Το λάστιχο



Τι είναι πράσινο και είναι το πιο δροσερό πράγμα στον κόσμο...; Το λάστιχο της γιαγιάς μου, αναμφίβολα...

Μέρα με ένταση μια από τις τελευταίες και είχα τη φώτιση, πριν πέσω μες στα νεύρα και την υπερένταση στο κρεβάτι, να μπω στη μπανιέρα και να ρίξω λίγο κρύο νερό στα πόδια μου. Επαλήθευση. Πάντα λειτουργεί το κόλπο, ειδικά τα βράδια πριν τον ύπνο. Σα να έχεις μια ρουφήχτρα κάτω από τα πόδια που σου ρουφάει όλα τα φορτία, που σχεδόν τα ακούς να κάνουν βουίν βουίν από την κορφή ως τα νύχια. Φορτία - απομεινάρια μιας ημέρας όπου καταράστηκες τη γραμμή του 700 - μπα που να πέσει κεραυνός να το κάψει - περπάτησες μία ώρα μες στον ήλιο να το παίξεις φιτ, έκλεισες απότομα το τηλέφωνο με ένα ""Δενενδιαφέρομαιευχαριστώναστεκαλά" σε δύο τηλέφωνα για ενημέρωση οικονομικότερων πακέτων μιας εταιρείας που πουλάει αέρα που αναπνέεις, σίγουρα τα έβαλες με τον εαυτό σου που δεν πήρες εγκαίρως τα τηλέφωνα που είχες πει, δεν έφτασες εγκαίρως στο ραντεβού, αθέτησες όμως εγκαίρως ένα κάρο υποσχέσεις στον εαυτό σου, και το έκανες συνειδητά. 

Κρύο νερό στα πόδια, και σιγά σιγά το ανεβάζεις μέχρι τα γόνατα και λίγο πιο πάνω. Αχ! Δε χρειάζεται πιο πάνω, τα γόνατα είναι σημείο κλειδί. Όλα φεύγουν, νιώθεις το σώμα σου ξανά παιδικό, νιώθεις το σώμα σου, απλά. Λες και σου παίρνουν την υδρόγειο πάνω από τους ώμους, λες και είσαι ο Σίσυφος και σου λένε: φιλαράκι, άσε αυτόν το ρημάδα το βράχο λίγο και ξαπόστασε! Άραξεεε! 

Η γιαγιά... εκείνη καθιέρωσε το τελετουργικό αυτό. Μην το πω ούτε του παπά, μεγάλωσα σε γιαγιαδίσια και παπουδίσια αυλή. Με γλάστρες. Με υπόγειο όπου ο παππούς μαστόρευε, μύριζε πριονίδι και καπνό Assos άφιλτρα, ακουγόταν το "Γιατί γλυκιά μου κλαίαίαίς" κι από το παράθυρο της γιαγιάς μύριζαν γεμιστά. Ήξερες ότι έκαναν μπάνιο μες στο λάδι, καλαματιανή γαρ, ήξερες επίσης ότι θα τα τσάκιζες, πρώτα τις ντομάτες, μετά τις πατάτες, που κάπως κατάφερνε και τους έκανε τη μύτη καφετιά ξεροψημένη - μιαμ - έπειτα τις πιπεριές, τα κολοκύθια, τις μελιντζάνες... Σειρά προτεραιότητας, όχι αστεία. 

