Το Σπιτάκι στην Άκρη του Δρόμου



Το σπιτάκι γεμίζει από τις έντεκα τις καθημερινές, γιατί δεν υπάρχουν πολλά να κάνεις. Τα Σάββατα όλοι βαριούνται να βγουν από νωρίς, θέλουν να πιούν τον καφέ τους ή να δουν την κοπέλα τους, να κάνουν ένα μπάνιο με την ησυχία τους, να φάνε με τους δικούς τους κι έτσι ο πολύς κόσμος μαζεύεται μετά τα μεσάνυχτα. Μα όταν μαζεύεται, ξεχειλίζει για τα καλά το οικοδόμημα που χαριστικά μπορεί κανείς να αποκαλέσει σπιτάκι μα είναι στην πραγματικότητα μια παράγκα από λαμαρίνες κι ένα μοναδικό ντουβάρι από κάποιο παλιό φυλάκιο. Η χρησιμότητά του, πέρα από αυτές τις μαζώξεις, είναι αμφίβολη. Ο Δήμος έχει κρεμάσει μια λάμπα φθορισμού με γυμνό καλώδιο στο κέντρο του κι έχει καρφώσει μια σήτα γύρω από την τρύπα του τοίχου. Όλο κι όλο τόσο ασχολήθηκε μαζί του και ύστερα το άφησε στη μοίρα του. Μονάχα κολλά μια στο τόσο μια ανακοίνωση πάνω από τις προϋπάρχουσες, που έχουν κιτρινίσει και ζαρώσει από τα χρόνια και την κακοκαιρία που σχεδόν δεν διαβάζονται.

  Οι εποχές μετατρέπουν το σπιτάκι από ψυγείο σε φούρνο με το πέρασμα της χρονιάς, αχρηστεύοντάς το για τις περισσότερες ώρες της μέρας. Στον περαστικό μοιάζει με ερημωμένη καλύβα. Το βράδυ, όμως, σφύζει από ζωή. Παίρνει την εκδίκησή του: η λάμπα πετρελαίου ανάβει πάλι, ο καπνός φτάνει το ταβάνι και τα γέλια που γιγαντώνονται όπως αντανακλώνται στις τζούφιες λαμαρίνες αντηχούν μέχρι τη γωνιά του δρόμου. Κι έπειτα, αν κανείς πλησιάσει αρκετά ώστε να βλέπει μέσα από το παράθυρο, καταλαβαίνει πως οι θαμώνες δεν πτοούνται από τα καιρικά φαινόμενα. Έχουν κρεμάσει λινάτσες στα σίδερα για μόνωση κι έχουν στρώσει κουρελούδες χάμω. Δυο τελάρα με ένα στρώμα κι ένα τεράστιο τσίτι έχουν γίνει καναπές πρώτης τάξεως. Η ασχήμια των τοίχων, όπου έχουν μείνει ξεσκέπαστοι, καλύπτεται από αφίσες, δυο-τρεις πινακίδες που κάποτε ρύθμιζαν την κυκλοφορία του δρόμου και μια αριστουργηματική ζωγραφιά με σπρέι. Μια ξεχαρβαλωμένη ραφιέρα βαστά μερικά επιτραπέζια, ένα μεγάλο, τσίγκινο κουτί με ψιλοπράγματα και μια στάκα χαρτιά και βιβλία με τη βοήθεια ενός τούβλου που αναπληρώνει το κουτσό της πόδι. Ο κάθε ένας έχει φέρει μια καρέκλα, ένα τραπεζάκι ή ένα διακοσμητικό, το κατιτίς περισσευούμενο από το σπίτι του, ώστε πια μετά βίας χωράς να κουνηθείς. Οι ψηλότεροι βαδίζουν σκυφτοί για να μην κοπανήσουν στο ταβάνι.

 Κι η λάμπα πετρελαίου, απομεινάρι μιας περασμένης εποχής, καρφωμένη στην εσοχή της πόρτας για να φυλάγεται από τη βροχή, ανάβει ξανά με κάποιο αναπτήρα καθώς η καθιερωμένη συντροφιά γλιστρά σιγά σιγά μέσα. Η ώρα είναι έντεκα και τέταρτο. Είναι απαρτία απόψε, μονάχα αγόρια, ανάμεσα στα δεκαέξι και τα είκοσι, ίσως εικοσιένα. Τούτο είναι και το συνηθέστερο- κοπέλες έρχονται, καμιά φορά, μα δεν ανήκουν στη μόνιμη παρέα κι οι επισκέψεις τους δεν κρατούν πολύ καιρό. Άλλωστε, τα αγόρια πηγαίνουν σχεδόν κάθε μέρα στο σπιτάκι: πότε πότε κατεβαίνουν στην πόλη ή παίζουν μπάλα στο νταμάρι, μα πού να τρέχουν..;

