Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 5. Προδημοσίευση



Κάθονται στην πλατεία της Κακοπετριάς και πίνουν τον δεύτερο καφέ της ημέρας - κυπριακό αυτή τη φορά. Ο Χοντρός λίγο έλειψε να παρακούσει την εντολή της Ζίτας και να τον παραγγείλει με ολίγη, αλλά μετά σκέφτηκε ότι έτσι κι αλλιώς πάντα ήθελε να κόψει τη ζάχαρη στα ροφήματα, οπότε τι είχαμε τι χάσαμε. Εξάλλου ο καφές τώρα φαίνεται να έχει μια γεύση διαφορετική, πιο έντονη.

Καθώς η Ζίτα ψάχνει πράγματα στο κινητό της -δεν την άφησε να βγάλει το λαπτόπ από την τσάντα, αφού θα τραβούσε πάνω τους περισσότερα βλέμματα- εκείνος παίζει με το νέο δικό του. Ήταν δώρο για τα γενέθλιά του τού είπε η πρώτη. Τα περασμένα. Η Μαργαρίτα το είχε αγοράσει από τότε, αλλά η μάνα της την έπεισε να μην του δώσει, αφού όπως της είπε δεν ήταν έτοιμος ακόμη. "Και πότε θα είναι;" τη ρώτησ' αυτή. "Όταν το χρειαστεί", απάντησε εκείνη, που μετά από τόσα χρόνια γάμου ήξερε τα χούγια του άντρα της.

Να όμως που έπεσε έξω. Το μόνο που είχε να κάνει κάποιος ώστε να πείσει τον Χοντρό ότι χρειάζεται κάτι ήταν να απευθυνθεί στη λογική του.

"Ρε Πέτρο, από πότε μας έγινες κι εσύ του smartphone;" ακούει μια γνώριμη αντρική φωνή να τον ρωτά.

"Από τότε που ξεκούτιανα; Καλημέρα και σε σένα. Πώς από εδώ;"

"Ξέρεις γιατί είμαι εδώ. Λογικά δε θα έπρεπε, αφού είμαι με άδεια αλλά…"

"Ναι. Ναι. Κι εγώ με άδεια είμαι. Κάτσε να σε κεράσω ένα καφέ".

Κάθεται. Ο Χρήστου είναι γνωστός του, δημοσιογράφος. Ο μοναδικός με τον οποίο διατηρεί μια κάποια σχέση. Αξιόπιστος και πού και πού χρήσιμος. Είχε χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του μια-δυο φορές στο παρελθόν ώστε να πάρει τα αποτελέσματα που ζητούσε στη διάρκεια κάποιων ερευνών και ως ανταμοιβή του έδωσε κάποιες αποκλειστικές ειδήσεις. Το ένα χέρι νίβει τ' άλλο που λένε.

Ο άντρας του δείχνει με το κεφάλι την κοπέλα που κάθεται μαζί τους στο τραπέζι και η οποία δε σήκωσε στιγμή το βλέμμα από το κινητό, από τη στιγμή που έφτασε εκεί εκείνος.

"Η ανιψιά μου είναι", του λέει ο Χοντρός. "Γράφει την απαυτή της -πώς τη λένε;- α, ναι τη διδακτορική, για τη βία στην οικογένεια κι εγώ της δίνω ένα χεράκι…"

"Χαχαχα. Καλό. Αν αυτή είναι φοιτήτρια, τότε εγώ είμαι…"

"Δημοσιογράφος σε εφημερίδα. Σαράντα οκτώ χρόνων. Παντρεμένος με δύο παιδιά. Με καταγωγή από την Ευρύχου", λέει η Ζίτα κι ο Χοντρός βάζει τα γέλια.

Κοιτά και τους δυο απορημένος εκείνος. Όχι για πολύ όμως.

"Ένα από τα φιντάνια σου;" τον ρωτά.

"Όχι. Αυτή μού φορτώθηκε με το έτσι θέλω. Και μέχρι να καλύψουμε τη διαδρομή από τη Λευκωσία μέχρι εδώ, μ' έπεισε και για το κινητό".

Θέλει να ρωτήσει κι άλλα πράγματα εκείνος, αυτό είναι ξεκάθαρο, αλλά κάτι του λέει να μην το κάνει. Η κοπέλα, όποια κι αν είναι, δε φαίνεται να σηκώνει μύγα στο σπαθί της, και φοβάται ότι αν την τσιγκλήσει, έστω και λίγο, δε θα του αρέσουν οι αντιδράσεις της. Στρέφει λοιπόν όλη του την προσοχή στον Χοντρό.

