Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 25. Προδημοσίευση



Η συνάντησή του με τον Χρήστο Σωκράτους, ιδιοκτήτη του μαγαζιού που επισκέφθηκε μες στη βροχή και μέγα πιστωτή του Χριστοφόρου, δεν απέφερε τα θεμιτά αποτελέσματα. Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενε κιόλας, αφού σε κανένα δε συμφέρει να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή ενός χρεώστη ή κάποιου μέλους της οικογένειάς του, αν δεν έχει εξαντλήσει κάθε άλλη πιθανότητα, κι ο πρώτος δεν το είχε κάνει ακόμη.

Τα χρέη του Χριστοφόρου ήταν γύρω στις είκοσι χιλιάδες ευρώ. Τα εγγυήθηκε βάζοντας σαν ενέχυρο το σπίτι του και ένα χωράφι. Και ήξερε πολύ καλά ότι αν δεν πλήρωνε τότε θ' άρχιζαν τα δύσκολα.

Ωστόσο ο κόπος του Χοντρού, και η βροχή που έφαγε, δεν πήγαν χαμένα, αφού έμαθε ότι ο Χριστοφόρου χρωστούσε και σε άλλους. Ο άντρας του έδωσε μάλιστα μερικά ονόματα. Ο άντρας που αντιπάθησε με την πρώτη ματιά.

Αχ, και να δούλευα εδώ, σκέφτονταν τώρα. Αν δούλευα εδώ δε θα τον άφηνα σε χλωρό κλαρί. Σε λίγους μήνες θα του έκλεινα το μαγαζί και θα τον έστελνα στη φυλακή.

Καθόλου δεν του άρεσαν αυτά που είδε εκεί μέσα. Μικρές μικρές παρανομίες, αλλά παρανομίες. Και είδε στον καθρέφτη πίσω από την πλάτη του άντρα ότι κάτω από τον πάγκο είχε ένα περίστροφο. Πολύ το αμφέβαλλε ότι είχε άδεια γι' αυτό.

Αλλά δεν είχε τη δυνατότητα ν' ασχοληθεί μ' αυτά. Όχι αυτή την ώρα. Ζήτησε και πήρε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου, και αφού κατέγραψε τη μορφή και το όνομά του στο ξεχωριστό τεφτέρι της μνήμης του, εκεί που μόνο οι ύποπτοι χωράνε, απεχώρησε.



Στη βάση της ομάδας όλοι εργάζονται πυρετωδώς. Η Αγγέλα κτενίζει τα αρχεία των εξαφανίσεων των τελευταίων χρόνων. Ψάχνει για κορίτσια ή νέες γυναίκες που χάθηκαν χωρίς ν' αφήσουν ίχνη πίσω τους. Δεν είναι και πολλές οι περιπτώσεις, αλλά ο χρόνος την αναγκάζει να δουλεύει έχοντας σα σημεία αναφοράς δύο μονάχα στοιχεία: α) Τη γεωγραφία και β) Τις περιστάσεις.

Οι έρευνές της την ταξιδεύουν στο χρόνο. Δέκα. Είκοσι. Τριάντα χρόνια πριν. Πιο πίσω δεν πιστεύει ότι υπάρχει λόγος να ψάξει. Βρίσκει κοινά στοιχεία ανάμεσα σε κάποιες υποθέσεις πού και πού. Κάποια τα σημειώνει, αλλά τα παραμερίζει. Και πιέζει τον εαυτό της να προσπαθήσει πιο πολύ. Όχι να βιαστεί, απλά απόλυτα να συγκεντρωθεί.

Μια σκέψη της τριβελίζει το μυαλό: ποια ήταν η αφορμή; Δεν αρχίζει κάποιος να διαπράττει εγκλήματα αυτού του είδους από τη μια στιγμή στην άλλη. Κάτι τον οδηγεί εκεί, αλλά τι; Το ότι δεν είναι ο ίδιος απαγωγέας από τα παλιά, αλλά κάποιος που απλά τον αντέγραψε, είναι εξακριβωμένο. Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τις συνήθειες τους, ειδικά όταν η συνταγή που χρησιμοποιούν είναι επιτυχημένη. Αλλά, όσο κι αν το προσπαθεί, δεν μπορεί να εξορίσει απ' το μυαλό της την ιδέα ότι υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στον παλιό και το νέο θύτη.



