Η κατάρα - Του Λάκη Φουρουκλά



(Προσοχή: Ακατάλληλο για πολλους. Πάρα πολλούς...)

Ι

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος.

Ευλογημένοι να ’στε εσείς που μας

διδάξατε την αξία

του χρήματος, του κρίματος, της δικής σας - επειδή έτσι τη διαλαλείτε εσείς - αλήθειας,

του λάθους που είναι σωστό,

του σωστού που είναι λάθος.

Ω, ευλογημένοι να ’στε εσείς

που μας ρίξατε στο λάκκο με τα μαυλιστικά φίδια,

που μας διδάξατε την αρετή των αδίκων,

που μας είπατε: «Πιστεύω εις έναν Θεό μεγάλον παντοκράτορα»,

μα δεν εξηγήσατε ποτέ ότι αυτός είναι

το χρήμα.

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος

κι ευλογημένοι να ’στε

εσείς,

που κάνατε το φόνο αρετή και τον έρωτα αμαρτία,

που κρύψατε την υποκρισία σας πίσω από ένα μαύρο σκούφο, ένα ράσο, μια γενειάδα,

που στείλατε ερίφια στη σφαγή, ενώ ήσασταν λέγατε, ποιμένες.

Τρισευλογημένοι να ’στε για όλα τα καλά που κάνατε,

για τις αδελφοκτόνες σταυροφορίες σας,

για τους μεγαλοπρεπείς ναούς που κτίσατε και για κείνους που αφήσατε πεινασμένους,

για τα χρυσά σας πετραχήλια και τις αδαμάντινες εικόνες σας,

για τις σάπιες ψυχές που κουβαλάτε,

ρασοφορεμένα της κόλασης κουφάρια.

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος

κι ευλογημένοι να ’στε

εσείς,

που ευλογείτε εκείνους που σκοτώνουν και καταριέστε εκείνους που δεν το κάνουν,

που βγάζετε στεντόρεια κραυγή διδάσκοντας «Αγαπάτε Αλλήλους»,

σιωπηλά διατάζοντας «Σφάξτε τα άπιστα σκυλιά»,

που γεμίζετε με μπόλικη τροφή των χοίρων την κοιλιά, μα έχετε απελπιστικά άδεια την ψυχή.

Ω, ευλογημένοι να ’στε

εσείς,

που μας καθοδηγείτε σ' αυτή την εν ζωή κόλαση,

που σπέρνετε το μίσος που πριν δε γνωρίζαμε στις ψυχές μας,

που μας φορτώνετε μόλις γεννηθούμε μ’ ένα - προπατορικό το λέτε - αμάρτημα,

που μας γεμίζετε με ενοχές για τις οποίες, κηρύσσετε, πρέπει να μετανοούμε.

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι Πατέρες του Ψέματος

κι ευλογημένοι - θα εύχεστε - να ’στε,

γιατί όλα κάποτε πληρώνονται,

γιατί ο Άδης περιμένει και εσάς,

γιατί θα κληθείτε κάποτε να πληρώσετε τη νύφη του θανάτου,

γιατί οι αμαρτίες που μας φορτώσατε πίσω σε σας θα γυρίσουν,

γιατί οι ενοχές μας θα γίνουν οι κρεμάλες σας,

γιατί οι ναοί σας θα γκρεμιστούν και οι πεινασμένοι θα χορτάσουν,

γιατί η ψεύτικη αρετή σας θα γίνει η αληθινή καταδίκη σας,

γιατί θα πέσουν τα ράσα και θα φανούν τα σκουλήκια που κόβουν βόλτες στα κρανία σας,

γιατί θα σας ζώσουν τα φίδια

και οι φλόγες της κόλασης

που εσείς φτιάξατε,

και θα σας μεταμορφώσουν σ' ανάμνηση φτιαγμένη

από στάχτες,

αίμα,

δάκρυ.

