Η ψυχή και η ελπίδα - Του Λάκη Φουρουκλά



Πάντα φανταζόταν τον εαυτό της σα νεράιδα
σα μια φιγούρα εξωτική και πάντοτε έτσι ντύνονταν,
μια μορφή λες βγαλμένη από ένα παραμύθι, κάποιο μύθο παλιό αλλά στο
πέρας του χρόνου διόλου ξεχασμένο,
ένα μύθο που της έδινε υπόσταση, ζωή, που την έκανε αυτό ακριβώς που ήταν.
Της άρεσε πολύ ο εαυτός της της Λεύκης, της άρεσε και της αρέσει ακόμη,
της άρεσε επειδή ήτανε διαφορετικός,
τον αγαπούσε και τον αγαπά με μια αγάπη όχι ναρκισσιστική,
αλλά βγαλμένη απ’ την πηγή της αυτογνωσίας.
Ήταν και είναι δοσμένη ψυχή και σώμα σ’ ένα όνειρο
που οι άλλοι αδυνατούν να ιδούν, που δεν έχουν την ψυχή για να το ζήσουν.
Το ξέρει… Το ξέρει πώς κάποιοι πίσω απ’ την πλάτη της την κοροϊδεύουν,
την αποκαλούν αλαφροΐσκιωτη, τρελή κι αλλοπαρμένη,
αλλά αυτό καθόλου δεν την ενοχλεί.
Εξάλλου τι γνωρίζουν αυτοί; Τι ξέρουν για την ψυχή της;
Τίποτα, ουδέν, απολύτως τίποτα.
Κανείς δεν μπορεί να διακρίνει μέσα απ’ της γκρίζας πραγματικότητας τους φακούς
της Λεύκης το αμόλυντο λευκό και γι’ αυτό λίγο τους λυπάται.
Τους λυπάται για το περιορισμένο της όρασης, μα πιο πολύ της αντίληψής τους.
Τους λυπάται για τις αιώνιες διαμάχες τους με τους άλλους,
που δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό.
Τους λυπάται που πνιγμένοι καθώς είναι σε χρονοβόρες ασημαντότητες δε βρίσκουν
μια στιγμή για να κοιτάξουν μέσα τους βαθιά και ν’ ανακαλύψουν τις δικές τους αλήθειες.
Τι να τους πει, όμως, τι; Πώς να τους βοηθήσει ν’ αλλάξουν;
Πώς να τους μιλήσει για τη μαγεία της ύπαρξης
και να μην τη φιλοδωρήσουν με την κακία τους;
Δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Δεν μπορεί.
Το μόνο που της επιτρέπουν οι δυνάμεις της να κάνει
είναι να εξακολουθήσει μόνη και γαλήνια να πορεύεται στην πλάση ετούτη,
χαρίζοντας ζωής φως και μια μικρή παρηγοριά
σε όσους τη χρειάζονται αληθινά, στης οικουμένης τους κατατρεγμένους,
στους στρατιώτες-πιόνια στα πεδία μαχών του παραλόγου,
στα παιδιά που είχαν την κακή τύχη να γεννηθούν
κάτω από άλλους, πιο άκαρδους ουρανούς,
και που το μοναδικό τους αγαθό είναι η λέξη ελπίδα.
Να, έτσι θα συνεχίσει να πορεύεται η καλή Λεύκη,
μέχρι που -κάποια μέρα- η μαυρίλα των μοντέρνων καιρών κι αυτήν θα καταβάλει
κι η ομορφιά, εκείνη που από πάντα χάριζε θα λάβει τελευταίον ασπασμό,
και θα σβήσει στα πέρατα του κόσμου,
σαν ένα φέγγισμα σελήνης θα χαθεί.

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.