Μαρτυριάρα αγκαλιά



Την επόμενη κιόλας μέρα ένα σιωπηλό αγέλαστο κορίτσι κουκουλωμένο από την κορυφή ως τα νύχια με γκρίζα ξεθωριασμένα ράσα κατέβηκε από μια άμαξα κρατώντας  τα υπάρχοντά της σε ένα μικρό τσουβαλάκι  και χτύπησε την πόρτα του αρχοντικού. Η οικονόμος της έδειξε πρώτα το δωμάτιό της και κατόπιν τη συνόδεψε αμέσως στο γραφείο του βαρόνου για να της εξηγήσει τα καθήκοντά της. Ήταν παράξενο, αλλά η αδερφή Άννα είχε διαμορφώσει την εντύπωση πως ο βαρόνος για κάποιον ανεξήγητο λόγο είχε ζητήσει συγκεκριμένα την ίδια κι όχι απλά κάποια οποιαδήποτε δόκιμη μοναχή για να αναλάβει τη φροντίδα της πνευματικά ταραγμένης συζύγου του. Όχι πως είχε πια αμφιβολίες ή περιέργεια για το χαμένο παρελθόν της, αλλά κάποια αδιόρατη ανησυχία την είχε παγώσει και την είχε καθυποβάλει από τη στιγμή που η άμαξα είχε περάσει πάνω από την γέφυρα του ποταμού. Μια ανάμνηση φόβου, πόνου, απόρριψης. Αλλά κι ένα ενοχλητικό σκίρτημα στα σωθικά, σαν να την γαργαλούσαν τα δόλια δάχτυλα της αμαρτίας. Έπρεπε να προσέχει. Ο βαρόνος είχε κακή φήμη, ειδικά όσον αφορούσε τις γυναίκες, κι ίσως να μην σεβόταν ούτε καν το σταυρό και τα ράσα της. Κι όμως, αν ήθελε να ναι ειλικρινής, εκείνη η πρώτη τους συνάντηση μέσα στο ηλιόλουστο γραφείο την άφησε με μια αίσθηση δέους και σεβασμού. Ο αφέντης της επαρχίας σίγουρα δεν ήταν ούτε καλός άνθρωπος ούτε και θρήσκος, αλλά είχε κάτι το απόλυτα αγνό πάνω του κι αυτό ήταν η αυθόρμητη παραδοχή της κακίας του. Δεν έπαιζε με τους άλλους, δεν υποκρινόταν τον αθώο. Ήταν επικίνδυνος, λάγνος και αδίστακτος και δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να το ομολογήσει. Η αδερφή Άννα προς μεγάλη της έκπληξη ένιωσε εντελώς άνετα με αυτά τα χαρακτηριστικά, σαν να της ήταν οικεία και προς μεγάλη της ανακούφιση συνειδητοποίησε πως κάτω από το βλέμμα του σκληρού αυτού άρχοντα θα ήταν πολύ πιο ασφαλής από ότι ήταν τα τελευταία δυόμιση χρόνια κάτω από το βλέμμα της Αγίας Ηγουμένης.
   «Πρόσεξε πολύ καλά αυτό που θα σου πω, γιατί θα το πω μια φορά μόνο. Εδώ μέσα δεν υπηρετείς το θεό σου, ούτε την ηγουμένη σου, ούτε τη γυναίκα μου. Υπηρετείς εμένα. Όσον αφορά τη βαρόνη, το μόνο σου καθήκον είναι να την εφησυχάζεις και να την συγκρατείς όταν το μυαλό της ξεφεύγει τελείως. Κατά τα άλλα είσαι ελεύθερη να ασχοληθείς με οτιδήποτε μέσα στο σπίτι και τους κήπους τριγύρω. Η πληρωμή για τις υπηρεσίες σου θα είναι χρήματα, προστασία και μόρφωση, αν σε ενδιαφέρει. Όταν οι υπηρεσίες σου δεν θα είναι πια απαραίτητες, θα είσαι ελεύθερη να πας όπου θέλεις... Ακόμα και να γυρίσεις στο μοναστήρι σου».
