Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 7. Προδημοσίευση



Η Ζίτα περιμένει υπομονετικά το αφεντικό να πάρει την απόφασή του. Έχουν ήδη μάθει πού βρίσκεται ο Δημητρίου, κι από στιγμή σε στιγμή θα φτάσουν στα χέρια τους περισσότερα στοιχεία γι' αυτόν.

Δεν ήταν δύσκολο να τον εντοπίσουν. Η κοπέλα πρόσεξε ότι ανέβασε κάποιες φωτογραφίες στο προφίλ του στο Facebook χρησιμοποιώντας iPhone και το μάτι της τον έκοψε σαν κάποιο που δεν έχει στενή σχέση με την τεχνολογία, αν και προσπαθεί να το κάνει, οπότε είπε να δοκιμάσει κάτι. Έγραψε τον αριθμό του τηλεφώνου του -ο οποίος για κάποιο λόγο που η ίδια δεν μπορεί να καταλάβει, ήταν διαθέσιμος στο προφίλ- σε μια εφαρμογή και ζήτησε απ' αυτή να βρει τη συσκευή. Έτσι απλά.

Πενήντα μέτρα μακριά, σκέφτεται και μισο-χαμογελά. Πάντα είναι μισά τα χαμόγελά της αυτής. Τριάντα δευτερόλεπτα μακριά. Στην τράπεζα ή στο μπακάλικο απέναντι. Ή ίσως και στο σπίτι του, αφού δεν ξέρουν ακόμη που ακριβώς ζει τώρα.

"Τον βλέπω", ακούει τη φωνή του Χοντρού να της λέει σχεδόν ψιθυριστά. Σηκώνει το βλέμμα. Έρχεται προς το μέρος τους. Πενήντα οκτώ χρόνων, όπως γνωρίζουν ήδη. Με κοιλίτσα, αλλά όχι στ' αλήθεια χοντρός, ακριβώς όπως εμφανίζεται και στις φωτογραφίες στο προφίλ του. Χοντρή γενειάδα, γκρίζα. Μέτριο ανάστημα. Τους ρίχνει μια ματιά και τους προσπερνά. Πηγαίνει και κάθεται κάπου πίσω τους.

Η Ζίτα παίρνει στα χέρια της το κινητό και παριστάνει ότι κοιτά κάτι εκεί, αλλά στην πραγματικότητα έχει βάλει σε λειτουργία την μπροστινή του κάμερα και τον παρακολουθεί.

"Βίντεο", λέει το αφεντικό.

"Τώρα με φώτισες", απαντά εκείνη. "Τι κάνουμε; Μένουμε εδώ; Φεύγουμε; Θέλεις να προσπαθήσω να ρίξω μια ματιά στα περιεχόμενα του κινητού του".

"Μπορείς;"

"Κατευθείαν, όχι. Δεν έχω τον εξοπλισμό. Αλλά τώρα όλα ή σχεδόν όλα φορτώνονται κάθε φορά που υπάρχει σύνδεση στο ίντερνετ, στο σύννεφο, οπότε…"

Ξέρει τι είναι το σύννεφο. Τα ξέρει όλα αυτός. Όλα όσα έμαθε από τους μικρούς τα τελευταία δυόμιση χρόνια δηλαδή.

"Κάνε ό,τι μπορείς", της λέει. "Πάω στην τράπεζα να κάνω μία κατάθεση".

"Ε;"

"Άλλος χώρος. Άλλοι άνθρωποι. Άλλες απαντήσεις. Βλέπω μια μικρή ουρά. Που σημαίνει καθυστέρηση. Που με τη σειρά της σημαίνει ότι υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες να αναφερθεί κάποιος στην εξαφάνιση".

"ΟΚ".

Σηκώνεται από το τραπέζι που φιλοξενούσε αυτούς και τους καφέδες τους από τη στιγμή που έφτασαν εκεί και προχωρά με βήματα αργά προς τον προορισμό του. Η κίνηση μπροστά από την πλατεία λιγοστή. Λίγοι άνθρωποι. Λιγότερα οχήματα.

"Τεκ, σε ξύπνησα;" Τον πήρε τηλέφωνο με το που το μη αφεντικό της, πέρασε στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

"Χα, καλό", απαντά αυτός. "What's up?"

