Αυτό που τη βασάνιζε

 
«Ξέρω που ήσουν, ξέρω τι έκανες! Όλοι το ξέρουν... Πώς μπόρεσες, κάτω από το βλέμμα του πατέρα σου...μ αυτόν...; »   
    Η Ρουσώ νόμισε πως κατάλαβε. Δάκρυσε και γύρισε την πλάτη στη μητέρα της να φύγει. Πως μπορούσαν να τους κατηγορούν, δεν τους καταλάβαιναν καθόλου! Και πώς στο καλό τους είχαν δει;
   «Να προσέχεις...» της είπε ξέπνοα η μάνα της την ώρα που η μικρή τσιγγάνα έφευγε τρέχοντας .
    Ματιές γεμάτες μίσος και φόβο και σχόλια φαρμακερά την ακολούθησαν ως την άκρη του καταυλισμού. 
   «...καβαλήθηκε με τον φονιά...»,
   «...δεν ντράπηκε;...»,
   «...γιός φονιά, πάντα φονιάς...»,
   «...να την κάψουμε ζωντανή!...»
   Κάποιος πέταξε μια πέτρα και έπεσε δίπλα της με κρότο. Κι ύστερα κι άλλη, κι άλλη. Μια την πέτυχε στην πλάτη. Μια άλλη στο πόδι. Σκόνταψε. Έπεσε. Προτού προλάβει να σηκωθεί κάτι την χτύπησε στο κεφάλι κι έχασε τις αισθήσεις της.
    Όταν συνήλθε το κεφάλι της πονούσε πολύ και δυσκολευόταν να εστιάσει το βλέμμα της. Βρισκόταν σε ένα μισοσκότεινο και βρώμικο πέτρινο δωμάτιο. Δεν ήταν στον καταυλισμό πια. Πρέπει να βρισκόταν μέσα στην πόλη. Μύριζε τη βρώμα των αποχετεύσεων και το κοντινό βυρσοδεψείο. Έκανε να σηκωθεί και ξαναχτύπησε το κεφάλι της με δύναμη στο χαμηλό ταβάνι. Ζαλίστηκε. Την είχαν κλείσει σε ένα κελί που κρατάγαν τα χοιρινά πριν τα σφάξουν. Προσπάθησε να κοιτάξει έξω απ το μικρό άνοιγμα αλλά έβλεπε θολά και δεν αναγνώρισε τίποτα. Τι θα της έκαναν; Κυνηγούσαν άραγε κι εκείνον; Ας μην έβρισκαν τουλάχιστον εκείνον. Της ήρθε αναγούλα. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί, έκανε εμετό και ύστερα από λίγο λιποθύμησε.
    Ξύπνησε από μια κλωτσιά στο στομάχι και τσίριξε καθώς με πρωτόγνωρο μένος την τραβούσε κάποιος έξω απ τα μαλλιά. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει και κάποιες λάμπες  ήταν αναμμένες. Η Ρουσώ ένιωθε σαν να ζούσε μέσα σε έναν εφιάλτη. Όλα γύρω της στροβιλίζονταν κι έμοιαζαν παραμορφωμένα. Την πήγαν μέσα σε έναν ναό, σε ένα μεγάλο χώρο φωτισμένο με κεριά και γεμάτο καθίσματα. Πάνω στα καθίσματα της φάνηκε πως κάθονταν ζωόμορφοι άνθρωποι ή ανθρωπόμορφα ζώα. Την είχαν δεμένη και την κάθισαν με τη βία σε έναν χαμηλό πέτρινο πάγκο. Τα αλλόκοτα πλάσματα στο ναό άρχισαν να κρώζουν, να μουγκρίζουν και να ουρλιάζουν εφιαλτικά. Κατάλαβε πως σχεδίαζαν την τιμωρία της. Τη στιγμή που σταμάτησαν, ένας κόμπος δέθηκε στο λαιμό της γιατί συνειδητοποίησε πως είχαν αποφασίσει. Τινάχτηκε και κλώτσησε όταν την σήκωσαν από τον πάγκο σέρνοντάς την απ τα χέρια και την μετέφεραν σε ένα άλλο δωμάτιο. Ήταν το ιερό του ναού, το άδυτο. Ο ρασοφόρος ιερέας την πλησίασε τελετουργικά, με τη συνοδεία δεκάδων φωνών που τον παρότρυναν να ασελγήσει πάνω της, να την ματώσει, να την εξαγνίσει, να την κάνει υπάκουο πλάσμα του θεού. Οι στριγκλιές και το κλάμα της κράτησαν για ώρες, ώσπου το λαρύγγι της δεν έβγαζε ήχους πια παρά μόνο πονούσε και ανάσαινε. Τα δάκρυα και το αίμα είχαν φτιάξει έναν χάρτη γεμάτο κόκκινα ποτάμια σαν περίτεχνη μάσκα στο πρόσωπο, στο λαιμό της, στο πληγιασμένο της στήθος, στα χέρια της που είχαν πάψει από ώρα να παλεύουν. Είχε ευχηθεί να πεθάνει, μα ο θεός του ιερέα και του τερατόμορφου ποιμνίου του δεν ήταν τόσο σπλαχνικός. Την πέταξαν ολόγυμνη σε ένα κάρο που βρωμούσε σήψη, ίσως το καρότσι του νεκροθάφτη, και την πήγαν πάνω από ένα ανώμαλο ανηφορικό μονοπάτι στον προορισμό που θα γινόταν ο εν ζωή τάφος της.

….

   Της ήρθε ολοκάθαρα στο μυαλό η σκηνή που την βασάνιζε πάντα, η παλιότερη από τις αναμνήσεις των τριών τελευταίων χρόνων. Ένιωσε ξανά επάνω της τα δεκάδες χέρια να τη χτυπούν, τα νύχια να τη γδέρνουν, τα στόματα να τη δαγκώνουν ανελέητα, τα αντρικά γεννητικά όργανα παντού, σε κάθε πιθανή οπή και κόγχη του κορμιού της, να τη ματώνουν, να την πνίγουν, να τη μαγαρίζουν, να τη βρωμίζουν με τα ακατανόμαστα υγρά τους. Ο ιερέας του χωριού καθισμένος πάνω στο λαιμό της κούναγε το χοντρό μαλακό καβλί του μέσα στο στόμα της, όσο κάποιος άλλος κατούραγε στο πρόσωπό της. Δύο άλλοι έστριβαν το κορμί της στο πλάι και προσπαθούσαν να μπουν συγχρόνως στο αιδοίο της. Κάποιος της κρατούσε όρθιο το πόδι και το έτριβε ανάμεσα στα τριχωτά του μπούτια. Κι ύστερα κι άλλοι, κι άλλοι, ασταμάτητα, ώσπου δεν είχε μείνει παρά μια καταματωμένη μάζα από σάρκες και περιττώματα που άχνιζε κι έζεχνε στο πρωινό αγιάζι.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

αποσπάσματα από το βιβλίο "Μύθοι μ' ήθη, παραμύθι"


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.