Η Πείνα...




Ήταν κι αυτή μια βραδιά από τις πολλές που έπεφτε να κοιμηθεί νηστικός μέσα στο βαγόνι που τον φιλοξενούσε εδώ και κάποιους μήνες. Ένα παλιό βαγόνι που βρισκόταν αραδιασμένο μαζί με άλλα άχρηστα βαγόνια στον Λαρισαϊκό. Και στα άλλα βαγόνια έμενε κόσμος. Σε μερικά μάλιστα έμεναν ολάκερες οικογένειες. Ήταν μια λύση κι αυτή για να στεγάσει το αστέγαστο κορμί της η φτωχολογιά. Στριφογύριζε εδώ και πολλήν ώρα τυλιγμένος με μια τριμμένη στρατιωτική κουβέρτα που την είχε για στρώμα και σκέπασμα. Αδύνατον να κοιμηθεί. Η πείνα τού τυραννούσε τα σωθικά. Το στομάχι του πονούσε, τα έντερά του γουργούριζαν σε φρικτό παράπονο για την αφύσικη μεταχείρισή τους. Τα μάτια του βούλιαζαν λίγο λίγο μέσα στις κόγχες τους. Ήταν και το άλλο το κακό. Κρύωνε... Ύστερα και το άλλο. Ήταν μόνος... Κουλουριάστηκε προς τα δεξιά, ύστερα γύρισε, κουλουριάστηκε ξανά, έχωσε τα χέρια του ανάμεσα στα σκέλια του για να ζεσταθούν. Έξω έβρεχε. Από τις τρύπες του βαγονιού έμπαινε μέσα ένας αλύπητος ψυχρός αέρας. Τα πάντα είχαν νοτιστεί από την ύπουλη υγρασία. Ξαφνικά άρχισε να βήχει. Σε κάθε βήξιμο έγδερνε άγρια τα μέσα του. Άρχιζε με μιαν επίμονη φαγούρα στην τραχεία, προχωρούσε σε παροξυσμό, και σταματούσε όταν πια το στόμα του πλημμύριζε από ένα πηχτό γλοιώδες υγρό... Ύστερα από την εξάντληση που του έφερε η αιμόπτυση, τον πήρε ένας βαθύς παθητικός ύπνος.

 Όταν ξημέρωσε η μέρα, ήταν περισσότερο πεινασμένος από τα χτες. Ακόμη πιο εξαντλημένος. Φόρεσε το χιλιοφορεμένο του πανωφόρι, βγήκε έξω, πήρε τον δρόμο για το κέντρο της πόλης. Κάθε μέρα πήγαινε στην αδιάφορη πόλη με την ελπίδα να βρει κάποια δουλειά. Αλλά μαζί με τα πόδια του έσερνε και την αρρώστια του και την κακομοιριά του και την αδυναμία του. Ποιος  αλήθεια  θα μπορούσε να δώσει δουλειά σε τούτο το πανάθλιο σύνολο; Ο δρόμος του τον έβγαλε έξω από ένα φούρνο. Κοντοστάθηκε. Πλησίασε στη βιτρίνα και βάλθηκε πια να τρώει με τα μάτια ό,τι βρισκόταν προκλητικά απλωμένο πίσω από την τζαμαρία: Εφτάζυμα, σταρένια παξιμαδάκια, βουτήματα, φρυγανιές, ψωμί... Οι μασέλες του άρχισαν να κουνιούνται μηχανικά. Και τότε είδε εκείνη την ταμπελίτσα που κρεμόταν πίσω από το τζάμι: 