Και τότε θα ζητάτε συγχώρεση,

και τότε θα μετανοείτε αληθινά,

και τότε

θα ξεσκίζετε τις σάρκες σας,

θα καρφώνετε ένα μαχαίρι στην καρδιά σας αλλά δε θα πεθαίνετε,

θα βγάζετε τα μάτια αλλά θα εξακολουθείτε να βλέπετε τα πάντα,

θα αφήνετε κραυγές απόγνωσης,

θα επικαλείστε το ψεύτικο Θεό που φτιάξατε όπως εσείς θέλατε,

μα δε θα είναι κανείς εκεί

για να σας ακούσει,

για να σας λυπηθεί,

για να σας ανακουφίσει.

Και τότε,

πιστέψτε με,

ευλογημένοι θα θέλατε να ήσασταν,

όσο ευλογημένη θα μπορούσε ποτέ να ’ναι

του θανάτου η στάχτη.

Αιωνία σας η μνήμη Άγιοι του Ψέματος Πατέρες.

ΙΙ

Έκλεισα τα μάτια και είδα,

ένα νεαρό να περπατά στο δάσος στάζοντας αίμα,

και γύρω του μιλιούνια ανθρώπους να αργοπεθαίνουν.

Ρώτησα το γέροντα ποιος ήτανε

«Ο έρωτας», μου αποκρίθηκε.

Έκλεισα τα μάτια και είδα,

ένα άγριο θεριό

να διαβαίνει βιαστικά μέσα

από το δάσος των ψυχών σκορπίζοντας

στάχτη,

και πίσω του μιλιούνια ανθρώπους με πάθος να το κυνηγάνε.

Ρώτησα το γέροντα τι ήταν.

«Το χρήμα», μου αποκρίθηκε.

Έκλεισα τα μάτια και είδα,

μια γυναίκα με πρόσωπο από μετάξι

να διασχίζει με αργόσυρτο βήμα

το δάσος του πόνου,

και να χύνει δάκρυα φτιαγμένα

απ’ όλου του κόσμου το αίμα.

Ρώτησα το γέροντα ποια ήταν.

«Η ψυχή μας», μου αποκρίθηκε.

ΙΙΙ

Τι κι αν μας κορόιδεψαν;

και δεν υπάρχει παράδεισος

και δεν υπάρχει κόλαση

και δεν υπάρχει θεός

και δεν υπάρχει διάβολος

κι η ψυχή πεθαίνει με το σώμα

κι η ψυχή σαπίζει με το σώμα

κι όλοι οι πόνοι

κι όλες οι θυσίες

κι όλες οι στερήσεις

κι όλες οι προσευχές

κι όλες οι θρησκείες

όλα είναι μάταια.

Τότε τι;

ΙV

Ψες στον ύπνο μου είδα,

δεκάδες εκκλησίες,

μεγαλοπρεπείς ναούς,

να ξεκινούν απ’ τη γη και να σκαρφαλώνουν ψηλά ουρανό,

και χιλιάδες,

εκατομμύρια ανθρώπους

να πορεύονται προσευχόμενοι,

υμνώντας το θεό.

«Είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι πιστοί;»

ρώτησα μια τυφλή γριά.

«Ναι», μου απάντησε.

«Τουλάχιστον, έτσι λένε αυτοί, έτσι νομίζουν.

Κλέβουν, σκοτώνουν και σταυρώνουν το Χριστό ολόχρονα,

και μετά τον υμνούν για μια και μόνο μέρα,

έτσι ώστε να αναστηθεί

και να πάρει πάνω του τις αμαρτίες τους.

Πίστη,

θρησκεία,

είναι τα ονόματα που δίνουν στην υποκρισία τους».

V

Άκουσα κάποιον να λέει «Έχω ένα όνειρο»

κι είδα μια σφαίρα να κόβει το όνειρο στα δύο.

Άκουσα κάποιον να τραγουδά «Δώστε μια ευκαιρία στην ειρήνη»

κι είδα μια σφαίρα να βάφει την ειρήνη με αίμα.

Άκουσα κάποιον να διδάσκει «Αγαπάτε αλλήλους»

κι είδα φίλους να σκοτώνουνε φίλους.