   Η τελευταία εκείνη φράση είχε κάνει τέτοια εντύπωση στην αδερφή Άννα που δεν μπορούσε για μέρες να τη βγάλει από μυαλό της. Τι σήμαινε πως θα ήταν ελεύθερη να πάει όπου θέλει, ακόμα και στο μοναστήρι; Πού αλλού θα μπορούσε να ήθελε να πάει; Πού αλλού υπήρχε να πάει; Τις πρώτες  μέρες της μέσα στο αρχοντικό η νεαρή δόκιμη μοναχή ανακάλυψε πως η βαρόνη δεν είχε καμία όρεξη ούτε να τη δει ούτε να της αναθέσει κάποια εργασία. Μάλιστα οι μέρες περνούσαν και δεν είχαν καν διασταυρωθεί μέσα στον πύργο. Η καμαριέρα της την είχε διαβεβαιώσει πως αν χρειαζόταν τη βοήθειά της θα την καλούσε αμέσως. Στην ουσία η παρουσία της μέσα στο σπίτι δεν ήταν καθόλου αναγκαία, ίσως να ήταν και εντελώς περιττή. Πληρωνόταν για να την φιλοξενούν και να την ταΐζουν. Πληρωνόταν μόνο και μόνο για να είναι εκεί.
   Το σπίτι έμοιαζε ατέλειωτο και περίπλοκο, λες και αναδιπλωνόταν και ξεδιπλωνόταν και οι εξωτερικοί του τοίχοι δεν ήταν παρά μια επίφαση στέρεης υπόστασης. Η άνοιξη που εισέβαλε αργή μα πληθωρική στα δωμάτια, τα έκανε όλα να μοιάζουν καινούρια, καθαρά και όμορφα. Κι όσο για τους κήπους, ε, εκεί ήταν να ξεχνιέσαι με τις ώρες. Να συγκινείσαι με το ηδονικό ζευγάρωμα των πουλιών, να μαγεύεσαι από το ευωδιαστό ξύπνημα ενός μπουμπουκιού, να χασομεράς ακολουθώντας γοητευμένος τους ασημένιους δρόμους των σαλιγκαριών. Η νεαρή κοπέλα τα μάθαινε όλα από την αρχή. Σαν να της τα χαν κάποτε διηγηθεί σε παραμύθια και τώρα να  έβλεπε όλα τα μαγικά πράγματα μπροστά της. Κι η βαρόνη άφαντη. Κι ο βαρόνος να χαμογελά συχνά, μισοκρυμμένος πίσω από την κουρτίνα του γραφείου του, με ανεπιτήδευτη ικανοποίηση. Έτσι πέρασε σχεδόν ολόκληρος ο Μάρτης κι η αδερφή Άννα άρχισε να αναρωτιέται αν ήταν πια αναγκαίο να φοράει το μακρύ και άβολο ράσο που της είχαν δώσει στη μονή. Επειδή τις σπάνιες φορές που άρθρωνε κάποια λέξη, συνήθως για να ρωτήσει κάποιον για κάτι, σήκωναν τους ώμους απαντώντας της «δεν ξέρω, ρώτα τον κύριο», πήρε τη δύσκολη απόφαση στην πρώτη ευκαιρία να ρωτήσει τον ίδιο. Πολύ συχνά ο βαρόνος απουσίαζε, πολλές φορές μάλιστα έλλειπε όλη τη μέρα και ολόκληρο το βράδυ και γυρνούσε σπίτι λίγο πριν το χάραμα, την ώρα που η Άννα είχε συνηθίσει να ξυπνάει. Σε μια τέτοια στιγμή ήταν που συναντήθηκαν για δεύτερη φορά. Η Άννα εξακολουθούσε να κρατάει την κουκούλα του ράσου τραβηγμένη χαμηλά στο πρόσωπό της όποτε βρισκόταν μέσα στο σπίτι. Μόνο έξω, στον κήπο, την έσπρωχνε πίσω και καμιά φορά, αν ήταν μόνη της, την έβγαζε τελείως για να χαρεί τον αέρα, τις ζεστές ακτίνες του ήλιου ή τις απαλές στάλες της βροχής στο δέρμα της. Όταν κατάλαβε πως ο βαρόνος ανέβαινε φουριόζος το μονοπάτι απέναντί της έκανε να τραβήξει το χοντροκομμένο ύφασμα μπροστά της, αλλά κάτι στην εικόνα του την έκανε να κοκαλώσει. Να ήταν άραγε τα μακριά μαλλιά που ανέμιζαν πίσω του, μαζί με τη μαύρη του κάπα; Να ήταν το αγριεμένο του βλέμμα κάτω από τα φρύδια που έμοιαζαν με γερακοφτερούγες; Να ταν τα τεράστια αγέρωχα βήματά του πάνω στις πλάκες; Πέρασε από δίπλα της χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει και το ρεύμα που άφησε πίσω του την τύλιξε με αναθυμιάσεις καπνού, αλκοόλ και κάποιου γνώριμου εξωτικού αρώματος. Είχε ήδη χαθεί στην είσοδο όταν  συνειδητοποίησε τι ήταν εκείνο που την είχε ξαφνιάσει. Ο άντρας είχε το αριστερό του χέρι μπροστά στο στήθος, λες κι ήθελε να προστατευτεί από κάποιον φανταστικό άνεμο, ή σαν κάτι να κρατούσε ή  κάτι να προσπαθούσε να κρύψει. Η Άννα έτρεξε απερίσκεπτα πίσω του. Τον είδε να κλείνει βιαστικά την πόρτα στην κάμαρα δίπλα από το γραφείο του κι έσπευσε να την χτυπήσει σιγανά. Το γρύλισμα που άκουσε δίπλα στο αυτί της την έκανε να φανταστεί πως είχε σταθεί ακριβώς πίσω από την πόρτα. Χτύπησε και τις δυο παλάμες της πάνω στο πατιναρισμένο  ταμπλό.