"Έμαθες κάτι νεώτερο;"

"Αυτή είναι η μοναδική φορά που μπορώ να σου μιλήσω ανοικτά για μια υπόθεση, αλλά και η μοναδική που δεν έχω τι να σου πω. Για να είσαι εδώ υποθέτω γνωρίζεις ήδη για τις παλιές εξαφανίσεις. Όσο για τη νέα, δεν έμαθα κάτι άλλο ακόμη, μια και δεν έχω επίσημη ενημέρωση. Δεν έχω πει καν στον αρχηγό ότι είμαι εδώ. Έχεις εσύ καμιά άκρη με τους ντόπιους; Εμένα δε θα μου μιλούσαν έτσι κι αλλιώς, αφού εκτός από το ό,τι δε με ξέρουν, σίγουρα δε με θέλουν κιόλας μες στα πόδια τους, ενώ εσύ…"

"Έχω μάθει κάποια πράγματα ήδη, αλλά όπως ξέρεις όταν εμπλέκονται τόσοι πολλοί σε μία έρευνα, οι απόψεις διαφέρουν. Όπως και οι ατζέντες…"

"Κάτι σημαντικό;" ρωτά η Ζίτα κι εκείνος την κοιτά με απορία. "Έμαθες κάτι σημαντικό;" διευκρινίζει, κοιτώντας τον τώρα για πρώτη λες φορά.

"Δεν είμαι σίγουρος. Όλο με παραπέμπουν στον εκπρόσωπο τύπου και μού λένε να αναμένω τις επίσημες ανακοινώσεις. Αλλά φυσικά δεν μπορώ να το κάνω αυτό…"

"Έμαθες κάτι", λέει με σιγουριά εκείνη.

"Πώς το…"

"Μας παρακολουθούσες εδώ και ώρα και προσπαθούσες να αποφασίσεις κατά πόσο θα ήταν χρήσιμο να έρθεις και να μας μιλήσεις. Πώς νομίζεις έμαθα τόσο εύκολα ποιος είσαι;"

Γυρίζει την οθόνη του κινητού της προς το μέρος του. Πρώτα του δείχνει ένα βίντεο του ίδιου να κάθεται λίγα μέτρα πίσω τους και να τους παρακολουθεί και μετά ένα από μια δημοσιογραφική διάσκεψη που δόθηκε μετά την λύση μιας παλαιότερης υπόθεσης του Χοντρού, που τώρα προσπαθεί σκληρά να μη βάλει και πάλι τα γέλια.

"Ήξερες ότι ήμουν εδώ και δεν είπες τίποτα;" ρωτά τον τελευταίο τώρα.

"Μίλα. Τι έμαθες;" ανταπαντά εκείνος.

"Άνθρωποι έρχονται και άνθρωποι φεύγουν. Έμαθα ότι κάποιος επέστρεψε στο χωριό μετά από χρόνια…"

"Ο Δημητρίου. Πριν από έξη περίπου μήνες", τον διακόπτει ανυπόμονα η Ζίτα.

"Μα πώς το ξέρεις, η πηγή μου μού είπε ότι το όνομά του δεν αναφέρεται…"

"Αυτό ονομάζεται κοινή λογική. Α, και μια έρευνα μερικών δευτερολέπτων στο ίντερνετ. Έχει αποτύπωμα".

"Έχει;" απορεί εκείνος. "Μα αφού…"

"…Είναι γερόντιο σαν και μένα", συμπληρώνει την σκέψη του για κείνον ο Χοντρός. "Πολλές φορές, φίλε μου, τα πράγματα είναι μπροστά μας. Απλά δεν έχουμε μάτια για να τα δούμε. Έμαθες κάτι άλλο που θα μπορούσε να θεωρηθεί χρήσιμο;"

"Όχι ακόμη". Ακούγεται παραδομένος, σχεδόν ηττημένος.

"Αν μάθεις ξέρεις πού να με βρεις. Και πώς. Η άτυπή μας συμφωνία ισχύει ακόμη. Αλλά πρέπει να βιαστούμε και οι δύο, αφού ο χρόνος τρέχει".

Δε χρειάστηκε να πει κάτι άλλο. Ο συνομιλητής του συνήνεσε σιωπηλά και καθώς σκύβει το κεφάλι για να πάρει κάτι από ένα τσαντάκι που κουβαλά μαζί του, φτάνει κι ο καφές του. Μάλλον τον ξέρουν καλά εκεί, αφού δεν χρειάστηκε καν να τον παραγγείλει.

"Έχω μια ιδέα", λέει ξαφνικά και χαμηλόφωνα η Ζίτα. "Θα σου την πω μετά", συμπληρώνει αμέσως ρίχνοντας μια βιαστική ματιά στο άτυπο αφεντικό της. Σοφά έπραξε, κατά τη δική του άποψη. Αφού άλλο είναι το να μοιραζόμαστε πληροφορίες για λόγους τακτικής και άλλο να χαρίζουμε μυστικά, τα οποία θα μπορούσαν πιθανό να υψώσουν εμπόδια στη διερεύνηση μιας υπόθεσης.

Λάκης Φουρουκλάς

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάντε κλικ...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Προδημοσίευση από το 2.5 τόμο της σειράς "Οι περιπέτειες του Χοντρού". Ολόκληρη η νουβέλα θα δημοσιευτεί αποκλειστικά εδώ.  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.