Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 24. Προδημοσίευση



Ίσως δε θα έπρεπε να περιμένω τόσο πολύ, σκέφτεται τώρα. Και θα ήταν ίσως καλύτερα αν έφευγε απ' το στέκι του λίγο πιο νωρίς, αλλά δεν το έκανε.

Παρακολούθησε τις ειδήσεις απ' την αρχή μέχρι το τέλος. Είχαν πολλά να πουν για την υπόθεσή του, αλλά τίποτα το συνταρακτικό, τίποτα που δε γνώριζε ήδη. Δεν έκαναν καμιά αναφορά στον Χοντρό, παρατήρησε. Γιατί αυτό;

Οι συζητήσεις μετά πήραν φωτιά, ως συνήθως. Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του, ο καθένας ανέπτυσσε και μια θεωρία. Κι αυτός έπινε πια τη μια μπύρα μετά από την άλλη και το απολάμβανε. Και έτρωγε, πολύ, αφού δεν ήθελε να μεθύσει.

Αύριο, σκέφτεται πάλι. Αύριο, όλα θα τελειώσουν. Κι αύριο θ' ανακαλύψουν τον πραγματικό λόγο της απαγωγής της μικρής. Ή ίσως και όχι. Ίσως να μην καταλάβουν ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για αντιπερισπασμό.

Πάνω από μια βδομάδα κρατούσε φυλακισμένο το άλλο θύμα του. Πάνω από μια βδομάδα το βασάνιζε, δίχως να το αγγίζει. Το σκότωνε σιγά σιγά, με τα λόγια του που έσταζαν χολή, και δίνοντάς του ελάχιστο φαγητό και νερό. Ήθελε να απολαύσει όσο μπορούσε πιο πολύ την εκδίκησή του.

Κανείς δεν ξέρει ποιος είμαι. Αυτή είναι η ασπίδα του. Η παρηγοριά του κατά κάποιο τρόπο. Αλλά, από την άλλη, θέλει να τους πει ποιος είναι. Θέλει να τους εξηγήσει τα γιατί του. Θέλει να τους πει ότι κάποτε ήταν ένα παιδί ευτυχισμένο, κάποιος που είχε σχεδόν τα πάντα. Και ότι από τη μια στιγμή στην άλλη τα έχασε όλα.

Η μάνα του έφταιγε. Κι ο πατέρας του. Αλλά κυρίως η μάνα του που σκότωσε τον πατέρα του. Αν δεν τον σκότωνε… Δεν έχει ιδέα πώς θα ήταν τα πράγματα τότε. Το μόνο που ξέρει ότι θα ήταν διαφορετικά. Δε θα ξεχείλιζε από οργή. Δε θα ένιωθε την ανάγκη να κάνει αυτά που κάνει.

Κλείνει τα μάτια για μια στιγμή και βλέπει καθαρά μέσα του τα γεγονότα του μακρινού παρελθόντος. Τον πατέρα του να κάθεται έντρομος σε μια πολυθρόνα και τη μάνα του να τον σημαδεύει με το κυνηγετικό του ντουφέκι. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Φωνές και βρισιές έβγαιναν από τα χείλη της. Μας ξεφτίλισες. Ξεφτίλισες την οικογένειά μας. Είσαι άρρωστος. Άρρωστος.

Νόμιζε ότι οι φωνές δε θα σταματούσαν ποτέ, αλλά έκανε λάθος. Σταμάτησαν. Και τότε η μάνα του τον διέταξε να πάει στο δωμάτιό του. Κι αυτός, μικρό παιδί που ήταν, πήγε. Αλλά ακούμπησε τ' αυτί του στην πόρτα. Άκουσε τη μάνα του να λέει στον πατέρα να σηκωθεί από εκεί που κάθονταν, κι αυτός μάλλον το έκανε, αφού λίγο μετά έφτασαν στ' αυτιά του τα βήματά τους καθώς βγαίναν έξω απ' την πόρτα της κουζίνας. Και μετά άκουσε τους πυροβολισμούς. Ένα. Δύο.

