφησε ένα σαστισμένο επιφώνημα. Χτύπησε για λίγες στιγμές νευρικά το στυλό πάνω στο ντοσιέ της και γύρισε να φύγει. Ξαναγύρισε κοιτώντας ντροπιασμένη το πάτωμα.

«Συγγνώμη. Ε, να… θα σας αφήσω μόνους. Θα… θα περάσω σε λίγο», ξεροκατάπιε κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας.

Ο Τζον άφησε το χέρι του Σέρλοκ να πέσει στο κρεβάτι, και σηκώθηκε απότομα βάζοντας τα χέρια στη μέση του.  Τον κοίταξε στενεύοντας τα μάτια.

«Τι; Τι έκανα; Μα, δεν ήταν ενοχλητική;» απολογήθηκε ο Σέρλοκ ανοίγοντας τα μάτια του διάπλατα.

«Ξέρεις κάτι; Οκ. Λοιπόν χαίρομαι. Χαίρομαι για σένα. Χαίρομαι που συνήλθες και που έχεις κέφια και που είσαι πάλι ο παλιός ενοχλητικός εσύ», ανεβοκατέβασε αρκετές φορές το κεφάλι του για να τονίσει καταφατικά τα λόγια του.

Ευχαριστώ, Τζον, κι εγώ χαίρομαι που είμαι εγώ.

«Χαίρομαι γιατί όταν μπήκα πριν λίγο και σε είδα έμοιαζες να έχεις χάσει κάτι και φοβήθηκα.

Ναι, Τζον, παρθενιά το λένε, χαμογέλασε πονηρά.

Φοβήθηκα, Σέρλοκ. Φοβήθηκα πως δε θα σουν πια ο ίδιος, πως είχες κάνει κάτι ανεπανόρθωτο στον εαυτό σου, πως είχες καταστρέψει το μυαλό σου και τις ικανότητές σου. Αλλά είσαι μια χαρά, οκ, οπότε μπορώ να σου πω κι εγώ μερικά πραγματάκια που με ενοχλούν».

Ο Σέρλοκ κοίταξε το φίλο του άφωνος. Πήγε να ανοίξει το στόμα του.

«Α! α, περίμενε, φίλε. Θα με ακούσεις αυτή τη φορά, θες δε θες. Τι νόμιζες ότι έκανες, οχτώ μήνες πριν, τι;  Σε παράτησε; Σε βαρέθηκε, ε; κι ήταν πολύ λογικό κατά τη γνώμη σου να ρθεις εδώ  και να … να ξεκωλιαστείς στα ναρκωτικά. Γιατί; Για να την εκδικηθείς; Για να την ξεχάσεις;

Όχι, βέβαια. Για να την… χμ…

Νόμιζα πως ήσουν πια μεγαλύτερος από αυτό, Σέρλοκ. Πιο ώριμος. Εντάξει, μπορείς να το κάνεις αυτό σε εμένα. Σε εμάς. Τη Μόλυ, την κα Χάτσον, τον Λεστράντ. Να μας παρατάς όποτε σου καπνίσει και να κυνηγάς σαν τρελός την καταστροφή σου. Ξέρω πως έχεις μια αρρωστημένη ανάγκη για αυτό. Επιλέξαμε, επέλεξα να είμαι δίπλα σου και να είμαι φίλος σου ξέροντας πού μπλέκω. Αλλά η Ρόζι; Η Ρόζι δε σου φταίει σε τίποτα, Σέρλοκ. Να σε βλέπει οχτώ μήνες εκεί! Στο γαμημένο το κρεβάτι. Πεθαμένο.»

Γλυκιά μου Ρόζι!

Ο Τζον έσφιγγε τα δόντια του για να συγκρατηθεί, αλλά τελικά δυο δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του.

Τα έχεις καταλάβει όλα λάθος, καλέ μου Τζον. Ιδέα της Ρόζι ήταν όλο αυτό. Ήξερε, τα ήξερε όλα. Πώς μπορούσε να ξέρει; Πρέπει να μάθω, πρέπει να την ευχαριστήσω.

«Ω! Τζον», αναστέναξε ο Σέρλοκ δραματικά. «Θέλω να της ζητήσω συγγνώμη. Θέλω να της εξηγήσω. Πότε μπορείς να τη φέρεις;»

«Να της ζητήσεις συγγνώμη; Να τη φέρω; Δεν ακούς τι σου λέω, Σέρλοκ. Μας έχεις όλους να τρέχουμε γύρω σου σαν ερωτευμένα κουτάβια. Δεν θα αφήσω να κάνεις το ίδιο και στην κόρη μου. Έπρεπε να την έβλεπες, μόνο να την έβλεπες! Νόμιζε πως θα ξύπναγες αν σου το ζητούσε. Και στο ζήταγε κάθε φορά. Ανέβαινε και κοιμόταν στην αγκαλιά σου Σέρλοκ. Και δεν το αξίζεις αυτό. Ειλικρινά, δεν το αξίζεις».

Μία φορά μου το ζήτησε μόνο. Και το έκανα.
- «Μη φοβάσαι, θείε Σέρλοκ, θα σε ξυπνήσω εγώ».-
Καλέ μου Τζον, καλέ μου, αγαπημένε Τζον. Μπορείς άραγε να δεις τι είναι η κόρη σου; το έχεις υποψιαστεί, άραγε;


Ο Σέρλοκ είχε ενώσει τις παλάμες του κάτω από τη μύτη του και μουρμούραγε ακατάληπτα χαμένος στον κόσμο του.

«Έκανα λάθος πριν, Σέρλοκ. Τελικά όντως έχεις χάσει κάτι. Τα έχεις χάσει τελείως».

«Πιθανόν, Τζον, πιθανόν. Αλλά πάλι, πιθανόν και όχι».


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.