Η Ντίνα και η Κωνσταντίνου έχουν μόλις επιστρέψει εκεί και δεν μπορούν να πουν με σιγουριά αν η αποστολή τους στέφθηκε με επιτυχία. Τουλάχιστον όχι ακόμη. Τρεις φορές έκαναν το γύρο της περιοχής κοντά στον αστυνομικό σταθμό, ενώ πέρασαν κι από μερικά στέκια που μαζεύουν πολύ κόσμο τα σαββατόβραδα. Αν ήταν καλοκαίρι τα πράγματα θα ήταν πιο απλά, αφού όλοι κάθονται έξω, ενώ τώρα οι πλείστοι βρίσκονταν πίσω από πόρτες κλειστές και ψηλές τζαμαρίες.

Κράτησε περισσότερο απ' ό,τι υπολόγιζαν η διαδρομή, αφού σκέφτηκαν ότι όπου δεν υπήρχε ικανοποιητικό οπτικό καλό θα ήταν, να κατέβαινε κάποια από αυτές και έμπαινε στα μαγαζιά. Είχαν προμηθευτεί ασύρματες μικροκάμερες από τον Τεκ, ενώ είχαν κι αυτές των κινητών τους ανοικτές, έτσι έκλεβαν στιγμές από τους υποψιασμένους ή ανύποπτους θαμώνες ασταμάτητα.

Στα μαγαζιά που μπήκαν δεν είδαν κάποιον που να ταίριαζε στις περιγραφές του άντρα που πήραν απ' τις φίλες της Αθηνάς, αλλά αυτό δε σήμαινε κάτι. Θα κάθονταν και θα παρακολουθούσαν τα βίντεο ξανά και ξανά, θα ξόδευαν όλη τη νύχτα μπροστά από τις οθόνες αν χρειαζόταν.

Δουλεύουν σε ξεχωριστούς υπολογιστές για εξοικονόμηση χρόνου. Αυτό δεν αρέσει και πολύ στην Ντίνα, αφού είναι τελειομανής. Θέλει να βλέπει τα πάντα με τα μάτια της. Θέλει να μελετά μοναχή την κάθε λεπτομέρεια. Αλλά αν ο Ιωάννου εμπιστεύεται την κοπέλα τότε…

Το τηλέφωνο της κτυπά και την ξαφνιάζει. Σχεδόν πετάγεται πάνω από τη σαστιμάρα της. Απαντά. Ακούει. Ευχαριστεί. Το κλείνει.

"Ο Χριστοφόρου", λέει. "Η Αθηνά έχει τις αισθήσεις της. Μόλις ξύπνησε τους είπε ότι δεν ήταν η μοναδική κρατούμενη. Αλλά μόνο αυτό γνωρίζει".



Μια ομάδα της αστυνομίας επισκέπτεται τη διεύθυνση από όπου αναρτήθηκε το βίντεο που έδειχνε την Αθηνά στον ανοικτό ακόμη τάφο. Μια οικογένεια ζούσε εκεί. Οι γονείς και τρία παιδιά που σχεδόν τρόμαξαν όταν τους είδαν, όταν άνοιξαν την πόρτα τους νυχτιάτικα και τους είδαν πάνοπλους να στέκονται εκεί.

Ζήτησαν άδεια να μπουν στο σπίτι κι αυτή τους δόθηκε. Τα παιδιά ήταν πολύ μικρά για να έχουν σχέση με την υπόθεση, το πιο μεγάλο από αυτά ήταν δεν ήταν εφτά χρόνων, οπότε την προσοχή τους την έστρεψαν προς τον πατέρα, αφού δεν είχαν καμία αμφιβολία ότι ήταν κάποιο άντρα που αναζητούσαν.

"Θα μπορούσαμε να ρίξουμε μια ματιά στον υπολογιστή σας;" ρώτησε ένας λοχίας.

"Γιατί;"

"Έχετε ακούσει για την εξαφάνιση της Αθηνάς Χριστοφόρου και το βίντεο που ανέβηκε…"

"Ναι. Ναι". Τον διέκοψε. Και ζήτησε απ' τη γυναίκα του να πάρει τα παιδιά και ν' ανέβουν απάνω στο δεύτερο όροφο. "Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;" ρώτησε, αφού σιγουρεύτηκε ότι κανείς απ' τους δικούς του δεν μπορούσε να τους ακούσει πια.

"Το βίντεο ανέβηκε απ' αυτή τη διεύθυνση".

Ο άντρας έμεινε για λίγο με το στόμα ανοικτό. Έχασε το χρώμα του. Πήγε να πει κάτι αλλά οι λέξεις δεν έβγαιναν. Ο λοχίας πράττοντας σοφά, δεν τον πίεσε. Ο άντρας ήταν κοντός, αδύνατος και έμοιαζε πραγματικά τρομοκρατημένος. Σίγουρα δεν ήταν ο απαγωγέας.