Τον σκότωσε, σκέφτηκε αμέσως. Και τώρα θα έρθει η αστυνομία και θα τη συλλάβει και θα μείνω στον κόσμο μόνος. Τον σκότωσε, αλλά η αστυνομία δεν ήρθε ποτέ. Ήταν εποχή κυνηγιού. Το σπίτι τους ήταν απομονωμένο. Και αν και το κυνήγι απαγορευόταν στην περιοχή, ακούγονταν συχνά πυροβολισμοί αυτή την περίοδο. Ο ανύπαρκτος γείτονας δε θα κάρφωνε το γείτονα στις αρχές για κάτι τόσο ασήμαντο.

Μετά από λίγο άκουσε τη μηχανή του διπλοκάμπινου του πατέρα του να παίρνει μπρος και μια στιγμή μετά ν' απομακρύνεται. Τότε άφησε το δωμάτιό μου και βγήκε έξω, στην πίσω αυλή. Είδε λίγες σταγόνες αίμα στο χώμα εδώ κι εκεί. Τον σκότωσε, ήταν πια σίγουρος. Και τώρα θα τον πήγαινε κάπου για να τον θάψει.

Ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά, δεν ξέρει που είναι ο τάφος του. Αν ήξερε θα πήγαινε όσο πιο συχνά μπορούσε. Θα καθόταν λίγο εκεί. Θα του μιλούσε. Μού λείπεις πατέρα, θα του έλεγε.

Του λείπει, κι ας μην τον γνώρισε στ' αλήθεια ποτέ. Το τι έκανε ώστε να οδηγήσει τη μάνα του μέχρι το φονικό, θα το μάθαινε λίγα χρόνια μετά. Η μάνα του κρατούσε πεισματικά κλειστό το στόμα της. Αν του μιλούσε. Αν του εξηγούσε, ίσως να γίνονταν άλλος άνθρωπος. Δεν το έκανε όμως. Και ιδού τα αποτελέσματα: έγινε ίδιος ο πατέρας του.

Άρχισε τις απαγωγές στα είκοσί του, μόλις τέλειωσε το στρατό. Τότε ζούσε με τη μάνα του σ' ένα χωριό κοντά στην Πάφο, όπου μετακόμισαν ένα χρόνο μετά τα γεγονότα, κι αφού είχε χαθεί κάθε ελπίδα να εντοπιστεί ο πατέρας του. Η μάνα του ειδοποίησε την αστυνομία λίγες μόλις ώρες μετά από το έγκλημα για να καταγγείλει την εξαφάνισή του.

Έψαξαν γι' αυτόν πολύ. Δεν τον βρήκαν. Κι η ζωή συνεχίστηκε. Η μετακόμισή τους δεν έγινε βιαστικά. Τον άφησε πρώτα να τελειώσει τη χρονιά στο σχολείο. Τα πράγματά τους τα μετέφερε σιγά σιγά στο νέο τους σπίτι, που στ' αλήθεια ήταν παλιό, κι αποτελούσε μέρος της κληρονομιάς από ένα μακρινό συγγενή.

Όταν εγκαταστάθηκαν για τα καλά εκεί το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη της. Έβγαλε τα μαύρα. Στρώθηκε με τα μούτρα στη δουλειά για να φτιάξει γι' αυτούς μια νέα ζωή.

Δεν τη μίσησε γι' αυτό που έκανε. Αλλά δεν τη συγχώρεσε κιόλας. Έπρεπε να πληρώσει. Και το έκανε. Της χάριζε μιζέρια συστηματικά. Με την κάθε ευκαιρία στέκονταν εμπόδιο στη χαρά της. Και όλο τη ρωτούσε γιατί σκότωσε τον πατέρα του. Μέχρι που δεν άντεξε και του απάντησε. Γιατί απήγαγε κορίτσια. Γιατί τα βίαζε. Γιατί τα σκότωνε.

Σιγά σιγά οι εμμονές του πατέρα έγιναν και δικές του. Αλλά πρέπει να είμαι έξυπνος, σκέφτηκε, κι υπομονετικός. Πρέπει να λειτουργώ με σχέδιο.