Αυτή λοιπόν η τζαναμπέτισσα, που έβγαζε τις πτυσσόμενες πολυθρόνες με το που έμπαινε ο Ιούνιος μπροστά από τα σκαλοπάτια της, για τις γειτόνισσες - κι αν προέκυπτε καμιά καρακάξα από τη γωνία, μάζευε και καμιά πολυθρόνα και την πήγαινε πίσω στην αυλή, να τα λέμε κι αυτά - αυτή λοιπόν, ήταν που διαφέντευε το λάστιχο. Κάποια βράδια την έβλεπες αραχτή σε νιρβάνα ανάμεσα στα φυλλώματα να στρογγυλοκάθεται με τον πληθωρικό της ποπό σε μια πλαστική καρέκλα, και να έχει απλωμένα τα παχουλά σα λουκανικάκια ποδαράκια της, σχεδόν μπλε από τους κιρσούς, μέσα σε μια θεϊκή λεκάνη με νερόόό... Βιβιανάκι, πιάσε το μικρό το λεκανάκι και έλα κάτσε κι εσύ... Άτιμη... Αυτά μου έκανες! Δεν μπορώ να περιγράψω αυτήν την αίσθηση του να είναι νύχτα, με φεγγάρι ή χωρίς και να έχεις απλωμένα μέσα σε μια μικρότερη λεκανίτσα και καθισμένη σ'ένα χαμηλότερο σκαμπό, την αίσθηση του να δροσίζεις τα πόδια σου αντικρυστά από τη γιαγιά σου. Δεεε, δεν εξηγείται. Το πιο δροσερό νερό του κόσμου, εκείνο του λάστιχου. Εκείνου του λάστιχου, να ακριβολογούμε. Γιατί κι εμείς στον πάνω όροφο είχαμε λάστιχο. Όλοι είχαν λάστιχο. Δεν ήταν όμως εκείνο το λάστιχο, ούτε και το νερό του τόσο δροσερό. 

Άρχισα να παίρνω πρωτοβουλίες με το που βγήκα από το αυγό μου λίγο. Πήγαινα στο λάστιχο τα ζεστά μεσημέρια μετά από το σχολείο, έβγαζα τα αθλητικά και τις κάλτσες πριν βγω στην αυλή. Αααααααχ, ποιος τη χέζει τώρα τη φιλόλογο και τον μαθηματικό με τις δευτερεούσες εξισώσεις ή πώς τις λένε τέλος πάντων. Ποιος τον βράζει και το θρησκευτικό που έχει ξεχάσει ότι είναι ακόμα ζωντανός και συμπεριφέρεται σαν αμοιβάδα; Ααααχ, τι καλάάά! Είμαι στην αυλίτσα της γιαγιάς, η γιαγιά μαγειρεύει και ο παππούς κάτω στο υπόγειο μυρίζει πριονίδι κι ακούει "Το πλοίίο θα σαλπάάρει για λιμάνια ξέέναααα, για λιμάνια ξέέναα και" και σφυράει στους περαστικούς, ακόμα και στους στριμμένους.

Όταν καλοκαίριαζε περισσότερο, μετά το σχολείο, δεν περιοριζόμουν στα πόδια, έβαζα το κεφάλι από κάτω. Δεν περιγράφεται. Στα τέλη της σχολικής χρονιάς, της μέρες του μπουγέλου, έκανα αντάρτικο! Ήξερα πως η Αυτού Μεγαλειότης γιαγιά και Αφέντρα της αυλής δε θα επέτρεπε φυσικά μιαν τέτοια αμφισβήτηση της πλήρους εξουσίας της στην αυλή. Εγώ όμως ξεσήκωνα τις μικρές και παίζαμε μπουγέλο. Παίζαμε μπουγέλο σημαίνει πιάναμε πόστα στα πάνω μπαλκόνια και ρίχναμε οι μεν από κάτω οι δε από πάνω νεροπίδακες. Της πουτάνας! Ο δε πεντάχρονος παππούς, μας σιγόνταρε, η δε Αυτού Μεγαλειότης τάχα μου διαμαρτυρόταν πίσω από τα παράθυρα της κουζίνας πως της χαλάμε τις γλάστρες και μην τυχόν ρίξουμε νερά στα τζάμια. Χαμπάρι εμείς. Μιλάμε για αντάρτικο τώρα, όχι φλωριές. Όταν η φάση με τους θερμοπίδακες είχε λήξει, παίρναμε τις λεκανίτσες που είχε κρεμασμένες πίσω από την πόρτα, τις γεμίζαμε νερό και λούζαμε η μία την άλλη. Καμιά φορά η μαμά ή ο παππούς ή η θεία από τα πάνω μπαλκόνια, συνέχιζαν τη βροχή από τα πάνω λάστιχα. ΟΠΑ, να σου μια γλίστρα πάνω στο τσιμένο! ΑΑΑΧ, βρε σκατόπαιδα, σας είπα θα σκοτωθείτε! Θα μου χαλάσετε τις γλάστρες μου! Άσε τα να παίξουν λίγο, ακουγόνταν ο παππούς με τη γοριλίσια φωνή και το μουστάκι του Κατσαντώνη. Ε,... έφευγε και κανα φάσκελο από το παράθυρο της κουζίνας προς το μέρος του. Γλυκούλης μου. 

