Υπέροχος ανάξιος εραστής. Sherlock ultimate, the Greek scenario- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου


Η τελευταία υπόθεση έδειχνε να έχει φτάσει σε αδιέξοδο. Ο Χολμς ήταν τόσο εκνευρισμένος που ακουγόταν λες και θα έσπαγε το πληκτρολόγιο του λάπτοπ με τις άκρες των δαχτύλων του. Ξαφνικά, σαν  συνεννοημένοι, σήκωσαν και οι δύο τα κεφάλια πάνω από τις αντικριστές οθόνες και κοιτάχτηκαν στα μάτια.
«Το παλιό αλεξικέραυνο», μουρμούρισε η Αϊρίν, κι ο Σέρλοκ πετάχτηκε από την καρέκλα σαν να τον είχε χτυπήσει ηλεκτροσόκ.
Σηκώθηκε κι εκείνη και τον πλησίασε αργά. Μουρμούρισαν μερικές ακατανόητες λέξεις, με την ένταση να κλιμακώνεται όλο και πιο ανησυχητικά στα πρόσωπά τους. Άρχισε να υποχωρεί πισωπατώντας κι εκείνη να τον πλησιάζει απειλητικά. Για μερικές στιγμές έμοιαζε σαν να χόρευαν κάποιο πολεμικό βαλς, μέχρι που ο προσφερόμενος διαθέσιμος χώρος τελείωσε και ο Σέρλοκ βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο.
«Φυσικά!» αναφώνησε εκστασιασμένος, πριν η Αϊρίν του κλείσει το στόμα με το δικό της.
Ακούστηκε ένας περίεργος ήχος, σαν βραχνό επιφώνημα οργής και ανυπομονησίας, χωρίς να μπορούν ούτε οι ίδιοι να διακρίνουν αν ήταν από τις δικές του ή από τις δικές της φωνητικές χορδές. Αμφισεξουαλικό ή τελείως ασεξουαλικό, σαν τους δυο τους. Το πολεμοχαρές βαλς άλλαξε κατεύθυνση και συνεχίστηκε τώρα προς την κρεβατοκάμαρα, χωρίς να απομακρυνθούν χιλιοστό ο ένας από τον άλλο. Εκείνη ακουμπούσε τις παλάμες τις στα πλευρά του, πάνω από το μαύρο του πουκάμισο, καθοδηγώντας την οπισθοχώρηση του. Εκείνος είχε τα χέρια ανοιχτά και μισοσηκωμένα έτοιμος να παραδοθεί. Δεν μπήκαν στη διαδικασία να βγάλουν ρούχα από πάνω τους, το ήξεραν καλά και οι δύο πως το έργο δε θα έφτανε μέχρι εκεί. Πήγε να κάνει στροφή για να την ξαπλώσει στο κρεβάτι του, αλλά του πίεσε τα πλευρά με δύναμη για να τον σταματήσει και ο πόλεμος άξαφνα σώπασε. Εκεχειρία.  
«Με βολεύει καλύτερα –από πάνω σου, θα έλεγε αλλά έκανε παύση ψάχνοντας τις κατάλληλες διακριτικές λέξεις- να ξαπλώσεις εσύ».