"Και πιστεύεται ότι εγώ… Εγώ…"

"Μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στον υπολογιστή σας;"

"Ναι. Φυσικά. Δεν έχω τίποτα να κρύψω".

Πήγε σχεδόν τρεκλίζοντας και τον πήρε από ένα χαμηλό τραπεζάκι, που βρίσκονταν δίπλα από τον καναπέ και τους τον έφερε. Τον έβαλε σε λειτουργία και έγραψε τον κωδικό του για να τον ξεκλειδώσει. Ο λοχίας έκανε νόημα προς ένα νεαρό συνάδελφό του, ο οποίος βιάστηκε να πιάσει δουλειά. Κάθισε στον καναπέ, τοποθέτησε ένα στικάκι σε μια εισδοχή, κι άρχισε να δαχτυλογραφεί.

Έψαχνε και έψαχνε. Η όλη ιστορία δε διήρκησε και πολύ, αλλά τα λίγα αυτά λεπτά, φάνηκαν σα μια αιωνιότητα στον άντρα. Αναστέναξε με ανακούφιση όταν ο νεαρός σήκωσε το κεφάλι του από την οθόνη και είπε: "Τίποτα".

Ο λοχίας στράφηκε προς το μέρος του άντρα.

"Αυτό δε σημαίνει τίποτα", του είπε, μα το ύφος του δεν ήταν σκληρό, αλλά σχεδόν απολογητικό. "Πρέπει να πάρουμε τον υπολογιστή μαζί μας, για μια πιο ενδελεχή έρευνα. Θα είμαι ειλικρινής μαζί σας. Δεν έχουμε ένταλμα για να το κάνουμε, αφού δεν είχαμε το χρόνο για να το εκδώσουμε. Άστε που θα ήταν αδύνατο να βρούμε κάποιον για να το υπογράψει αυτή την ώρα. Όλα λοιπόν εξαρτώνται από εσάς. Αν μας τον παραδώσετε θα σας δώσουμε μία απόδειξη, και έχετε το λόγο μου ότι θα σας τον επιστρέψουμε το συντομότερο δυνατόν.."

"Αύριο, μέχρι το βράδυ. Ή το αργότερο τη Δευτέρα νωρίς το πρωί. Δεν μπορώ πάω στη δουλειά χωρίς αυτόν. Και δε μου ανήκει. Είναι της εταιρείας".

"Αν όλα πάνε καλά, θα τον έχετε μέχρι αύριο το μεσημέρι", του είπε ο νεαρός κι αυτός αναστέναξε σχεδόν με ικανοποίηση.

Πήρε το λόγο και πάλι ο λοχίας.

"Έχετε δώσει τον κωδικό του wi-fi σας σε κάποιον άλλο; Σε οποιοδήποτε άλλο;"

"Όχι".

"Πού είναι το μόντεμ σας;"

Τους κατευθύνει με το βλέμμα προς μια μισοφωτισμένη γωνία του σαλονιού. Πηγαίνει ο νεαρός εκεί, ρίχνει μια ματιά, κουνάει εμφανώς απογοητευμένος πέρα δώθε το κεφάλι. Επιστρέφει.

"Από τα μπαγιάτικα", δηλώνει.

"Τα μπαγιάτικα;", απορεί ο άντρας του σπιτιού.

"Το μηχάνημα μια χαρά είναι. Απλά διέρρευσαν όλοι οι κωδικοί αυτής της σειράς στο διαδίκτυο, οπότε ο καθένας είναι σε θέση να κλέψει σήμα από αυτά. Τι σύνδεση έχετε;"

"Τέσσερα μέγκαμπιτ".

"Η γραμμή λογικά είναι πολύ καθαρή. Μισό…" Κάνει κάτι στο λαπτόπ. Στράφηκε και πάλι προς το μέρος του άντρα. "Ναι. Πολύ καθαρή. Έχετε προσέξει καμιά φορά το σήμα να γίνεται πιο αργό. Να σέρνεται, που λέμε".

"Ναι. Μερικές φορές. Κυρίως το βράδυ".

"Σας έχω προσθέσει ένα νέο σύνδεσμο στ' αγαπημένα. Όταν σας επιστρέψουμε τον υπολογιστή, μπορείτε να πάτε εκεί και να αλλάξετε τον κωδικό σας. Δε χρειάζεται κάτι άλλο για να λύσετε αυτό το πρόβλημα. Μην το κάνετε προτού σας πούμε ωστόσο, αφού δε θέλουμε να βάλουμε σε υποψίες αυτόν, όποιος κι ας είναι, που παίρνει σήμα από εσάς. Καταλάβατε;"

"Κατάλαβα".