                  ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΠΑΡΕΧΕΤΑΙ ΣΤΕΓΗ ΚΑΙ ΤΡΟΦΗ

Στέγη και τροφή...
 Φαντάστηκε για μια στιγμή τον εαυτό του υπάλληλο με στέγη και τροφή. Αυτές οι δυο απλησίαστες λέξεις τον έκαναν να ανατριχιάσει από γλυκιά ελπίδα. Πήρε βαθειά ανάσα, πήρε θάρρος, άνοιξε την πόρτα, βρέθηκε μπροστά στον πάγκο. Πίσω στεκόταν ο φούρναρης. Χοντρός, ροδοκόκκινος, χορτάτος.
– Διάβασα την ταμπέλα. Εγώ, αν με θέλετε βέβαια, θέλω να δουλέψω. Παρέχετε στέγη και τροφή, δεν είναι έτσι; Στέγη και τροφή...
Ο καταστηματάρχης τον κοίταξε παγερά, έχωσε το βρόμικο νύχι του ανάμεσα σε δυο δόντια, κάνοντας έτσι τη δουλειά που θα έκανε με μιαν οδοντογλυφίδα, και είπε:
 – Εγώ παρέχω στέγη και τροφή. Αλλά όχι και στον πρώτο τυχόντα. Εγώ, άνθρωπέ μου, ζητάω υπάλληλο, όχι χαραμοφάη... Εσύ, όπως βλέπω, δεν μπορείς καλά καλά να σαλέψεις τα ποδάρια σου... Άμε στο καλό, παιδάκι μου... Άμε στο καλό... Τι το κάναμε εδώ πέρα; Άσυλο; Να πιάσει δουλειά, λέει! Βρε πού καταντήσαμε! Και πού είσαι ακόμα... Τι έχουν να δουν τα μάτια μας... Ο Θεός να φυλάει... 
Άκουσε αποσβολωμένος τον μακρύ μονόλογο. Ύστερα το βλέμμα του πέρασε πίσω από αυτόν, καρφώθηκε στο ράφι, στις φραντζόλες, θόλωσε... Ωστόσο ο φούρναρης συνέχισε: 
– Άμε στο καλό, παιδάκι μου... Ψάξε, βρες καμιά δουλειά, δυνάμωσε λίγο, στάσου καλά στα πόδια σου, κι ύστερα έλα σε μένα. 
Δεν μίλησε. Ξεκόλλησε τα μάτια του από τις φραντζόλες, ξεκόλλησε τα πόδια του τα ασήκωτα από το δάπεδο, πήρε το ταλαίπωρο κορμί του από τη ζεστασιά του φούρνου, το έφερε στην παγωνιά του δρόμου. Ήταν τώρα περισσότερο πεινασμένος παρά ποτέ. Προχώρησε καμιά εκατοστή μέτρα χαζεύοντας τα μαγαζιά. Σούπερ Μάρκετ, ανθοπωλείο, κουρείο, κρεοπωλείο, ξανά Σούπερ Μάρκετ, καθαριστήριο, ηλεκτρικά είδη, υδραυλικά, πάλι κρεοπωλείο, γραφείο κηδειών. Γραφείο κηδειών... Σταμάτησε απότομα. Το στερημένο από θερμίδες μυαλό του φωτίστηκε. Σε λίγη ώρα βρισκόταν στο νεκροταφείο. Δεν άργησε να έρθει μια κηδεία. Ακολούθησε τους τεθλιμμένους συγγενείς και φίλους. Η πομπή προχώρησε για λίγο ανάμεσα στους τάφους, ύστερα στάθηκε. 
Ο παπάς άρχισε να ψάλλει: " Άμωμοι εν οδώ αλληλούιαααα"... Οι συγγενείς μιλούσαν... Έλεγε μια ξερακιανή κυρία σε μια διπλανή της: 
– Ήταν βέβαια λίγο στριμμένος και τσιγκούνης. Όμως, δεν λέω, τα παιδιά του τα ανάθρεψε σωστά. Έβγαλαν το σχολείο, επρόκοψαν... Να, κοίτα, αυτός είναι ο γιος του. Δημόσιος υπάλληλος. Με το ταχτικό του... Η κόρη του παντρεύτηκε. Καλοπαντρεύτηκε μάλιστα! Πήρε ένα μεσίτη και καλοπερνάει. Του πουλιού το γάλα, που λένε, της φέρνει. Ήταν βέβαια λίγο γυρίστρω πριν αποκατασταθεί, αλλά ποιος τα ψιλοεξετάζει αυτά τώρα... Κατάφερε να τυλίξει τον μεσίτη κι ας τα κλαίει που τα ’χει... Τώρα είναι και μερικοί που λένε ότι του τα «φοράει», και πως αυτός το ανέχεται σιωπηρώς. Πάντως... 
Άφησε τις κυρίες, προχώρησε προς τ’ αριστερά, και στάθηκε κοντά σε δυο χοντρούς κυρίους με κυριακάτικο μπακαλίστικο ντύσιμο, που μύριζαν ιδρωτίλα. Ο παπάς έψελνε: "Και ανάπαυσον αυτόν εν τόπω χλοερώ, ένθα απέδρα" ...
Ο ένας κύριος μιλούσε χαμηλόφωνα στον φίλο του:
 – Ψόφησε και ησυχάσαμε. Το τομάρι του κερατά! Ήθελε να κάνει και τον συνδικαλιστή. Τον είχαμε φορτωθεί στον σβέρκο μας δέκα ολόκληρα χρόνια. Αλλά τι να σου κάνω; Φταίνε εκείνα τα καθοίκια οι εργάτες που τον ψήφιζαν... Όχλος καημένε! Θέλουν και σωματείο τα κτήνη... Ψηφίζουν κατά κανόνα τον πιο άχρηστο. Την επόμενη εβδομάδα θα γίνουν αρχαιρεσίαι στο σωματείο... Έννοια σου και θα φάμε καλά. Έχω πολλούς δικούς μου εγώ εκεί μέσα... 
– Βεβαίως... Θα εκλεγείτε οπωσδήποτε. Επιτέλους θα σας δοθεί η ευκαιρία να δείξετε τας αναμφισβητήτους ικανότητάς σας. Γνωρίζετε εσείς τα συμφέροντά μας... Όχι σαν κι αυτό το γουρούνι – Θεός σχωρές το – που τα έβαλε με την κυβέρνηση. Ιδεολόγος, σου λέει... Πφφφ! 
"Δεύτε τελευταίον ασπασμόν", είπε ο παπάς...
 – Τώρα πάω να εκφωνήσω τον επικήδειο, σκούντηξε ο κύριος που μύριζε ιδρωτίλα τον συνομιλητή του. Ύστερα θα πάμε μαζί να βρούμε τον κύριο Υπουργό... Προχώρησε, και μέσα στο γενικό πένθος άρχισε:
"Αλησμόνητε μεγάλε νεκρέ! Εις μίαν εποχήν όπου τα καυτά προβλήματα της εργατικής τάξεως ευρίσκονται εις το πλέον κρίσιμον σημείον των, εις μίαν εποχήν – λέγω – όπου η εργατική τάξις τοιαύτην είχεν ανάγκην της τολμηράς παρουσίας σου, μας αφήνεις. Το θέλημα του Θεού, υπεράνω των δυνάμεών μας, μας αφήνει ορφανούς, αποστερώντας μας τον χαρισματικόν Πρόεδρόν μας. Εις εσέ, ο οποίος πάνω από κάθε συμφέρον έταξες τον εαυτόν εις τον συνδικαλιστικόν αγώνα, εις εσέ, μεγάλε νεκρέ, ο οποίος θαρραλέα ύψωσες το ανάστημά σου έναντι των δολιοφθορέων του εργατικού μας κινήματος, εις εσέ – λέγω – απευθύνω το ύστατο χαίρε! Λάμπρυνες δια της παρουσίας σου"... 