Υπάκουσε κοιτώντας την στα μάτια με διφορούμενη απόγνωση.  Σαν να έλεγε ταυτόχρονα «δεν αντέχω να ζω χωρίς εσένα» και «δεν αντέχω να ζω με εσένα». Οι κινήσεις τους τελετουργικές, ασφυκτικά γεμάτες με άρρωστο πάθος και τραγικό δισταγμό. Ξάπλωνε στον τάφο του. Εκείνη  ήταν το χώμα που θα τον σκέπαζε, η τελεία της ζωής του.  Απίστευτα προσεκτική, ευγενική, δεν ανάσαινε καν από φόβο πως η ανάσα της θα τον τρομοκρατούσε μέχρι θανάτου. Μόλις βρέθηκε πάνω του, άπλωσε το ένα της χέρι κι έπιασε τον καρπό του, έψαξε τις φλέβες του με τα δάχτυλα. Οι σφυγμοί του έκαναν πραγματική κούρσα ταχύτητας. Ήταν κάθιδρος τώρα και οι κόρες των ματιών του κόντευαν να καλύψουν σαν μαύρες απύθμενες δύνες  τις γκριζογάλανες θάλασσες γύρω τους. Σήκωσε το ελεύθερο χέρι του και άγγιξε το μάγουλό της με λυγισμένα, τρεμάμενα δάχτυλα. Έκανε κι εκείνη το ίδιο στο δικό του μάγουλο. Κατέβηκε στο λαιμό της, στον ώμο, στο μπράτσο της. Τον ακολούθησε σαν αντικατοπτρισμός σε καθρέφτη. Έσφιξε τη μέση της πάνω από το ύφασμα και ξεπερνώντας τα όρια της ελλειπούς του  ύπαρξης έβαλε το χέρι του κάτω από το φόρεμά της και τύλιξε με την παλάμη του το γυμνό μηρό της. Δε θα του ήταν δύσκολο, φυσικά, αν το μυαλό του ήταν απασχολημένο κάπου αλλού, αλλά εκείνη τη στιγμή το μυαλό του ήταν εξ ολοκλήρου μέσα της. Δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν έναν ξέπνοο στεναγμό, που βγήκε ταυτόχρονα απ τα πνευμόνια και των δύο. Ωστόσο σήμαινε εντελώς αντίθετα πράγματα για τον καθένα. Για εκείνον, ήταν το απώτατο όριο του τι άντεχε να κάνει. Για εκείνη, ήταν το απώτατο όριο του τι άντεχε να μην κάνει. Επέτρεψε στον εαυτό της μία και μόνη κίνηση λαχτάρας, γλιστρώντας τα δάχτυλά της κάτω από το τελευταίο κουμπί του πουκαμίσου του και ίσα μέχρι τη γραμμή του παντελονιού του.
«Σταμάτα να τον βασανίζεις», την συνέτισε η σκέψη της.
Αλλά το μαρτύριο ούτως ή άλλως είχε τελειώσει. Και για τους δύο. Σαν μαριονέτα που της έκοψαν απότομα τα σκοινιά, το χέρι του έπεσε στο στρώμα, τα μάτια του γύρισαν προς τα πάνω και έχασε τις αισθήσεις του από την αγωνία.
«Για όνομα του θεού, Χολμς, πώς έχεις καταφέρει να κάνεις τον εαυτό σου έτσι;»,  τον χάιδεψε στο κεφάλι με βλέμμα γεμάτο κατανόηση και τράβηξε τα βρεγμένα τσουλούφια από το μέτωπό του.
Ήταν άσπρος σαν τα σεντόνια και εντελώς παγωμένος, ωστόσο οι φλέβες στο λαιμό του πάλευαν τρέμοντας και λυσσομανώντας να βγουν έξω από το δέρμα του. 
«Είσαι η μεγαλύτερη και πιο συνειδητοποιημένη ντράμα κουήν στον κόσμο, κύριε Σέρλοκ Χολμς. Και είσαι μεγάλος μπελάς», μουρμούρισε καθώς  έβαζε κάτω από τη μύτη του το μπουκαλάκι με τον αιθέρα που είχε προνοήσει να φυτέψει στο κομοδίνο.
«Είμαι ένας αχρείος, μισός άνθρωπος», μουρμούρισε απολογητικά, μισανοίγοντας πρώτα το ένα κι ύστερα και το άλλο μάτι.
«Κι εσύ είσαι εκπληκτική. Το αλεξικέραυνο, λοιπόν», τράβηξε το μυαλό του μακριά από τα επικίνδυνα μονοπάτια και αφέθηκε στις στοργικές περιποιήσεις της.
«Αν δε μου άρεσες τόσο πολύ θα σε έπνιγα με τα ίδια μου τα χέρια», άδραξε την ευκαιρία η γυναίκα και του έκλεισε το μάτι συνωμοτικά.  
Έπνιξε κι αυτός ένα γέλιο στο λαρύγγι του για να την αφήσει να έχει- δικαίως- τον τελευταίο λόγο.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.