 Είναι ακόμα Μάης κι η ώρα ιδανική, μήτε κρύο μήτε ζέστη κι η μουσική ήδη ξεκουφαίνει όσους είναι μέσα. Η τοποθεσία επιτρέπει τη φασαρία και το τζέρτζελο δίχως φόβο για τυχόντα παράπονα και διαμαρτυρίες για τη διατάραξη του κοινού βίου. Είναι εντελώς ελεύθεροι να κάνουν ο, τι θέλουν. Οι περισσότεροι γονείς δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξη του οικίσκου, αφού βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού, πόσο μάλλον τη σημασία του. Πουθενά αλλού δε βρίσκεις τέτοια φωλιά, μακριά από τα μάτια του κόσμου, που να χωρά πάντοτε τόσους και παντελώς ανενόχλητους.

 Πάνω στο τραπεζάκι, μια σκοροφαγωμένη αντίκα στολισμένη με γιαπωνέζικα ιδεογράμματα και λουλούδια που κάποιος ανακάλυψε πεταμένη στα σκουπίδια, βρίσκεται ένα γαλόνι κρασί σε πλαστικό μπουκάλι, ένα τασάκι, δυο πακέτα με καπνό κι ένα με χαρτάκια. Μα το πραγματικά σπουδαίο, η βασίλισσα της βραδιάς, στο πράσινο γυάλινο μπουκάλι της, μια σαμπάνια (‘ «Ντομ Περινιόν»- όχι ο, τι κι ό , τι. Για τα γενέθλιά μου. Ούτε που κατάλαβαν πως λείπει.’ ) που βουτήχτηκε με μαεστρία από μια κούτα με άλλες διακόσιες μποτίλιες από κάποιον που δουλεύει στην Κάβα. Μια ευχάριστη αλλαγή από τα ποτά από το ψυγείο του ψιλικατζίδικου – «μα αν πάρεις και λίγο χυμό ή τα αφήσεις μια ώρα στην κατάψυξη, δεν το νιώθεις καν» - και τις μπύρες του περιπτέρου. Τα δέκατα όγδοα γενέθλια γιορτάζονται όπως τους αναλογεί, μέσα στο σπιτάκι, επειδή ανήμερα πέφτει καθημερινή και την επόμενη πολλοί έχουν πρωινό ξύπνημα. Το κανονικό γλέντι θα γίνει το Σάββατο, σε μαγαζί, με τις πρέπουσες τιμές. Μα έχουν τούρτα και πίτσες και πατατάκια και κάτι με καρπούζι και τη Ντομ Περινιόν και μουσική και πολλή όρεξη, κι όταν η ώρα πάει μία δεν υπάρχει ούτε ένας στο δωμάτιο που να μη γελάει. Τέσσερα τσιγάρα γυρίζουν και η μαύρη σακούλα έχει τιγκάρει με πλαστικά ποτηράκια και πιάτα με υπολείμματα σοκολάτας και σαντιγί. Κάποιοι φορούν χάρτινα καπελάκια –ο εορταζόμενος φοράει δύο- και τραγουδούν όσα λόγια ξέρουν από ο,τιδήποτε είναι αυτό που παίζει γκαρίζοντας όσο δυνατά αντέχουν τα πνευμόνια τους, μέχρι να λαχανιάσουν, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο. Το Αγόρι πιάνει την ανάσα του στο λαιμό του. Τα άκρα του κυλούν σε μέλι, ένα αργό, πηχτό, απολαυστικό ζουμί κι ο αέρας τον γαργαλάει λίγο. Αυτές είναι οι μέρες, σκέφτεται.

 Και τότε Την βλέπει.
 Περνάει έξω από το παράθυρο. Είναι μαζί με δύο φίλες της, λίγο άγευστες κι ας είναι χαριτωμένες . Η λάμπα του δρόμου φωτίζει κοφτερά το πρόσωπό της κάνοντάς τη να μοιάζει με ξωτικό, πιο χλωμό από την άσπρη μπλούζα της, με ροζ μάγουλα και διαπεραστικά μάτια. Θα γυρίζει σπίτι της- η βραδιά της πρέπει να λήγει, ενώ η δική τους προβλέπεται να κρατήσει μέχρι ο ήλιος να χρωματίσει μενεξελή και ανοιχτογάλαζο το μαύρο ουρανό. Το ρολόι του γράφει Μηδέν Ένα, Ένα Πέντε.
 Την πρώτη φορά που την είδε, φορούσε κάτι κόκκινο. Μόνο αυτό θυμάται. Έπαιζε σε έναν αγώνα κι είχε το νου του αλλού. Δεν του έκανε τόση εντύπωση- κι ας ήταν χαριτωμένη, με γουστόζικο προσωπάκι. Περισσότερο την παρατήρησε όταν την άκουσε να γελάει, γιατί ακουγόταν σε ολόκληρο το γήπεδο κι όταν συζητούσε, χειρονομούσε έντονα.

