Ο αληθινός - Του Λάκη Φουρουκλά



Τρελός; Όχι! Αληθινός. Η συνείδησή μας. Ένας άντρας που είχε μείνει παιδί, κάποιος που δεν έχασε ποτέ την αθωότητά του. Δυσλεκτικός, με αργές στροφές, αλλά δουλευταράς και πάντα χαμογελαστός. Αυτός ήταν ο Πετρής.

Όσο ήταν μικρός κάποιοι τον απέφευγαν, αλλά όταν μεγάλωσε όλοι τον αγάπησαν. Ήταν τόσο άκακος, και τόσο ονειροπαρμένος. Κάθε απόγιομα όταν μαζεύονταν όλοι οι σερνικοί στον καφενέ πήγαινε κι εκείνος για να τους πει σιγά σιγά τις ιστορίες του, να τους αφηγηθεί τα όνειρά του.

Τον ακούγανε με προσοχή οι χωριανοί αφού όλο για πράματα θαμαστά τους εμιλούσε. Τη μια τους έλεε ότι μια μέρα θα πετάξει -το είδε στο όνειρό του- την άλλη προέβλεπε τον καιρό και δεν έπεφτε έξω, κάποτε τους μίλαε και για γυναίκες απ’ το παρελθόν που τον επισκέπτονταν καθώς κοιμόνταν.

Φυσικά, κανείς δεν πίστευε όλα όσα έλεε εκτός απ’ τα αποδεδειγμένα. Αλλά, εκείνον δεν τον ένοιαζε, φτάνει που τον άκουαν και τον αγαπούσαν. Αγαπούσε πολύ την αγάπη. Κι όταν κανείς τον ρώταε τι κάνει, «αγαπώ» απαντούσε και φωτίζονταν το αθώο του πρόσωπο μ’ ένα χαμόγελο.

Πού και πού όμως δημιουργούσε και μικρά προβλήματα. Δεν μπορούσε αυτός να καταλάβει ότι πέρα απ’ την αλήθεια υπάρχει και το ψέμα, κι έτσι, ό,τι άκουε το μετέφερε κι αλλού, τόσο απλά. Γι’ αυτόν δεν υπήρχαν μυστικά, ούτε και υποκρισία. Ήταν αληθινός, όπως έλεε η Ελένη. Ο μοναδικός απόλυτα αληθινός άνθρωπος που είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε.

Μα, δεν τον αγαπούσαν μοναχά οι άνθρωποι, αλλά και τα ζώα και τα πουλιά. Λες και ήξερε τη μυστική τους γλώσσα. Όπου κι αν βρίσκονταν πάντα κάποια ζώα ή πουλιά μαζεύονταν κοντά του. Τα χάιδευε όλα κι ημέρευαν, και τον υπάκουαν. Πιότερο αγαπούσε τα πουλιά κι όλο τους υπόσχονταν πως κάποια μέρα σύντομα μαζί τους θα φτερούγιζε ψηλά στον ουρανό.

Ήταν αστείο να βλέπεις έναν τέτοιο γίγαντα σαν τον Πετρή να παίζει μες τις λάσπες με τα ζα και να κάνει όνειρα τρελά, αλλά να -πώς να το πω;- κάπου νιώθαμε να φουντώνει μέσα μας η ζήλια. Τον ζηλεύομε για την καλοσύνη του, για την αγάπη που χύνονταν άφθονη απ' την ύπαρξή του, για τον τρόπο που έβλεπε τη ζωή, για τη χαρά του. Ω, ατέλειωτη ήταν η χαρά του. Χαιρόταν επειδή ζούσε, επειδή περπατούσε, επειδή υπήρχε ο ήλιος, το φεγγάρι, επειδή η φύση ήταν τόσο ζωντανή, επειδή…

Εμείς, μες τα πρέπει και τις σκοτούρες μας πώς να τον μιμηθούμε;

Με τον καιρό το πρόσωπό του άρχισε να παίρνει μια λάμψη απόκοσμη, λες κι απόκτησε την απόλυτη σοφία, κι ας μην πάτησε ποτέ του στο σκολειό. Ήταν τόσο ήρεμος που σου ’σπαζε τα νεύρα! Τον συναντούσαμε πολλές νυχτιές να κάθεται στο ποταμάκι και ν’ αφουγκράζεται το νερό να κυλάει, καθώς τα βατράχια κόβαν βόλτες πάνω στα ποδάρια και μέσα στις παλάμες τους, κι άλλες στην κορυφή του διπλανού βουνού, έξω απ’ το ξωκλήσι της Αγιάς Κυριακής, να πιάνει κουβέντα με τα νυχτόπουλα κι όλο να ψιθυρίζει: «Θα πετάξω… Θα πετάξω…».