Ο λοχίας έκανε νόημα σ' έναν άλλο αστυνομικό, ο οποίος παρέδωσε ένα έγγραφο στον άντρα, λέγοντάς του ότι είναι η απόδειξη για την παραλαβή του υπολογιστή. Τη διάβασε προσεκτικά από την αρχή μέχρι το τέλος, προτού την υπογράψει. Τι νύχτα κι αυτή! Αλλά τουλάχιστον τη Δευτέρα στη δουλειά θα έχει μια συναρπαστική ιστορία να αφηγηθεί.



Ο Χοντρός έχει επιστρέψει κι αυτός με τη σειρά του στη βάση. Καθώς ενημερώνεται από το λοχία για τις πρόσφατες εξελίξεις τηλεφωνικώς, παρατηρεί τον αναβρασμό που επικρατεί γύρω του. Όλοι κάθονται μπροστά από οθόνες, ψάχνουν, ρωτούν, αναστενάζουν απογοητευμένα ή μη, και συνεχίζουν. Σα ρομπότ είναι, σκέφτεται. Με θαυμασμό όμως. Τα πράγματα δεν είναι εύκολα, ποτέ δεν είναι, απλά αυτή τη φορά αντί να πάνε με χίλια ως συνήθως, αναγκάζονται να ανεβάσουν ακόμη περισσότερο στροφές. Δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι βρίσκονται στην τελική ευθεία. Αυτό του λέει το ένστικτό του. Το θέμα είναι: θα κατορθώσουν να τερματίσουν πρώτοι; Αν το κάνουν θα σώσουν μια ζωή. Αν όχι, θα νικήσουν και πάλι, αλλά θα είναι λειψή η νίκη, θ' αφήσει πικρή γεύση στα χείλη τους, αφού κάποιος άνθρωπος θα χάσει τη ζωή του.

Κλείνει το τηλέφωνο. Δε θέλει να τους πει κάτι, να τους διακόψει. Ξέρουν τι κάνουν. Αλλά ο Τεκ, που μοιάζει μόνιμα αφηρημένος, δεν αφήνει ποτέ κάτι να διαφύγει της αντίληψής του.

"Δεν το ανέβασαν από τους υπολογιστές τους το βίντεο", δηλώνει.

"Δεν".

"Κάποιος έκλεβε σήμα".

"Ναι".

"Πήραν μαζί τους τα λαπτόπ".

"Μόνο ένα".

"Λάθος τους".

"Γιατί λάθος;"

"Θα μπορούσαν να παγιδεύσουν τον κλέφτη από εκεί", απαντά στη θέση του Τεκ η Ζίτα. "Το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να δημιουργήσουν ένα workgroup και να στείλουν ένα βιρουλάκι…"

"Βιρουλάκι;" ρωτάει και σκάει στα γέλια ο Χοντρός.

Γελάνε κι οι άλλοι. Το έχουν ανάγκη. Αλλά δεν κρατά και πολύ η ευθυμία τους.

"Ιό. Θα μπορούσαν να του στείλουν ένα ιό. Να μπουν στον υπολογιστή του και να βρουν ποιος είναι. Φυσικά αν κατέχει εκείνος από τεχνολογία ίσως να το αντιληφθεί, αλλά ο χρόνος… Αχά", λέει και διακόπτει τον εαυτό της. "Είχαμε μια εξαφάνιση στην ευρύτερη περιοχή λίγο μετά την τελευταία απαγωγή", συνεχίζει. Ένας άντρας τριάντα πέντε χρόνων. Η γυναίκα του κατήγγειλε την εξαφάνιση στην αστυνομία. Ένα χρόνο μετά τα πούλησε όλα και μετακόμισε με το δεκάχρονο τότε γιο της στην Πάφο".

"Στην Πάφο;" Πετάγεται στη μέση η Αγγέλα τώρα. Και σηκώνει το δείκτη του δεξιού της χεριού απαιτώντας μια στιγμή για να μαζέψει τα στοιχεία και να συγκροτήσει τις σκέψεις της. "Στην Πάφο", δηλώνει με περισσότερη σιγουριά αυτή τη φορά. "Επτά απαγωγές ή εξαφανίσεις τα τελευταία είκοσι ένα χρόνια. Επτά γυναίκες. Η πρώτη αλλοδαπή. Μια εξαφάνιση κάθε τρία περίπου χρόνια. Δε βρέθηκαν ποτέ. Πιστεύω ότι αυτές σχετίζονται με τη δική μας υπόθεση. Εκτός κι αν έχει αρχίσει να λειτουργεί διαφορετικά ο απαγωγέας…"

"Όνομα. Και όνομα", απαιτεί η Ντίνα, που δε διαθέτει ακριβώς τη Ζεν ηρεμία του αφεντικού της.