 Ρώτησε κι έμαθε ποια ήταν. Δεν της είχε μιλήσει ακόμα. Έβαλε μια φίλη του που την γνώριζε από κοριτσάκι να ρωτήσει πιο πολλά, μα οι απαντήσεις της τον μπέρδευαν. Δεν ήταν ξεκάθαρες, είτε από χαζαμάρα, γεγονός μάλλον απίθανο, είτε από αμηχανία, είτε επειδή ακόμα και τούτο το έβρισκε διασκεδαστικό. Πείσμωσε στην αρχή, θέλησε να μην ασχοληθεί, να μην της δώσει αξία. Ήξερε πως υπήρχαν πολλές κοπέλες που απολάμβαναν το ενδιαφέρον των αγοριών κι ύστερα τα απαξίωναν, που έβρισκαν αστεία τη σημασία τους και θεωρούσαν ότι ήταν καλύτερες από εκείνους. Μπορεί σε αυτές να ανήκε, και να έσπαγε πλάκα με τις ερωτήσεις του και κρυφά να τον κορόιδευε στις φίλες της. Δεν μπορούσε να της προσφέρει τούτη την ικανοποίηση, να δικαιώσει με αυτό τον τρόπο τη ματαιοδοξία της.

 Μα στο βάθος αισθανόταν από τότε πως εκείνη δεν ήταν έτσι. Κι όταν για πρώτη φορά βρέθηκαν να συστήνονται ως μέλη της ίδιας παρέας, μετά από καιρό, η διαίσθησή του επιβεβαιώθηκε θριαμβευτικά. Ήταν γελαστή, τόσο που μικρές ζάρες σχηματίζονταν στα πλαινά των ματιών της, είχε λακάκια και ζουμερές καμπύλες κι ένα βλέμμα μικρού παιδιού, τόσο διαπεραστικό που έκανε την πλάτη του να καίει και το λαιμό της μπλούζας του να στενεύει μαγικά. Ωστόσο, αν κι ήταν γλυκομίλητη κι ολωσδιόλου ψηλομύτα, όπως στην αρχή φοβόταν, κάτι τον εμπόδιζε να την πλησιάσει. Ήταν απόμακρη, είχε πάντοτε μια πρόφαση για να μην τους ακολουθήσει, να μην καθίσει με την παρέα και να μη βρεθεί στο στέκι τους. Έπρεπε να ξυπνήσει νωρίς ή είχε δουλειά, κάποιος την περίμενε. Κάποια φορά που την πέτυχε της το επισήμανε περιπαικτικά, προσπαθώντας να την προκαλέσει. Ίσως κάποια άλλη φορά, κάποιο πρωινό, καλύτερα, απάντησε εκείνη.

 Έτσι, του έγινε πια φως φανάρι πως περιφρονούσε τον τρόπο που περνούσε τα βράδια του. Ίσως όχι από κακία, ίσως απλά επειδή τα γούστα τους δεν ταίριαζαν κι επειδή πράγματι, δεν θα μπορούσε να τη φανταστεί να κάθεται ανακούρκουδα στις κουρελούδες, στο σπιτάκι, με φλογισμένα, άλικα μάγουλα κι ατημέλητες μπούκλες και να γελά δυνατά – όχι πως δεν το ήθελε- με εκείνο το σφυριχτό, βροντερό γέλιο. Ίσως, όπως πολλοί άλλωστε, νόμιζε τον εαυτό της ανώτερο από τέτοιες συνήθειες. Ποιοι ήταν, όμως, εκείνη και καθένας σαν του λόγου της, για να κρίνουν; Εκείνοι διασκέδαζαν, αυτό μονάχα μετρούσε. Γιόρταζαν κάθε μέρα κι ούτε τους ένοιαζε για το αύριο. Δεν του καιγόταν καρφί για τη γνώμη των άλλων.