"Ήθελα να σε ρωτήσω: Πόσο μπορώ να τραβήξω το σκοινί του μάστορα;"

"Εξαρτάται. Από την υπόθεση. Από τους πρωταγωνιστές. Από το αν θα βγει κάτι καλό απ' αυτό που σκέφτεσαι να κάνεις".

"Παρανομίες;"

"Μικρές, αλλά με την άδειά του. Παραβάσεις καλύτερα. Φτάνει να μην το ξέρει κανείς άλλος πέρα από εμάς και την Μαργαρίτα. Χρειάζεσαι βοήθεια; Έχω χρόνο".

"Όχι ακόμη. Ίσως αργότερα. Αλλά, μια και μιλάμε, πες μου τι εφαρμογές να κατεβάσω στο έξυπνο κινητό του".

"Στο ποιο;" ρωτά αυτός και ξεκαρδίζεται στα γέλια. Γελά κι αυτή. Ένα ασυνήθιστο φαινόμενο για την ίδια. Η ξαγρύπνια θα φταίει. Του εξηγεί τα πάντα μόλις ηρεμούν τα πνεύματα. Και μετά της λέει να κατεβάσει αυτές που πιστεύει η ίδια ότι θα χρειαστεί κάποια μέρα το αφεντικό, όπως και δυο-τρία παιχνίδια: σταυρόλεξα, Solidaire, κρεμάλα ή κάτι παρόμοιο.

"Πριν κλείσω θέλω να απαντήσεις σε μια ερώτησή μου και μετά να βγάλεις τον σκασμό και απλά να ακούσεις τι έχω να σου πω. Θα σου βάλω σχεδόν τις φωνές. Κατάλαβες;" Μέχρι τώρα η φωνή της μόλις που ακουγόταν.

"Μίλα".

"Σου περισσεύει κάνα Drone; Με κάμερα εννοώ".

"Φυσικά".

"Ωραία. Θα σε πάρω τηλέφωνο αν το χρειαστώ. Τώρα, πάμε θέατρο… Το ήξερες;" Τα ντεσιμπέλ της φωνής της ανεβαίνουν κατακόρυφα. "Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Όχι, δεν είχα ιδέα. Τώρα το έμαθα. Τώρα. Από ένα φίλο του θείου μου. Ναι ρε. Δεν το πιστεύω. Λες; Ναι, θα μου άρεσε. Φυσικά. Αλλά τον ξέρω …" Νιώθει σχεδόν, όλα τα βλέμματα των λιγοστών θαμώνων της πλατείας να στρέφονται πάνω της, ακριβώς όπως υπολόγιζε. "Θέλω να βοηθήσω", φωνάζει σχεδόν τώρα. "Ναι, θα του πω. Ου καλά. Σιγά τα αυγά. Άντε κλείσε. Τα λέμε αργότερα. Γεια. Γεια".

Τώρα το μόνο που έχει να κάνει είναι να περιμένει. Είχε διαβάσει πριν λίγο στην ιστοσελίδα της αστυνομίας ότι θα οργανώνονταν σήμερα, όπως και χθες, ομάδες αναζήτησης για την εξαφανισμένη κοπέλα. Λογικά αχρείαστες θα είναι αφού οι πιθανότητες να χάθηκε μέσα στο δάσος είναι ουσιαστικά ανύπαρκτες- η Κακοπετριά δεν είναι Ακάμας- αλλά οι άνθρωποι νιώθουν πάντα πιο καλά όταν κάνουν κάτι, έστω κι αν αυτό το κάτι δεν επιφέρει αποτέλεσμα.

"Είσαι ξένη;" ακούει μια φωνή να τη ρωτά. Πάμε, σκέφτεται.

"Είμαι κυπραία".

Η γυναίκα που της έκανε την ερώτηση θέλοντας και μη χαμογελά.

"Σε άκουσα πριν που μιλούσες στο τηλέφωνο…"

"Ναι; Και;"

"Μη θυμώνεις; Δεν ήθελα να το κάνω. Απλά μιλούσες πολύ δυνατά".