Άκουσα κάποιον να παραληρεί «Ειρήνη αδελφοί»

κι είδα σταυροφόρους να φονεύουν γι’ αυτήν.

Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα

κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.

Άκουσα μια μάνα να κλαίει

είδα ένα παιδί να πεθαίνει

άκουσα κάποιον να προσεύχεται

είδα κάποιον να αμαρταίνει

άκουσα ν’ αλυχτούν τα σκυλιά του πολέμου

είδα τα χείλια τους να στάζουνε αίμα

άκουσα μια κατάρα

είδα την πραγματοποίησή της

Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα

κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά

Άκουσα να μιλούν για την πατρίδα

είδα να πεθαίνουν για την πατρίδα.

Άκουσα να κηρύττουν για τη θρησκεία

είδα να σκοτώνουν για τη θρησκεία.

Άκουσα να μιλούν για το δίκιο

είδα να πασχίζουν για το άδικο.

Άκουσα να μιλούν για το Θεό

είδα να σφάζουν γι’ αυτόν το Θεό.

Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα

κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.

Άκουσα ένα ύμνο

είδα ένα θρήνο

άκουσα ένα τραγούδι

είδα ένα μοιρολόι

άκουσα μια ψυχή.

στο νεκροκρέβατό της

άκουσα μια καρδιά

είδα το θάνατό της.

Άκουσα να μιλάνε για χίλια μύρια πράγματα

κι είδα να σκοτώνουν και να πεθαίνουν γι’ αυτά.

VI

Είδα τους φίλους μου

που κάποτε έκαναν όνειρα,

τώρα να κάνουν υπολογισμούς,

που κάποτε ήτανε τρελοί για τη ζωή,

τώρα να τη ζουν όποτε και αν ευκαιρήσουν,

που κάποτε χαίρονταν το χρόνο,

τώρα να λένε πως είναι χρήμα,

που κάποτε ήταν φίλοι,

τώρα να έχουνε γίνει (υπο)λογιστές.

Είδα τους φίλους μου

να βουλιάζουν στο βαθύ πηγάδι

που ονομάζουν

ΠΡΕΠΕΙ,

να μετράνε τη ζωή

σαν αξία του

χρηματιστηρίου

να είναι

- οι ηλίθιοι -

ευτυχισμένοι λέει με τα ακίνητα

όνειρά τους,

να βλέπουν τα πάντα σα δεδομένα.

Είδα τους φίλους μου

να σφάζουν

να καταστρέφουν

να βιάζουν

σώματα και συνειδήσεις

να σπέρνουν

φωτιά, αίμα και δάκρυ

να κραυγάζουν

“Πατρίς, θρησκεία κι οικογένεια”.

Είδα τους φίλους μου

να με σκοτώνουν με τα μάτια σαν είπα:

“Πατρίδα, Θρησκεία κι Οικογένειά μου,

είναι η ανθρώπινη ψυχή”.