 Μήτε σήμερα του καίγεται, μα καθώς την παρακολουθεί να κατηφορίζει με βήματα που διαρκούν αιώνες, ο αέρας του μικρού δωματίου αρχίζει να βαραίνει και τα μάτια του να τσούζουν απροειδοποίητα. Η γεύση του φτηνού κρασιού είναι στυφή στην ξερή του γλώσσα και για πρώτη φορά σε ολάκερη τη νεότητά του νιώθει πως η τρύπα στον γρέντζο τοίχο δεν είναι μια απλή πόρτα άλλα η πύλη μιας φυλακής που τον βαστά μέσα της, χωρισμένο από τον υπόλοιπο κόσμο. Θα ήταν μια καλοδεχούμενη σκάντζα, ένα λεπτό χεράκι μέσα στο δικό του ή να χαιδεύει απαλά το σβέρκο του αντί για το στριμμένο τσιγάρο μέσα στην παλάμη του, απόψε. Βλέπει τον εαυτό του ανάμεσα στις λαμαρίνες, τα βουνά από περιτυλίγματα και πλαστικά ποτηράκια, τα αγόρια που γκαρίζουν. Το βλέμμα του ταξιδεύει από τα στόματα στα μάτια κι είναι σαν κολλάζ δυο διαφορετικών φωτογραφιών, αταίριαστων μεταξύ τους. Τα χείλη σηκώνονται προς τα πάνω αλλά στο ημίφως που δημιουργεί ο λαμπτήρας φωτισμού τα πρόσωπα φαντάζουν πέτρινα.

Κοιτάζει μέχρι που μοιάζουν με μάσκες και ο ήχος γίνεται συμπαγής κι αποστρέφει τη ματιά του παγωμένος, ρίχνοντάς την πάλι μακριά, έξω από το παράθυρο. Ώσπου σκοντάφτει και σταματά στο μικρό πρόσωπο Εκείνης που είναι γυρισμένο κι αντικρίζει το δικό του ολόισα. Οι ίριδές τους κλειδώνουν. Η αναγνώριση χρωματίζει την έκφρασή της με μια ανεξήγητη ένταση, μια μελαγχολική ευθυμία κι ύστερα, σαν τούτο το δευτερόλεπτο να μη διέφερε στο ελάχιστο από οποιοδήποτε άλλο της ζωής της, γυρίζει το κεφάλι της από την άλλη πλευρά.

 Το στομάχι του σφίγγεται με θυμό. Ποια νομίζει ότι είναι; Τη μισεί, εκείνη την ώρα, στη Μια και Δεκαπέντε το βράδυ, μέσα στο σπιτάκι στην άκρη του δρόμου. Τη μισεί και τη λαχταρά, τη λαχταρά όσο τίποτα άλλο. Το λευκό φώς της, τα ροδαλά μαγουλάκια, την αποστροφή της προς κάθε τι που σημαδεύει την τωρινή του ζωή, την αγνή, παιδική της απροθυμία να χωρέσει τον εαυτό της εκεί μέσα μαζί τους. Θέλει να τη σφίξει πάνω του, να τη σημαδέψει με τα χείλη του με παραπονεμένο φθόνο, με ανάγκη κι ίσως, ίσως, να της κλέψει μια καθαρή αχτίδα ή δύο. Μπορεί μια μέρα να το κάνει, να αφήσει το πιο μαλακό χνάρι του στόματός του στο στόμα της. Μα αυτή η μέρα δεν θα είναι η σημερινή.

 Και το αγόρι γυρνά στο κορμί του, στο κεφάλι που ζυγίζει τόνους και τα δάχτυλα που παίζουν με έναν αναπτήρα και τους φίλους που δεν έχουν προσέξει διόλου τα δευτερόλεπτα απουσίας του και συνεχίζουν να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα, δίχως καμία έγνοια, καμία μαύρη σκέψη να τους συνθλίβει. Το στέρνο του βουίζει, άδειο δοχείο, μα δεν πονάει. Τίποτα δεν πονάει. Όλα είναι καλά.
 Όλα είναι καλά. Αφήνει μια ανάσα που δεν ήξερε ότι κρατούσε. Οι ώμοι του χαμηλώνουν, η πλάτη του ξεσφίγγει. Επιτρέπει στη ζεστασιά του χώρου να τον αγκαλιάσει, να κυλίσει μέσα του και να διώξει κάθε ανησυχία. Ανάβει το τσιγάρο του κι η πρώτη τζούρα είναι, όπως πάντα, ηδονικά καταπραυντική. Κατεβάζει τον καπνό στα πνευμόνια και τα πόδια του χαλαρώνουν. Όλα είναι καλά.
 Δέκα λεπτά αργότερα, γελά σαν πρώτα μαζί με τους άλλους, καθησυχασμένος κι ανέμελος. Ούτε μια σκέψη για μάσκες, κορίτσια και φυλακές. Είναι μια νύχτα σαν όλες τις άλλες κι ίσα ίσα, πιο χαρούμενη και γιορτινή. Απόψε γιορτάζουν. Απόψε, το αγόρι παραδίδει το κλειδί και μένει αιχμάλωτο οικειοθελώς στο σπιτάκι στην άκρη του δρόμου.




                                                                                                                    ΜΥΡΤΩ ΖΑΡΑ
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.