"Ναι. Σόρι. Απλά είμαι αναστατωμένη. Μόλις έμαθα γι' αυτό που έγινε και… Γιατί πάντα τα κορίτσια; Γιατί;" Ξαφνικά δείχνει έτοιμη να κλάψει. Σκύβει το κεφάλι. Νιώθει τη γυναίκα να την πλησιάζει πιο πολύ. Κάθεται δίπλα της και της πιάνει απαλά το χέρι. Σηκώνει το λυπημένο της βλέμμα και την κοιτά καλά αυτή τη φορά. Γύρω στα πενήντα της. Λεπτοκαμωμένη. Ντυμένη απλά με μια τζιν φούστα, αλλά φαινομενικά φορτωμένη με δυο-τρία στρώματα ρούχα από πάνω, αφού δεν έχουν όλη την τρέλα της, που χειμώνα καιρό κάθεται στην πλατεία φορώντας μόνο παντελόνι κι ένα λεπτό μακρυμάνικο μπλουζάκι.

"Ήθελα να σε ρωτήσω…" αρχίζει σχεδόν διστακτικά η γυναίκα. Πολύ διακριτική δείχνει. Έξω απ' τα νερά της. Λες και κάποιος την έστειλε εκεί για να της μιλήσει, παρά τις όποιες αντιρρήσεις της.

"Να με ρωτήσεις τι;"

"Αυτός που καθόταν μαζί σου. Ο χοντρός…"

"Είναι θείος μου. Ή αν προτιμάς άντρας της θείας μου".

"Είναι ο Πέτρος; Ο Ιωάννου;"

"Πώς το ξέρεις αυτό;"

"Μού το είπαν μόλις πριν λίγο. Ήρθε εδώ για την υπόθεση;"

"Όχι. Είναι με άδεια. Ήρθα μαζί του επειδή γράφω μια εργασία και μόνο αυτός μπορούσε να με βοηθήσει. Κάτι άλλο;"

"Σε άκουσα… Σε άκουσα πριν. Θέλεις να βοηθήσεις με την έρευνα;"

"Αν μπορώ. Δε θα του αρέσει του θείου, αλλά…"

"Γιατί;"

"Ξέρεις το γιατί; Επειδή αν μάθουν ποιος είναι θα σκεφτούν ότι… Αλλά, έτσι κι αλλιώς τι σημασία έχει αυτό; Εγώ θα βοηθήσω. Όχι αυτός. Αλλά, δεν μου είπες, πώς τον ξέρεις;"

"Ακουστά τον έχω. Τον είχα δει στην τηλεόραση. Άκουσα ό,τι ήταν από την περιοχή. Αλλά, μέχρι που μου είπε ο Πάμπος ότι ήταν αυτός, δεν…"

"Ο Πάμπος;"

"Ο Δημητρίου. Είχε κι αυτού η κόρη εξαφανιστεί ξέρεις".

Δείχνει πολύ αναστατωμένη τώρα η Ζίτα. Μοιάζει έτοιμη να εκραγεί.

"Πότε;" καταφέρνει τελικά και ρωτά με μια φωνή που μόλις και ακούγεται τη γυναίκα.

"Ου πάνε τριάντα χρόνια τώρα".

Αναστενάζει σχεδόν με ανακούφιση εκείνη και ρωτά τη γυναίκα τι θα μπορούσε να κάνει για να βοηθήσει.

"Μα δε θέλω τη βοήθειά σου. Τον Ιωάννου θέλω. Απλά δεν ξέρω πώς…"

"Είναι με άδεια. Και δεν είναι στη δικαιοδοσία του. Αλλά, δε μου λες, γιατί θες ντε και καλά να ζητήσεις τη βοήθειά του".

"Είμαι θεία του κοριτσιού". Τώρα όλα εξηγούνται. Ή σχεδόν όλα, αφού παραμένει το ερώτημα της πράξης του Δημητρίου. Αν όντως είναι ο θύτης, γιατί μίλησε στη γυναίκα για τον Ιωάννου; Για να θολώσει τα νερά; Ή επειδή είναι αθώος και δεν έχει τίποτα να κρύψει. Ενδιαφέρον.