  «Κύριε; Κύριε βαρόνε; Ζεράρ;», διαμαρτυρήθηκε χαμηλόφωνα με την ανάσα της πάνω στο λευκό και χρυσό ξύλο.
   Άκουσε μόνο έναν μικρό γδούπο, σαν να χε γύρει το κεφάλι του πίσω στην πόρτα περιμένοντάς την να φύγει. Και θα είχε φύγει αν ήταν λίγες μέρες πιο πριν. Τώρα όμως ξαναχτύπησε τις παλάμες της με πείσμα εκεί που υπέθετε πως είχε ακουμπήσει την πλάτη του και συνέχισε χαμηλόφωνα μα με ένταση.
   «Αν δε μου ανοίξετε θα αρχίσω να στριγγλίζω πως γυρίσατε ματωμένος», της έκανε εντύπωση η ίδια της η φωνή, που είχε ξεχάσει να την ακούει, ιδίως  χρωματισμένη από συναισθήματα.
   Άκουσε ένα πνιχτό, κάπως κουρασμένο γέλιο κι ύστερα το πόμολο άνοιξε κι ο βαρόνος την τράβηξε απότομα μέσα στην κατασκότεινη κάμαρα. Τότε μόνο της ήρθε στο νου το τι έκανε τόσην ώρα. Ήταν σαν να χτυπούσε την πόρτα του σατανά και τον παρακαλούσε να τη βάλει στην κόλαση. Τρόμαξε και σφίχτηκε αμέσως χάνοντας κάθε σταγόνα από το προηγούμενο θάρρος της. Η μεγάλη αναίσχυντη αγκαλιά του Ζεράρ την είχε κλείσει μέσα της και την είχε εξαφανίσει. Άρχισε να τρέμει και να κλαίει με μικρούς τρομοκρατημένους λυγμούς.
   «Μη... μη... μη...», ψιθύριζε μόνο με κάθε βεβιασμένη αλαφιασμένη της ανάσα σαν να ταν κάποιο ξόρκι που θα την προστάτευε.
   Όμως τα δευτερόλεπτα περνούσαν κι η αγκαλιά μονάχα την αγκάλιαζε. Σφιχτά, πολύ σφιχτά μα μόνον αυτό και τίποτε άλλο. Σταμάτησε να λαχανιάζει και να παρακαλάει κάποια στιγμή κι η αγκαλιά ήταν ακόμη αγκαλιά. Ήταν ζεστή και δυνατή και μια καρδιά χτυπούσε σταθερά και ήρεμα μέσα της.
   «Ξύπνα Ρουσώ», της είπε η καρδιά σκύβοντας δίπλα στο αυτί της και την ανατρίχιασε ολόκληρη.
   Η αγκαλιά έσφιγγε ακόμα.
   Ένας γοερός ήχος σαν κλάμα ζώου ξεκίνησε να βγει από τα πνευμόνια της, μα η φλύαρη καρδιά της ψιθύρισε να ησυχάσει.
   «Σσσσς... σώπα».
   Η αγκαλιά συνέχιζε να σφίγγει. Η αγκαλιά άρχισε να λικνίζεται απαλά σαν να νανούριζε μωρό.
