Το Χάρτινο καραβάκι



Εκείνο το απόγευμα τον βρήκε να κάθεται στο παγκάκι της παραλίας στον Άλιμο. Είχε έρθει εδώ για να ταχτοποιήσει τις σκέψεις του. Μόλις χτες το εργοστάσιο που μέσα του είχε φάει τα καλύτερά του χρόνια έκλεισε χτυπημένο από την αδυσώπητη κρίση που είχε ξεσπάσει στη χώρα εδώ και τρία χρόνια. Κάθε μέρα στρατιές ανέργων έρχονταν να προστεθούν στους παλιότερους. Έτσι ήρθε και η σειρά του. Τώρα πια, σε ηλικία 50 και βάλε χρόνων, μια νέα δουλειά φάνταζε από δύσκολη ως ακατόρθωτη. 

– Έλα, Γιαννάκη! Κοίτα! Το καραβάκι σου είναι έτοιμο.
– Και τι να το κάνω εγώ το χάρτινο το καραβάκι;
–Τι να το κάνεις; Ρίξ ’το μέσα στη θάλασσα να σε ταξιδέψει όπου εσύ θέλεις.
– Και πώς να το ρίξω στη θάλασσα, βρε γιαγιά; Εσύ δεν μου λες κάθε τόσο να μην πετάω στη θάλασσα χαρτιά;
– Αυτό δεν είναι απλό χαρτί. Αυτό είναι το καραβάκι των ονείρων σου. Σε πάει παντού. Μόνο σκέψου μια χώρα και θα σε πάρει μαζί του.
– Όταν λες παντού, μπορεί δηλαδή να με πάει και στον Βόρειο Πόλο; Μπορεί και σ’ αυτούς τους μεγάλους καταρράκτες στην Αφρική, αυτούς που είδα προχτές στην τηλεόραση;
– Όπου θες, σου είπα. Φτάνει να το πιστέψεις. 

Έσκυψε και τους κοίταξε. Η γιαγιά με τον εγγονό. Του είχε φτιάξει μια χάρτινη βαρκούλα και είχε ακολουθήσει ο διάλογος που άκουσε αναγκαστικά, αφού βρίσκονταν ακριβώς από κάτω του, στην αμμουδιά. Σε πάει παντού... μόνο σκέψου μια χώρα και θα σε πάρει μαζί του. Στον νου του έφερε το δικό του καραβάκι, τότε που το πρωτόριξε στη θάλασσα. Τότε που τα όνειρά του ήσαν μπροστά του ολόιδια φωτιά που τον έκαιγε. Κι όμως το καραβάκι του  ποτέ δεν τον πήγε πουθενά. Είχε ρίξει την άγκυρά του στα βαλτωμένα νερά της καθημερινότητας. Και μετά από τόσα χρόνια ασάλευτης ζωής ήρθε τώρα πια η ώρα του να βουλιάξει.

– Γιαγιά, μπορεί να με πάει και στη Βραζιλία; επέμεινε τώρα το αγοράκι και συνέχισε και με άλλους τόπους μακρινούς, μυθικούς και απροσπέλαστους.

 Και τότε αυτός έβαλε το χέρι του στην τσέπη του σακακιού του και έβγαλε από μέσα το χαρτί της απόλυσής του. Το δίπλωσε, το ξαναδίπλωσε και το χάρτινο το καραβάκι ήταν έτοιμο. Ήταν το καραβάκι των νέων ονείρων του. Αμέσως σκέφτηκε μια χώρα που από μικρός ονειρευόταν να πάει. Πέταξε το χάρτινο καραβάκι του στη θάλασσα: 

«Φεύγω... φεύγω για την Παταγονία!», φώναξε με όσο πιο δυνατή φωνή θα μπορούσε να βγάλει από τα πνευμόνια του.

Δημήτρης Μπούκουρας

Από τα Σκόρπια κι άταχτα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.