VII

Ένα κοριτσάκι δίχως μάνα

μου φωνάζει ΦΤΑΙΣ

Ένα αγοράκι χωρίς πόδια

μου κραυγάζει ΦΤΑΙΣ

Μια φωτιά στον ύπνο

μου φωνάζει ΦΤΑΙΣ

Μια ρωγμή στον τοίχο

μου κραυγάζει ΦΤΑΙΣ

Για το χρόνο που έγινε χρήμα

Για την ειρήνη που έγινε πόλεμος

Για το όνειρο που έγινε αυταπάτη

Για όλους της γης τους φτωχούς

Για όλους της γης τους πεινασμένους

Για όλους της γης τους κατατρεγμένους

ΦΤΑΙΣ

Για τα σπίτια που έγιναν στάχτη

Για τα χωράφια που έγιναν σκόνη

Για τα ποτάμια που έγιναν λάβα

Για τις αδελφές που γίνανε χήρες

Για τις αδελφές που σβήσαν στο δάκρυ

Για τις αδελφές που γίναν πουτάνες

ΦΤΑΙΣ

Για το κρασί που δεν έγινε αίμα

Για το ψωμί που δεν έγινε σάρκα

Για το Θεό που δεν είναι εδώ

Για το παιδί που έγινε ψεύτης

Για το παιδί που έγινε κλέφτης

Για το παιδί που έγινε φταίχτης

ΦΤΑΙΣ

Για τα χρόνια που πήγαν χαμένα

Για τα χρήματα που ’χεις κρυμμένα

Για τα αισθήματα που ’χεις ξεχασμένα

Για την άνοιξη που πια δε μας βρίσκει

Για τον ήλιο μας που πια δε φωτίζει

Για τ’ αστέρια που ’χουν κρυφτεί στο σκοτάδι

ΦΤΑΙΣ

Για όλα αυτά που δε δίνεις

Για όλα αυτά που δεν κάνεις

Για όλα αυτά που δε νιώθεις

Για τη θάλασσα που σκοτώνει τα ψάρια

Για τον αγέρα που δηλητηριάζει τα πουλιά

Για τη γη που πεθαίνει μέρα τη μέρα

ΦΤΑΙΣ

Για τη μέρα που έγινε νύχτα

Για τη γλύκα που έγινε πίκρα

Για τον ύμνο που έγινε θρήνος

ΦΤΑΙΣ ΦΤΑΙΣ ΦΤΑΙΣ

VIII

Ζήτησα απ’ τον άνεμο

να μου μιλήσει για τον κόσμο

και μου είπε «ΧΡΗΜΑ».

Ζήτησα απ’ τη θάλασσα

να μου μιλήσει για τον κόσμο

και μου είπε «ΨΕΜΑ».

Ζήτησα απ’ το ποτάμι

να μου μιλήσει για τον κόσμο

και μου είπε «ΔΟΛΟΣ».

Ζήτησα απ’ τα δέντρα

να μου μιλήσουν για τον κόσμο

και μου είπαν «ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ».

Ζήτησα απ’ τα πουλιά

να μου μιλήσουν για τον κόσμο

και μου είπαν «ΦΘΟΝΟΣ».

Ζήτησα απ’ τα ζώα

να μου μιλήσουν για τον κόσμο

και μου είπαν «ΠΙΚΡΑ».

Ζήτησα απ’ τα ψάρια

να μου μιλήσουν για τον κόσμο

και μου είπαν «ΠΟΝΟΣ».

Ζήτησα απ’ τη γη

να μου μιλήσει για τον κόσμο

και μου είπε «ΘΑΝΑΤΟΣ».

Ζήτησα απ’ την ψυχή μου

να μου μιλήσει για τον κόσμο

και μου είπε «ΚΡΙΜΑ».

IX

Ακούω να αλυχτούν και πάλι τα σκυλιά του πολέμου

Βλέπω χιλιάδες ανθρώπους να κινούν για τη μάχη

Ακούω κανονιοβολισμούς, πυροβολισμούς και εκρήξεις

Βλέπω τ’ αδέλφια να σκοτώνουν και πάλι αδέλφια

Ακούω διαόλων φωνές να διατάζουν «σκοτώστε»

Βλέπω τα χωράφια σπαρμένα με κουφάρια

Ακούω αεροπλάνα να σφυρίζουν το θάνατο

Βλέπω τα ποτάμια να πλημμυρίζουν με αίμα

Ακούω μια κόρη να θρηνεί τον κύρη

Βλέπω μιας μάνας τα σωθικά να ξεσκίζει μαχαίρι

Ακούω των νεκρών τις ψυχές να ουρλιάζουν τριγύρω

Βλέπω τα κοράκια να στήνουν χορό για των ανθρώπων την τρέλα

Ακούω τις ανάσες αφηνιασμένων αλόγων

Βλέπω τέσσερις καβαλάρηδες που στάζουνε αίμα

Ακούω κάποιον να μου κτυπάει την πόρτα

Βλέπω το χάρο την αγκαλιά του ν’ ανοίγει για μένα

«Πάρε με μαζί σου γέροντα. Το χρέος μου έχει τελέψει»

Του λέω και σβήνω.

X

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

                                                                          ΜΕΤΑ ΤΙ;

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.