Άλλες φορές το σημάδευα κάθετα προς τα πάνω να κάνει βροχή. Όπως και να'χει, το σφετεριζόμουν συχνά πυκνά και η Αυτού Μεγαλειότης δεν έλεγε και τίποτα. Μάλλον το χαιρόταν που εκεί κάτω από τις μπουκαμβίλιες και τους κισσούς της και τις φτέρες και εκεί της τη γλάστρα με τα φούξια λουλουδάκια που έμοιαζαν με σκουλαρίκια, το τρελό στρουμπουλό σαν κεφτές εγγόνι της παλιμπαίδιζε. Τι κι αν της έβρεχε τα τζάμια.... σιγά. Και πάλι θα μου φύλαγε μια κατσαρόλα λαχανοντολμάδες όταν ερχόταν ο καιρός. 

Αλλά το πιο ωραίο ήταν τα βράδια, όταν είχα πια μεγαλώσει λίγο, και ψυχανεμιζόμουν το ζουμί της όλης υπόθεσης και ήμουν σε θέση να αναγνωρίζω το βασιλικό προνόμιο να έχω ως πριγκηποπούλα πρόσβαση σ'εκείνο το λάστιχο, που πήγαινα μες στο σκοτάδι, όταν όλοι έκαναν πως κοιμούνται, κι όσοι κοιμούνταν ακούγονταν σαν καραμούζες να ροχαλίζουν. Πήγαινα μόνη, χωρίς να ανάψω φως, και άνοιγα το λάστιχο, ίσα να κάνει φςςςςςς. Πρώτα στις πατούσες. Ήδη η ρουφήχτρα μου ρούφαγε όλα τα φορτία, η πλάτη μου ίσιωνε, τα πνευμόνια μου άνοιγαν, τα μάτια μου έκλειναν και μπορούσα να μυρίσω λουλούδια από δω κι από εκεί, τα αστέρια πάνω καθάριζαν, τα ροχαλητά μου φαίνονταν αστεία. Σιγά σιγά το ανέβαζα μέχρι τα γόνατα, με τα μπαντζάκια γυρισμένα προς τα πάνω. Εκεί στα γόνατα ήταν η αποθέωση. Έδινα συγχαρητήρια στον εαυτό μου που το ανέβαζα ως τα γόνατα και δεν έκανα τη δύσκολη. Καμιά φορά που τύχαινε να έχω τον εαυτό μου σε λίγη εκτίμηση, πήγαινα και έπαιρνα μια λεκανίτσα πίσω από την πόρτα της αυλής, τη γέμιζα και καθόμουν στην πλαστική πολυθρόνα, να ανασάνω και να κοιτάξω με στοργή τους τοίχους της γειτονιάς αυτής του πατείς με πατώ σε, όπου ο ένας αναπνέει τον αέρα του άλλου και είναι σαν το 10 του Καραγάτση. Πόση ζωή παίρνει από τα λάστιχα της αυτή η ατσούμπαλη γειτονίτσα. Πόσο τυχεροί όσοι ανεβάσαμε το νερό ως τα γόνατα, ειδικά τα βράδια. 

Και η Αυτού Μεγαλειότης, όταν δε ροχάλιζε σαν το Θηρίο, εκείνο το τραίνο που ένωνε Κηφισιά με Πειραιά πολύ πριν γεννηθώ εγώ και πολλοί από εσάς, ήξερα πως με παρακολουθούσε πίσω από το τζάμι της και ήξερα πως χωρίς τη μασέλα της θα μου έλεγε: Βιβιανάκι, δεν παθ για ύπνο τώρα; Αύριο θα φτιάκθω γεμιθτά. 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Εικόνα: Βιβιάνα Αλεξοπούλου (Facebook: Kleiwthalia) 


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.