Καθόταν και άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Είχε σχεδόν ξεχάσει την πείνα του. Κάποιος εργάτης τον πλησίασε και τον ρώτησε:
 – Τα φτυάρια πού είναι, συνάδερφε;
 – Ποια φτυάρια;
– Για να θάψουμε τον πεθαμένο. Εσύ δεν είσαι ο καινούριος;
 Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι αυτός θα μπορούσε να είναι νεκροθάφτης. Αυτός είχε έρθει για άλλο λόγο εδώ πέρα. Έξω από εκείνο το γραφείο κηδειών τού είχε κατεβεί η ιδέα.
 – Όχι, δεν είμαι νεκροθάφτης, ψέλλισε.
Ο λόγος τέλειωνε τώρα μέσα στη γενική οδύνη, με μια τελευταία αποστροφή του ιδρωμένου ρήτορα: ..."Ούτω, ημείς οι ταπεινοί συνεχισταί του μεγάλου σου έργου, έφθασε η μεγάλη στιγμή να αναφωνήσωμεν: Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε καλύψει, τιμημένε Πρόεδρέ μας"... 

Επιτέλους! Λίγο ακόμη και θα είχε λιποθυμήσει από την αβάσταχτη πείνα. Με τις λίγες δυνάμεις που του απέμεναν, κατευθύνθηκε προς τα εκεί που είχαν το πανέρι με τα ψωμάκια της παρηγοριάς. Πήρε πρώτα η χήρα ένα ψωμάκι, ύστερα ο γιος του μακαρίτη, ύστερα η κόρη με τον μεσίτη, ύστερα οι λοιποί συγγενείς. Όταν έφτασε η σειρά του να πάρει το πολυπόθητο ψωμάκι, αυτός που τα μοίραζε τον κοίταξε καχύποπτα. Κάτι στο σουλούπι του δεν του πήγαινε. 
– Συγγενής είσαι, νεαρέ; Εκείνος δεν απάντησε. Τα μάτια του, το μυαλό του, το στομάχι του, είχαν γεμίσει με ψωμάκια πασπαλισμένα με ζάχαρη.
– Ε! Σ’ εσένα μιλάω... Συγγενής είσαι; Της τελετής είσαι; 
Αυτός κοίταξε πίσω του, κοίταξε μπρός του, είδε πως όλοι ήταν ντυμένοι, παπουτσωμένοι, χορτάτοι. Είδε τις δυο κυρίες που κουτσομπόλευαν προηγουμένως, είδε τους δυο κυρίους που μύριζαν ιδρωτίλα, είδε τον παπά, είδε τους νεκροθάφτες, είδε τα ψωμάκια, είδε το βαγόνι, είδε τον φούρναρη, οι πισινοί του τον έσπρωχναν, και αυτός που μοίραζε τα ψωμάκια τον κοίταζε με ένα βλέμμα απαίσια σχολαστικό. Πήρε βαθειά ανάσα, και με όση δύναμη του είχε απομείνει φώναξε με απόγνωση:
– Πεινάω... Πεινάω... Καταλαβαίνετε; Πεινάω... Στέγη και τροφή... Τροφή και στέγη... Πεινάω... Θεός σχωρές τον... Πεινάω... 
Ύστερα έπεσε λιπόθυμος...

Δημήτρης Μπούκουρας

Το σκίτσο του λούμπεν τύπου δικό μου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.