Μια αληθινή ιστορία - του Κώστα Γραμματικάκη



Το τρεχαντήρι του περνούσε τις τελευταίες του ημέρες πριν να δοθεί (δωρεάν) στον καινούριο του ιδιοκτήτη. Το πήρε λοιπόν και μαζί με τον σύντροφό του αποφάσισε να πάνε μια βόλτα, υποτίθεται για να ψαρέψουν.

Ανοιχτήκανε λοιπόν από το λιμάνι, αμολήσανε μια χοντρή συρτή και καθισμένοι στο πουγγί της πρύμνης αργόπλεαν τραβώντας την πίσω τους.

Φυσικά τίποτα δεν τσιμπούσε κι έτσι το 'ριξαν στη σαχλαμαροκουβέντα, που αρκετές φορές τους έφερνε γέλιο.

Ξαφνικά κι ενώ βρισκόταν στα μισά του δρόμου περίπου, η συρτή* τέντωσε σε τέτοιο σημείο, που παραλίγο να κόψει το χέρι που την κρατούσε.

Ο σύντροφός του, του έφερε σ' ένα δεπτερόλεπτο μια πετσέτα βρεγμένη στη θάλασσα και μ' αυτήν πια κρατούσε την μεχίνα* χωρίς να κινδυνεύουν τα χέρια του. To ψάρι προφανώς ήταν μεγάλο, γιατί αν του 'παιρνε εκείνος μια χεριά, έπαιρνε δέκα εκείνο.

Δυο, ή και τρεις ώρες βάσταξε η μάχη. Τώρα τα πράγματα είχαν αντιστραφεί. Δέκα χεριές έπαιρνε αυτός, μια το ψάρι, μέχρις ότου μισοσκασμένο, ήρθε και ακούμπησε στα ίσαλα του τρεχαντηριού. Ήταν ένας τεράστιος ξιφίας, που τώρα ίσα ίσα κουνιόταν απ' το απαλό κυματάκι της θάλασσας.

Ήταν λεβέντης κι όμορφος! Έτσι η πρώτη κουβέντα που αντάλλαξαν ο «καπετάνιος» και ο σύντροφός του ήταν:
- Συμφωνείς;
- Και βέβαια συμφωνώ! Τι να τον κάνομε; Να τον δώσομε να τον φάνε οι κοιλαράδες; Και βέβαια όχι!

Έσκυψε λοιπόν ο «καπετάνιος» από την κουπαστή, έπιασε το ρύγχος του ψαριού και με πολλή προσοχή έβγαλε την σαλαγγιά που το είχε καρφώσει. Στη συνέχεια έβαλαν το τρεχαντήρι να πλέει σιγά σιγά, γύρισαν το ψάρι προς την πλώρη και το κρατούσαν και με τα τέσσερα χέρια τους.

Για μισή ώρα ο ξιφίας δεν έδινε σημεία ζωής. Έπειτα άρχισε να τρέμει και εντελώς ξαφνικά χτύπησε την ουρά του και βούτυξε προς τα βαθιά, με τους ψαράδες να ουρλιάζουν από τη χαρά τους. Έβαλαν την μηχανή του καϊκιού μπροστά και το τρεχαντήρι φαινόταν κι αυτό ενθουσιασμένο για την απόφασή τους να σώσουν το γενναίο ψάρι.

Πλησίαζαν πια προς το λιμάνι του Ηρακλείου κι οι δυο τους ακόμη γελούσαν! Τότε μπλάβησε για μισό δεπτερόλεπτο η πλώρη, καθώς ο ξιφίας «τους» περνούσε από μπροστά της. Απομακρύνθηκε και τον είδαν να πηδά δύο και τρεις φορές έξω από τη θάλασσα.

-Μας ευχαριστεί!, είπε ο γέρος στον σύντροφό του, που έστελνε φιλιά και με τα δυο του χέρια στο ψάρι, που χάθηκε πια στα βαθιά.

Κώστας Γραμματικάκης 

συρτή*  ψαράδικο εργαλείο που σέρνεται πίσω από το καΐκι για να πιάνει κυνηγόψαρα.
μεχίνα*  η «μεσινέζα» όπως τη λέτε, ή αλλιώς η «πετονιά»
μπλάβησε* έγινε μπλε

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.