Τα γονίδια φταίνε, σκέφτεται τώρα, και σχεδόν χαμογελά. Αλλά δεν ήταν τα γονίδια που φταίγαν -όχι στ' αλήθεια- η περιέργειά του ήταν που τον έφερε μέχρι εδώ, μια αρρωστημένη περιέργεια. Ήθελε να μπει στο μυαλό του πατέρα του. Να μάθει τον τρόπο σκέψης του. Ν' ανακαλύψει τι είδους χαρά, ευτυχία, αποκόμιζε από τις πράξεις του.

Το πρώτο του θύμα ήταν μια ξένη νεαρή γυναίκα. Τη γνώρισε σ' ένα μπαράκι στην Κάτω Πάφο. Ήταν μόνη. Το μέρος ήταν τίγκα στον κόσμο. Δεν τους είδε κανείς όταν έφευγαν από εκεί. Της έταξε μια ρομαντική βραδιά στην παραλία. Και κράτησε την υπόσχεσή του. Την έπεισε να την ακολουθήσει στο διαμέρισμα που νοίκιαζε. Αυτό το έκανε δίχως ιδιαίτερη δυσκολία, αφού ήταν ήδη μεθυσμένη.

Αποκοιμήθηκε μέσα στ' αμάξι εκείνη. Κι αυτός άλλαξε πορεία. Την οδήγησε σ' ένα εγκαταλειμμένο κτήριο στο δρόμο Πάφου-Τροόδους. Κανείς δεν πήγαινε ποτέ εκεί, ήταν σίγουρος. Περνούσε συχνά από μπροστά του. Το παρατηρούσε. Μια φορά μπήκε μέσα. Κι άλλη μία. Ήταν το ιδανικό κρησφύγετο σε κοινή θέα.

Η κοπέλα ξύπνησε καθώς αυτός έμπαινε με βία μέσα της. Ήταν δυνατός, δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Μόνο μη με σκοτώσεις, τον παρακαλούσε. Μόνο μη με σκοτώσεις. Τη σκότωσε.

Πέρασε μια βδομάδα μέχρι να γίνει καταγγελία για την εξαφάνισή της. Το έμαθε από τις ειδήσεις. Άρχισαν οι έρευνες, κάποιος είπε ότι την είδε να φεύγει μ' ένα άντρα εκείνη τη νύχτα, αλλά λόγω του πλήθους και της μέθης, δεν μπορούσε να τον περιγράψει, δε βρέθηκε άλλος μάρτυρας, τέλειωσαν οι έρευνες.

Έκανα μισό λάθος, αντιλήφθηκε. Κι αν ο μάρτυρας που τους είδε ήταν λίγο πιο προσεκτικός, ίσως αυτό να του κόστιζε ακριβά.

Δεν είχε τη δίψα του πατέρα του. Είχε τα πράγματα υπό έλεγχο. Κι εκείνος ο πρώτος βιασμός, δεν του έδωσε κι ιδιαίτερη ικανοποίηση. Ήθελε τις γυναίκες να τον αγαπούν, κι ας τις μισούσε ο ίδιος. Στα πρόσωπά τους έβλεπε αυτό της μάνας τους. Σκοτώνοντάς τες, σκότωνε αυτή.

Το επόμενό του θύμα ήρθε τρία χρόνια μετά. Κύπρια αυτή τη φορά. Όπως και τις επόμενες. Τις κρατούσε αιχμάλωτες σε διάφορα μέρη. Για διαφορετικής διάρκειας περιόδους. Το πράγμα που του έδινε τη μεγαλύτερη χαρά ανακάλυψε ήταν η αγωνία τους, ο φόβος τους. Όταν αντιλαμβάνονταν επιτέλους ότι δεν είχαν πια καμιά ελπίδα, τότε ακριβώς ήταν που αυτός ένιωθε παντοδύναμος, μεθυσμένος από εξουσία.

