Ο Επόμενος...



Μπήκε στο λεωφορείο για να πάει στη δουλειά του. Μόλις κάθισε κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα ήταν οχτώ παρά τέταρτο. Όπως κάθε μέρα, χρόνια τώρα. Όπως κάθε μέρα. Κούνησε το κεφάλι του και προσπάθησε να απασχοληθεί με κάτι άλλο. Έριξε μια ματιά από το παράθυρο και είδε ένα φωτεινό σηματοδότη ριγμένο κάτω από ένα φορτηγό και γύρω μαζεμένο κόσμο. Τον τελευταίο καιρό αυτό το κάθε μέρα τού είχε γίνει έμμονη ιδέα. 
– Και πενηνταράκια παρακαλώ, είπε τώρα ο εισπράκτορας. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε πρώτα ένα δίφραγκο. Ύστερα συμπλήρωσε με το πενηνταράκι.
 – Και τι σου είπε ο γιατρός γι’ αυτήν την ισχιαλγία;
– Τι να μου πει; Απατεώνες είναι όλοι τους. Ο κόσμος σήμερα μόνο για τα λεφτά ενδιαφέρεται. Μου έγραψε ένα καινούριο φάρμακο. Ξέρεις, από αυτά που τα γράφουν και ύστερα πάνε στις εταιρείες με το συνταγολόγιο στο χέρι και εισπράττουν προμήθεια...
 – Προμήθεια; Τι μου λες;
– Και προμήθεια και ταξιδάκια στο εξωτερικό δήθεν για συνέδρια. Ξέρω εγώ που σου μιλάω. Έχω τις άκρες μου εγώ!
Γύρισε και τους κοίταξε: Ο ένας ήταν αδύνατος με μουστακάκι επιτρόπου συνοικιακής εκκλησίας, ο άλλος φαλακρός με πρόσωπο παχουλό, κατακόκκινο, αγαθό. Το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια διαφημιστική πινακίδα που ήταν στερεωμένη απέναντί του, μέσα στο όχημα: 

                                          ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑ Χ. ΤΣΟΥΡΟΥΛΗ 
                                      100% ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΕΙΣ ΤΑΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 

Δίπλα, άλλη πινακίδα:


                                  ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΦΥΣΙΚΟΘΕΡΑΠΕΙΑΣ «Η ΥΓΕΙΑ» 
                                ΘΕΡΑΠΕΥΣΑΤΕ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑΝ, ΚΙΡΣΟΥΣ Κ.ΛΠ. 
                                              ΕΙΔΙΚΟΤΗΣ ΜΑΣ: ΑΙ ΓΑΜΠΑΙ 

Το ρολόι του έδειχνε τώρα οχτώ παρά δέκα.
– Και της πήρε δάσκαλο για το σπίτι. Καλέ αυτή θα ριχτεί και στον δάσκαλο!
 – Εγώ, αν είχα τέτοια κόρη, θα την πάντρευα το γρηγορότερο. Τα ξέρω καλά εγώ αυτά τα ξαναμμένα θηλυκά... Αλλά έννοια σου. «Ό,τι σκατά και το φτυάρι
 Κάθονταν απέναντί του. Δυο γεροντοκόρες. Ήταν ιδρωμένες, και οι μπογιές από το μακιγιάζ τους έτρεχαν σε ρυάκια στο πρόσωπό τους. Κοίταξε πάνω από τις κυρίες και το μάτι του έπεσε στην πινακίδα:

                                        ΜΗΝ ΟΜΙΛΕΙΤΕ ΕΙΣ ΤΟΝ ΟΔΗΓΟΝ

Ύστερα κοίταξε έξω. Όλο τα ίδια και τα ίδια: Ο κινηματογράφος ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ, τα στεγνοκαθαριστήρια Ο ΚΥΚΝΟΣ, η έκθεση αυτοκινήτων ΤΟ ΟΚΑΖΙΟΝ. Τα ίδια πράγματα, πράγματα που γέμιζαν την άδεια του ζωή και έφευγαν προς τα πίσω, καθώς αυτός προχωρούσε. Το λεωφορείο τώρα σταμάτησε σε κάποια στάση. Την προσοχή του απέσπασε μια αφίσα. Τη διάβασε λαίμαργα. Ήταν κάτι το καινούριο. Ήταν κάτι που δεν υπήρχε χτες:  

                                   ΤΣΑΪ  ΠΙΝΑΚΛ ΤΩΝ «ΦΙΛΩΝ ΤΩΝ ΖΩΩΝ» 
                                        ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟΝ «ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΙΚΟΝ» 
                               ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ 
                                              ΑΠΟ ΤΑΣ ΤΡΟΦΙΜΟΥΣ ΤΗΣ 
                                         «ΣΤΕΓΗΣ ΟΡΦΑΝΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ» 
                                                  ΣΑΒΒΑΤΟ 4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
   