   «Σσσς... θυμήσου», ξανάπε δίπλα στο αυτί της εκείνη η ενοχλητική καρδιά.
   Κάποιο φουρτουνιασμένο κύμα ανέβηκε από τα σωθικά της, της έλυσε τα κόκαλα και την άφησε λιπόθυμη σαν γκρίζα μαριονέτα μέσα στην πεισματάρα αγκαλιά.
   Η αγκαλιά δεν πτοήθηκε ούτε και τότε. Η αγκαλιά αιμορραγούσε αλλά συνέχιζε τη δουλειά της, να αγκαλιάζει και να σφίγγει και να σκοτώνει με αρρωστημένη χαρά την ανυπόστατη αδερφή Άννα, γεννώντας  με οδύνες και αίμα στη θέση της την τόσο απαραίτητη για την ευτυχία του Ράστυμποουν Ρουσώ. Ή την τόσο απαραίτητη για την δική της εξιλέωση Ρουσώ. Δεν θα υπήρχε βέβαια ακριβές διαχωριστικό σημείο. Δεν θα έκλεινε τα μάτια της η σκλαβωμένη μοναχή και θα τα άνοιγε η ελεύθερη τσιγγάνα. Η  μετάβαση θα ήταν αργή και ασταθής, αλλά η διαδικασία είχε αρχίσει.
   Συνήλθε κι εξακολουθούσε να ναι σφιχτά κλεισμένη μέσα στα μπράτσα του βαρόνου. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ζητούσε από αυτήν, δεν μπορούσε να τον ψυχολογήσει. Πάντως δεν τον φοβόταν πλέον, τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγμή. Μόλις σήκωσε κι εκείνη τα χέρια της κι ανταπόδωσε το αγκάλιασμα τα δικά του αμέσως την απελευθέρωσαν. Έτσι για ένα μόνο δευτερόλεπτο ήταν εκείνη που τον έσφιγγε πάνω της κι όχι αυτός. Κι ύστερα χώρισαν. Είχε ξημερώσει. Πόση ώρα να ταν  εκεί σφιχτοδεμένοι; Τα πόδια της Ρουσώ την πονούσαν, λες κι είχε περάσει μισή μέρα. Έκανε ένα βήμα πίσω και τον κρυφομέτρησε με το βλέμμα της. Κάτι πάνω του της προκαλούσε συγκίνηση. Ίσως η απόλυτη αδιαφορία του για τις πληγές στο στήθος του που μάτωναν ακόμα. Ίσως το στραβό ειρωνικό χαμόγελο κάτω από το μουστάκι του που ειρωνευόταν τον ίδιο. Ίσως ακόμα η αδυναμία που έδειχνε απέναντί της, λες και του ασκούσε άθελά της κάποια κυριαρχία καταλυτική. Της θύμιζε πεινασμένο αγριόσκυλο σε κυνήγι, που η αφοσίωση και ο φόβος της τιμωρίας το συγκρατούσαν να μην μπήξει τα δόντια του στην τρυφερή σάρκα του θηράματος του αφέντη του.
   «Χρειάζεστε γιατρό», είπε σιγανά χωρίς να τον κοιτάζει κατά πρόσωπο.
   «Δε θα μου πεις εσύ τι χρειάζομαι», της απάντησε κοφτά και άγρια, σαν για να ισορροπήσει την προηγούμενη ηπιότητά του.
   «Θα μου επιτρέψετε...», σήκωσε τη ματιά της στο σκισμένο και λερωμένο πουκάμισο κι έκανε να απλώσει το χέρι της πάνω του.
   Ο βαρόνος έκανε πίσω απότομα και της γύρισε την πλάτη.
   «Μπορείς να πηγαίνεις», την έδιωξε αδιάφορα.
   Η γυναίκα έπιασε το πόμολο να φύγει. Κάτι ήθελε να πει αλλά το είχε ξεχάσει. Της το θύμισε ο ίδιος ο βαρόνος γυρνώντας πάλι προς το μέρος της και πιάνοντας το μανίκι του ράσου της ανάμεσα στα δάχτυλά του.
   «Και βγάλε αυτό το πράμα από πάνω σου», προσπάθησε να ακουστεί σκληρός και τυπικός αλλά τα τελευταία του φωνήεντα τρεμούλιασαν.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
απόσπασμα από το βιβλίο "Μύθοι μ' ήθη, παραμύθι"
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.