Κατά τα άλλα ζούσε μια κανονική ζωή. Είχε τακτική δουλειά σ' ένα ξενοδοχείο. Είχε φίλους. Είχε κατακτήσεις. Αλλά καμιά γυναίκα δεν παρέμενε για πολύ στη ζωή του. Πάντα για τον ένα ή τον άλλο λόγο έφευγαν. Τις έδιωχνε με τον τρόπο του. Τις παρατούσε δίχως αυτό να γίνει εύκολα αντιληπτό, αφού στο τέλος νόμιζαν ότι ο χωρισμός ήταν δική τους ιδέα. Τις εγκατέλειπε σταδιακά, σχεδόν με πρόγραμμα. Γίνονταν μελαγχολικός, τα χαμόγελά του έσβηναν, κάποιο μαράζι τον τρώει σκέφτονταν, κι αποφάσιζαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά γι' αυτό.

Το παιχνίδι. Μονάχα αυτό τον ενδιέφερε. Ένα παιχνίδι που κράτησε είκοσι ένα χρόνια και στη διάρκεια του οποίου εφτά γυναίκες εξαφανίστηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ ξανά. Η Αθηνά ήταν η όγδοη. Αυτή τη βρήκαν, αλλά δεν πειράζει. Χαριτωμένο κορίτσι, η αλήθεια να λέγεται, αλλά μέχρι εκεί. Την απήγαγε λόγω της ηλικίας της -της ακριβούς της ηλικίας- αλλά και γιατί η απαγωγή της θα του αγόραζε χρόνο.

Δεν του αγόρασε ίσως όσο ακριβώς θα χρειαζόταν, αλλά η ζωή πολλές φορές γίνεται απρόβλεπτη.

Αύριο θα αποκαλύψει στο θύμα του ποιος ακριβώς είναι. Αύριο θα το κάνει να πληρώσει το λογαριασμό. Τριάντα χρόνια σχεδίαζε την εκδίκησή του. Στάλα στάλα έκλεψε τις δυνάμεις του θύματος. Στάλα στάλα, στιγμή τη στιγμή, θα το βασανίσει.

Αυτά που σχεδιάζει να κάνει δεν έχουν καμία σχέση μ' αυτά που έκανε στα υπόλοιπα θύματά του. Το κομμάτι του ψυχολογικού πόνου, αυτό φτάνει στο τέλος του. Τώρα κάνει ένα διάλειμμα. Αύριο θα ξοδέψει ολόκληρη την ημέρα επιδιδόμενος σε σωματικά βασανιστήρια. Θα ρίξει γροθιές. Θα σπάσει δάχτυλα. Θα χαρίσει άφθονο πόνο. Και μετά θα προσφέρει το θάνατο στο θύμα του σα σωτηρία.

Ακούει κάποιον να λέει ότι ο Χοντρός έκανε την εμφάνισή του στο μαγαζί του τύπου, στον οποίο χρωστά λεφτά ο πατέρας της Αθηνάς, κι ανοίγει τα μάτια. Ωραία. Πολύ ωραία. Εξακολουθούν να κυνηγούν το λάθος θήραμα.

Στέλνει σήμα με το χέρι στο γκαρσόνι ότι θέλει να πληρώσει το λογαριασμό. Το κάνει μια στιγμή μετά και αφού ανταλλάζει χαιρετούρες με δυο-τρία άτομα αποχωρεί. Καθώς βγαίνει έξω ρίχνει μια τελευταία ματιά στους θαμώνες. Αν ξέρατε ποιος είμαι, μοιάζει να τους λέει. Αν ξέρατε ποιος είμαι! Ένα ασημί Χόντα περνά από μπροστά του λίγο πριν πατήσει το πόδι του στο δρόμο. Δεν μπορεί να δει τους επιβάτες, αλλά και τι μ' αυτό. Κατευθύνεται, με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, προς το μέρος όπου έχει αφήσει τ' αμάξι του. Το κρύο του μαστιγώνει το πρόσωπο, και μαζί με κάποιες στάλες βροχής που έχουν ξεμείνει στα δέντρα και τώρα πέφτουν απαλά προς τη γη τού ξυπνάνε τις αισθήσεις. Η καινούρια μέρα στη ζωή του, η νέα αρχή, δεν απέχει παρά λίγες ώρες τώρα πια.

Λάκης Φουρουκλάς

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάντε κλικ...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Προδημοσίευση από το 2.5 τόμο της σειράς "Οι περιπέτειες του Χοντρού". Ολόκληρη η νουβέλα θα δημοσιευτεί αποκλειστικά εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.