Ύστερα βάλθηκε να παρατηρεί τους αριθμούς των αυτοκινήτων που προσπερνούσαν το λεωφορείο: 215816... 92700... 432850... Βρε πού έφτασαν τα αυτοκίνητα, σκέφτηκε, τετρακόσιες χιλιάδες! Κοίταξε πάλι το ρολόι του. Η ώρα ήταν οχτώ παρά τέσσερα... Προσπάθησε να σκεφτεί τη δουλειά του: Πρέπει να φροντίσω για την παραγγελία του Φραγκιά σήμερα. Είναι 28 ­Ιουλίου. Πάλι σκέφτηκε τον εαυτό του. Δεν μπορούσε σήμερα να συγκεντρωθεί σε άλλα πράγματα. Σκέφτηκε πως πάντα ήξερε τις ημερομηνίες, τις μέρες, την ώρα. Πόσο θα ήθελε να μη γνωρίζει τίποτα απ’ όλα τούτα. Να μπορεί να ρωτάει τους άλλους: «Τι μέρα έχουμε σήμερα;» Παρατήρησε πάλι τους ανθρώπους μέσα στο λεωφορείο: Τον αδύνατο με το μουστακάκι επιτρόπου εκκλησίας, τον παχουλό με το αγαθό πρόσωπο, τις γεροντοκόρες, τον εισπράκτορα που μετρούσε δεκάρες, τον διπλανό του κύριο που είχε βυθιστεί σε ένα λαβύρινθο λογαριασμών στο πίσω μέρος του πακέτου από τα τσιγάρα του, ένα νεαρό με πολλά μαλλιά και ξαναμμένο ύφος, μια γυναίκα έγκυο, που με τη χαρακτηριστική παθητική έκφραση των εγκύων χάζευε μια διαφήμιση παιδικών τροφών. Κοίταξε τις πινακίδες του φροντιστηρίου, του φυσικοθεραπευτηρίου, κοίταξε το απαγορεύεται το καπνίζειν και το θέσεις δύο για αναπήρους, ιερωμένους κ.λπ. Και ξαφνικά σκέφτηκε πως όλοι τούτοι οι άνθρωποι είναι λογικοί, πως όλες τούτες οι πινακίδες είναι λογικές, πως όλος ο κόσμος – ο κόσμος μας – είναι λογικός και πως αυτός είναι ο παράλογος. Κάτι χειρότερο: Πως έχει αρχίσει να σαλεύει... Άνοιξε μηχανικά την εφημερίδα που είχε αγοράσει από το περίπτερο της στάσης, όπως κάθε μέρα. Έφυγε από τα μεγάλα γεγονότα και έφτασε στις μικρές αγγελίες. Εκεί ήταν που είδε τη διαφήμιση που την είχαν βάλει μέσα σε πλαίσιο για να είναι πιο χτυπητή:

                                ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ΜΠΑΡΤΖΩΚΑΣ 
                              ΝΕΥΡΟΛΟΓΟΣ – ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ (Ειδικευθείς εν Σουηδία) 
                                    ΟΔΟΣ ΗΡΩΩΝ 8 ΔΕΧΕΤΑΙ: 8-12 π.μ. και 6-9 μ.μ. 

Ήταν κι άλλοι που περίμεναν στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου. Ήταν ένας μεσόκοπος που ολοένα το πρόσωπό του συσπαζόταν από νευρικό τικ. Ήταν μια επαρχιώτισσα που  ολοένα έκλαιγε. Ήταν ένας μελαγχολικός νέος που κοίταζε κατευθείαν μπροστά του χωρίς να κοιτάει τίποτε το συγκεκριμένο. Ήταν ένα γεροντάκι που είχε τα μάτια του κλειστά. Στα χέρια του κρατούσε σφιχτά ένα βιβλίο: "Η συμβολή της ενασκήσεως της κηπουρικής εις την διατήρησιν της ψυχικής ηρεμίας". Στο πέτο του σακακιού του είχε καρφιτσωμένη κάποια απροσδιόριστη κονκάρδα. Ήταν ακόμα και ένα παιδάκι που η γλώσσα του κρεμόταν μέχρι το σαγόνι του. Και ανάμεσά τους κι αυτός... 
Κάποτε βγήκε ο γιατρός από μια συρόμενη τζαμένια πόρτα κι έφερε ένα γύρω στην αίθουσα αναμονής. Τα μάτια του γιατρού γυάλιζαν παράξενα. Στα χέρια του κρατούσε ένα παιδικό παιχνίδι που το κούρντιζε με νευρικές κινήσεις. 

– Ο επόμενος. Να περάσει ο επόμενος... Ο επόμενος παρακαλώ. Ο επόμενος... Ο επόμενος...

Δημήτρης Μπούκουρας
Από τα Σκόρπια κι Άτακτα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.