"Λυπάμαι. Λυπάμαι γι' αυτό που συνέβη. Θα μιλήσω στον θείο, αλλά, όπως είπα και πριν, δεν είμαι σίγουρη ότι μπορεί να βοηθήσει. Δώστε μου το όνομά σας και τον αριθμό του τηλεφώνου σας. Μόλις έχω την απάντησή του θα σας πάρω εγώ. Αλλά, αν είναι κάτι που έχω μάθει ακολουθώντας τον είναι ότι καλό θα ήταν να μην έρθετε σε κατευθείαν επαφή μαζί του…"

"Ό,τι πεις, κορίτσι μου. Ό,τι πεις". Η ανακούφιση είναι βαθιά ζωγραφισμένη στα χαρακτηριστικά του προσώπου της γυναίκας τώρα. Μάλλον η φήμη του Χοντρού είναι μεγαλύτερη απ' ότι πίστευε μέχρι αυτή την ώρα. Ή ίσως αυτό που συνέβηκε να οφείλονταν απλά στην απελπισία της οικογένειας του κοριτσιού.

"Θέλω να μου βρεις στοιχεία για μια γυναίκα," λέει στον Τεκ, τον οποίο παίρνει τηλέφωνο με του απομακρύνεται η συνομιλήτριά της. "Άσε απέξω τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, θα τα ψάξω εγώ. Μαρίνα Χριστοφόρου. Θεία της Αθηνάς από την πλευρά του πατέρα της αν κρίνω από το επίθετο, αλλά ίσως και να κάνω λάθος. Λογικά από την Κακοπετριά. Γύρω στα πενήντα. Αρκετά;"

"Όβερ".

Φέρνει το κινητό κοντά στο πρόσωπό της. Βάζει και πάλι σε λειτουργία την μπροστινή κάμερα, ενώ την ίδια ώρα ακούει στα ακουστικά τη συνομιλία που είχε με τη γυναίκα. Όλα τα ηχογραφεί αυτή. Οι δύο συνωμότες, ας τους ονομάσουμε έτσι, συζητούν μεταξύ τους τώρα, αλλά δεν κοιτούν προς το μέρος της. Η γλώσσα των σωμάτων τους δεν προδίδει τίποτα άλλο πέρα από την κούραση, και ίσως την ένταση των ημερών.

"Είχαμε εξελίξεις βλέπω", της λέει ο Χοντρός, που βρέθηκε λες διά μαγείας να κάθεται και πάλι δίπλα της.

"Είχαμε", παραδέχεται χαμηλόφωνα εκείνη.

"Τι σού είπε η θεία;" Δεν μπαίνει καν στον κόπο να τον ρωτήσει πως ξέρει ποια είναι η γυναίκα. Προφανώς την είδε από εκεί που ήταν, αλλά πώς ανακάλυψε την ταυτότητά της; "Οι άνθρωποι μιλάνε", της λύνει την ανέκφραστη απορία. Έχουν δίκιο αυτοί που τον ξέρουν. Μερικές φορές όντως καταντά εκνευριστικός.

"Ζητά τη βοήθειά σου".

"Φρόντισε εσύ τις λεπτομέρειες. Θα συναντηθούμε δίχως να βρεθούμε".

"Κατάλαβα. Τι ώρα;"

"Κατά το μεσημέρι. Θα περάσουμε από το σπίτι για να ετοιμάσουμε τον εξοπλισμό και μετά εσύ…"

"Εντάξει. Συνεννοηθήκαμε".

"Πάμε;"

Σηκώνονται, μαζεύουν τα λιγοστά υπάρχοντά τους και αποχωρούν σιγά σιγά. Εκείνος από μέσα του χαμογελά, αφού τα πράγματα πήραν κιόλας το δρόμο τους. Η ταχύτητα είναι το παν σ' αυτή την περίπτωση. Αν όλα πάνε καλά θα σώσουν μια ζωή. Αν όχι, τότε…

Λάκης Φουρουκλάς

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάντε κλικ...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Προδημοσίευση από το 2.5 τόμο της σειράς "Οι περιπέτειες του Χοντρού". Ολόκληρη η νουβέλα θα δημοσιευτεί αποκλειστικά εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.