Με πειραματίζομαι I - Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου


Με πειραματίζομαι Ι

Οι αντιδράσεις που προκαλεί μια αλληλουχία λέξεων, ένας λόγος, ένα γραπτό κείμενο, ένα ποίημα,  είναι οι δείκτες του κατά πόσον αυτή η αλληλουχία «βγάζει νόημα», άσχετα από το αν πραγματικά περιέχει. Και φυσικά αντιδράσεις δεν εννοώ μόνο τις θετικές. Αντιδράσεις είναι και τα ουαί.
 
«Ο μπλε ήλιος κέρασε χαρά την πορτοκαλιά». Ορίστε; Τι πάει να πει αυτό, κατάλαβε κανείς; Όσο κάτι παραμένει στα όρια του ανόητου, κανείς δε θα μπει στον κόπο να διαφωνήσει ή να συμφωνήσει μαζί του, τουλάχιστο όσο το παίρνει σαν δήλωση διατυπωμένη μέσα σε λογικό πλαίσιο. Μπορείς να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις με το «η νύχτα ήταν φωτεινή», αλλά όχι με το «η νύχτα ήταν κάτασπρη». Αν ωστόσο κάποιος το κάνει, αν αντιδράσει σε αυτό, είτε θετικά είτε αρνητικά, του προσδίδει ένα νόημα αυτόματα, μετατρέποντάς το  από πραγματική δήλωση σε φανταστική. Επίσης επιδεικνύει μεγάλη οικειότητα,  πάλι πραγματική ή φανταστική,  προς τον δημιουργό αυτής της αλληλουχίας λέξεων. Κάτι σαν «οκ, εγώ σε πιάνω, κατάλαβα τι εννοείς, οι υπόλοιποι είναι βόδια». 
Η ποίηση πολλές φορές ξεκινάει από αυτή τη βάση, μετατρέποντας το ανόητο σε κάτι που έχει νόημα, απευθυνόμενη σε άτομα που θα βάλουν το δικό τους νόημα μέσα στις λέξεις. Κοινώς «ψάρεμα» ή αλλιώς «καμάκι». Δεν είναι τόσο κουφό όσο ακούγεται, απλή ψυχολογία, μπορείς να το πεις και τεστάκι αυτοψυχανάλυσης.

Στον αντίποδα, ένας ποιητής μπορεί να γράψει κάτι εντελώς ανόητο, καταφέρνοντας ωστόσο να μεταφέρει στον αναγνώστη ακριβώς αυτό που φευγαλέα εννοεί εκείνη τη στιγμή. Α, εκεί τα πράγματα γίνονται πιο «πικάντικα». Εκεί ανοίγει διάπλατα τα πόδια- συγνώμη, το μυαλό ήθελα να πω, και αφήνει τον αναγνώστη να «πάρει μάτι» στο εσωτερικό του νοητικό πλαίσιο. Τσόντα δηλαδή, ας μη μασάμε τα λόγια μας.  Αυτό κι αν είναι απότομη υπερβολική οικειότητα. Από αυτή πηγάζει άλλωστε και η συγκίνηση. Συν- κίνηση, έτσι; (σ.τ.σ. κουνιούνται οι βάρκες; )

Συμπέρασμα; Κανένα. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι αυτή τη στιγμή. Αλλά μου ήρθε έμπνευση, για μισό…

Έχω υπάρξει και Ιούδας και Χριστός
Αν και παράδοξο ταυτόχρονα τα δύο
Φωτιά και λαίλαπα που έλιωσε βουνό
Κι όμως σ αφήνει να πεθάνεις απ το κρύο
Είμαι αμνός που κατασπάραξε σκυλιά
Σαπρό σκουλήκι που του φύτρωσε ένα μήλο
Το νυχτολούλουδο που άλλαξε σκοπιά
Και πια ανθίζει μοναχά κάτω απ τον ήλιο
Είμαι σπαθί που θα ακουμπούσες σε παιδί
Διαμάντι που χεις πεταμένο στα σκουπίδια
Μα τι στα λέω; Ψάχνω απλά μιαν αφορμή
Να αναμασάω όλο τα ίδια και τα ίδια
Σφαίρα που πέρασε απ το στόχο της ξυστά
Άστρο που έσβησε προτού καλά φωτίσει
Βάρος αβάσταχτο που σου δωσε φτερά
Και ένας ήλιος που ανέτειλε απ τη δύση
Ό,τι κι αν είμαι έχω υπάρξει για κακό
Γελοία φάρσα που κορόιδεψε το σύμπαν
Εξορκιστής κι ο άγριος δαίμονας μαζί
Πηγαίος κώδικας που στέρεψε- ως είπαν.

Οκ, ώρα να τελειώσει το πείραμα, ραντεβού στην επόμενη πτήση- ή πτώση.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, 2 Ιουλίου 2018
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.