Μα όσο ονειροπόλος αν ήτανε ο Πετρής, άλλο τόσο δουλευταράς ήταν. Τον παίρνανε μαζί τους στη δουλειά όλοι οι χωριανοί ανάλογα με την ανάγκη. Έτσι, τη μια εμάζευε ελιές, την άλλη έσκαφτε λάκκους, την παράλλη έβοσκε τα ζα και περνούσαν νερό οι μέρες. Έδινε πολλή χαρά στη δόλια του τη μάνα. Φοβόταν, βλέπετε, παλιά πως δε θα έβλεπε ποτέ απ’ το λειψό παιδί χαΐρι. Αλλά, μετά μεγάλωσε για τη διαψεύσει και να της δώσει αυτός γλυκό φως μες την πικρή ζωή της.

Κρυφή αρρώστια όμως έτρωε της μάνας του τα σωθικά και στα πενήντα της, κάπου εκεί, τον άφησε μονάχο. Ράγισε ο καημένος ο Πετρής κι ο πόνος του εξέσκισε τα σπλάχνα. Για πρώτη φορά τον είδαμε να κλαίει, και το σπαραγμό του έμοιαζε να μοιράζεται όλ’ η φύση.

Μετά την κηδεία μαζωχτήκαμε όλοι οι χωριανοί στον καφενέ για να βρούμε τρόπο κατάλληλο, για να τον εβοηθήσουμε. Έτσι, αποφασίστηκε μια γυναίκα κάθε μέρα να μαγειρεύει και γι’ αυτόν ένα πιάτο φαΐ, κάθε τόσο τα λίγα ρούχα του να πλένει, και το έρμο σπίτι του να καθαρίζει.

Σιγά σιγά με την αγάπη μας, ξεπέρασε τον πόνο και τ’ αγαθό του πρόσωπο πήρε να γαληνεύει. Αλλά, το βλέμμα του όλο πιο απλανές γινόταν, κι όλοι φοβόμασταν πως θάχανε τελείως τα λογικά του.

Περνούσε, όμως, ο καιρός κι οι φόβοι μας μέναν φόβοι. Το χαμόγελο έγινε πάλι μόνιμός του συνοδός και για τη νέα του ζωή φαίνονταν νάστηνε τρελό χορό η φύση. Πάνω απ’ του σπιτιού του την ξώπορτα φτιάξαν φωλιές αμέτρητα πουλιά, και στην πίσω την αυλή φύτρωσαν κάθε λογής λουλούδια. Η δικιά του η χαρά έμοιαζε να ’χει πια δεθεί με τη χαρά της πλάσης όλης.

Κάποια μέρα τον είδαμε να διασχίζει τρέχοντας το χωριό όλο χαρά και: «Θα πετάξω… Θα πετάξω», να φωνάζει. Χαμογελάσαμε και συνεχίσαμε τη δουλειά μας. Είχαμε συνηθίσει στου Πετρή μας τις παραξενιές και χαιρόμασταν με τη χαρά του.

Αλλά την επομένη δεν τον είδε κανείς και παράξενο πολύ μας εφάνη. Σαν πέρασε κι η παράλλη μέρα κι αυτός ήταν άφαντος βγήκαν όλοι οι χωριανοί στη γύρα για να τον εβρούνε. Μετά από πολλές ώρες μάταιο ψάξιμο, κάποιος σκέφτηκε πάνω στο βουνό, στην εκκλησιά της Αγιάς Κυριακής ν’ ανεβούμε.

Μόλις φτάσαμ’ εκεί είδαμε τα ρούχα του όλα πεταμένα στο χώμα και δίπλα ακριβώς απ’ αυτά, δυο μεγάλα σαν τα χεριά μας λευκά φτερά μαλαματένια. Μεμιάς, όλοι κοιτάξαμε ψηλά και, κατάπληκτοι γροικήσαμε ένα τεράστιο κατάλευκο πουλί προς τον ήλιο σαν κύμα οπτασίας απαλό να κολυμπάει.

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.