"Πέτρος Κυριάκου ο πατέρας. Ο γιος Χριστόφορος", φτάνει με τις απαντήσεις η Ζίνα.

Όλοι δουλεύουν με ανανεωμένη ενέργεια τώρα, αλλά δε συγκεντρώνουν την προσοχή τους σ' ένα μόνο θέμα. Η Ντίνα και η Κωνσταντίνου παρακολουθούν ακόμη τα βίντεο που τράβηξαν. Η Αγγέλα στέκεται μπροστά από ένα λευκό πίνακα, τον οποίο αρχίζει να γεμίζει με σημειώσεις.

Σε λίγο τα στοιχεία που αναζητούσαν για πατέρα και γιο, αλλά και για τη μητέρα, τη μακαρίτισσα Αγάθη Κυριάκου, βρίσκονται στα χέρια τους. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι αν και ποιος από τους δύο άντρες είναι ο απαγωγέας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όποιος και να' ναι έχει αρκετές γνώσεις σε ό,τι αφορά τα θέματα της σύγχρονης τεχνολογίας.

"Πότε πέθανε η γυναίκα;" Ρωτά ο Χοντρός.

"Πριν από είκοσι ένα χρόνια" φωνάζει σχεδόν η Ζίτα και για πρώτη φορά από τη στιγμή που εκείνος έφτασε εκεί, σηκώνει το βλέμμα της από την οθόνη.

"Χα", λέει ο Τεκ.

"Έχω μια ιδέ…", πάει να πει η Αγγέλα, αλλά τη διακόπτει η Ντίνα.

"Αυτός. Αυτός είναι", λέει και τους δείχνει στον οθόνη την εικόνα ενός άντρα, που φαίνεται να βγαίνει από ένα καφενεδάκι απέναντι από τον αστυνομικό τμήμα. Οι κάμερές τους είναι τελευταίας τεχνολογίας και υψηλής ευκρίνειας, έτσι μπορούν να τον διακρίνουν καθαρά. Ψηλός. Γεροδεμένος. Με καφέ μαλλιά που πήραν να γκριζάρουν στις άκρες.

"Τον ξέρω", λέει η Κωνσταντίνου. "Αλλά το όνομά του δεν είναι Χριστόφορος Κυριάκου. Νομίζω ότι Σωτήρη τον λένε. Εκτός κι αν έχει αλλάξει όνομα".

"Δεν έχει. Τον έχω να πραγματοποιεί τραπεζικές συναλλαγές παντού, εκτός από εδώ στην περιοχή", απαντά ο Τεκ, που όταν έχει το οκ απ' το αφεντικό μπορεί να μάθει το καθετί για τον καθένα στη στιγμή.

"Το Σωτήρης είναι για τοπική κατανάλωση. Ίσως κάποιοι να θυμούνται ακόμη την οικογένειά του και δεν τους ήθελε να ξέρουν ποιος είναι. Κωνσταντίνου, ξέρεις κάτι άλλο γι' αυτόν;" ρωτά ο Χοντρός.

"Όχι. Αλλά μπορώ να προσπαθήσω να μάθω".

"Μέσω των συναδέλφων σου;"

"Ναι".

"Καλύτερα όχι".

"Φοβάστε τις διαρροές;"

"Ακριβώς".

"Έχω μια ιδέα", ολοκληρώνει αυτή τη φορά την πρότασή της η Αγγέλα.

"Ακούμε". Τους της λέει. "Το μόνο που δεν ξέρω ακριβώς πώς…"

Ο Χοντρός τη διακόπτει.

"Ξέρω εγώ", λέει και στρέφει το βλέμμα του προς την Κωνσταντίνου. "Δεν είδες και δεν άκουσες τίποτα", της λέει.

Εκείνη γνέφει καταφατικά.

Λάκης Φουρουκλάς

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάντε κλικ...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Προδημοσίευση από το 2.5 τόμο της σειράς "Οι περιπέτειες του Χοντρού". Ολόκληρη η νουβέλα θα δημοσιευτεί αποκλειστικά εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.