Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 23. Προδημοσίευση



Η Ντίνα ήταν σίγουρη ότι θα είχαν την ταυτότητα του απαγωγέα στην κατοχή τους μέχρι τώρα, αλλά η τύχη δε θέλησε να τους χαμογελάσει.

Οι φωτογραφίες που είχε βγάλει η Χριστιάνα Παπανδρέου με την Αθηνά ήταν πολλές, αλλά όταν τους έριξε μια όλο αγωνία ματιά η Ντίνα για να βρει μέσα σ' αυτές το πρόσωπο του υπόπτου, δεν τα κατάφερε. Ίσως να βιάστηκα λίγο, σκέφτηκε, και τις είδε ξανά, πιο σιγά, πιο προσεκτικά. Τίποτα. Έδωσε το κινητό στην ξαδέλφη της Αθηνάς, αλλά κι αυτή το ίδιο τίποτα είδε. Ίσως να υπήρχε κάτι στα κινητά τηλέφωνα της τελευταίας, το μόνο που το ένα μάλλον είχε υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, ενώ δεν μπορούσαν να εντοπίσουν το άλλο - όχι ακόμη.

Τους έδωσα ψεύτικες ελπίδες, σκέφτεται τώρα ακολουθώντας τη διαδρομή που ακολούθησαν λίγες ώρες πριν οι συνάδελφοί της. Αλλά, ποιος ξέρει, ίσως η περιγραφή του υπόπτου που της έδωσε η Μαριάννα να είναι αρκετή. Ή ίσως να είναι μια αρχή. Από το τίποτα…



Ο Χοντρός καταριέται την απερισκεψία του, καθώς κάθεται στο αμάξι του, έξω ακριβώς από το μαγαζί που είχε αποφασίσει να επισκεφθεί όταν έφυγε από τη βάση. Γερνάς, καημένε μου, γερνάς, σκέφτεται.

Ξέχασε ένα βασικό πράγμα: να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες για τον άντρα που πήγε εκεί για να συναντήσει. Και παραμέλησε να κάνει κάτι. Να πάρει μαζί του μία ομπρέλα. Το κρύο δεν τον ενοχλεί καθόλου, κι ας είναι νύχτα τώρα, κι ας έχει πέσει κατακόρυφα η θερμοκρασία. Αλλά με την βροχή, πώς να τα βγάλει πέρα κανείς;

Το τηλέφωνό του χτυπά. Ακούει ό,τι έχει να του πει η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Νεύει καταφατικά στον κανένα, ευχαριστεί, και κλείνει. Να που έκανα κι εγώ outsourcing λέει στον εαυτό του και χαμογελά στο σκοτάδι.

Η βροχή δε λέει να σταματήσει. Ο χρόνος κυλά. Ή τώρα ή ποτέ αποφασίζει. Ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου με μια γρήγορη κίνηση, βγαίνει έξω στα γρήγορα και την κλείνει δυνατά, απότομα, αλλιώς θα μείνει μισάνοιχτη.

Τρέχει, όσο του επιτρέπουν τα κιλά και τα χρόνια του, ανεβαίνει τα σκαλιά, και μπαίνει στο μαγαζί. Σάββατο βράδυ. Πολύς κόσμος. Και πολύ ζέστη. Δε γνωρίζει το πρόσωπο του άντρα που ήρθε για να συναντήσει εδώ, αλλά ξέρει το όνομά του κι τα πράγματα που έμαθε λίγο πριν, κι αυτά είναι αρκετά. Πλησιάζει τον άντρα που στέκεται πίσω από το μπαρ.



Ο Τεκ έχει καταφέρει να ενεργοποιήσει το δεύτερο κινητό τηλέφωνο της Αθηνάς και τώρα η Αγγέλα, μαζί με την Κωνσταντίνου που είχε καταφθάσει εκεί λίγα λεπτά πριν κατευθύνονται προς το μέρος που τους έχει υποδείξει εκείνος. Ωστόσο έχει τις αμφιβολίες του, κατά πόσο αυτό το σύντομο ταξίδι θα αποφέρει καρπούς. Καταρχήν δεν είναι αισιόδοξος ότι θα μπορέσουν να το βρουν, αφού έξω βρέχει με το τουλούμι. Κι επίσης δεν είναι απόλυτα σίγουρος ότι θα καταφέρουν ν' ανακαλύψουν κάτι σ' αυτό, αφού αν βρίσκεται σε ανοικτό χώρο… Ελπίζω, να έχει κάνα κιλό ρύζι κάπου ο μάστρος, σκέφτεται. Αυτός είναι ο πιο πρακτικός τρόπος για να το κάνει να… Χάθηκε το σήμα, φτάνει το μήνυμα στο κινητό του.

Τουλάχιστον δεν πήγαν εντελώς χαμένοι οι κόποι τους. Έχει αποθηκευμένη την τοποθεσία από όπου εξέπεμψε για τελευταία φορά. Λίγο έξω από τη Γαλάτα. Θα το βρουν αύριο. Φτάνει να μην είναι πια πολύ αργά.



Όταν οι δύο κοπέλες επιστρέφουν στη βάση βρίσκουν τον Τεκ και τη Ζίτα στις γνωστές τους θέσεις, μπροστά από τις οθόνες των φορητών υπολογιστών και την Ντίνα απέναντι από τους πίνακες. Μάλλον έχει φάει βροχή. Αυτό υποδηλούν τα ρούχα και τα μαλλιά της. Αυτό υποδεικνύει και το γεγονός ότι είναι τυλιγμένη, από τη μέση και πάνω, με μια φλις κουβέρτα.

"Έπρεπε να με περιμένει", δηλώνει. Το αφεντικό έπρεπε να την περιμένει, αφού οι δυο τους μαζί, σαν ομάδα, πάντα λειτουργούσαν καλύτερα. Είχαν ένα μοναδικό τρόπο να ανακρίνουν τους υπόπτους, να τους εκνευρίζουν, να τους βγάζουν έξω απ' τα νερά τους.

Αχ, τα παλιά καλά χρόνια, σκέφτεται, κι ας όλα άλλαξαν μόλις πρόσφατα. Πρώτα όταν πήρε αυτός προαγωγή, και μετά όταν πήρε αυτή. Της έλειπε το κυνήγι. Της έλειπαν τα ξενύχτια της παρέας, της ομάδας. Όχι ότι δεν ξενυχτούσε τώρα, το έκανε. Απλά τώρα πια ο ρόλος της ήταν περισσότερο οργανωτικός. Ήταν ο συνδετικός κρίκος.

"Ντίνα Αυγουστή", γυρίζει και συστήνεται στην άγνωστη γυναίκα.

"Μαρία Κωνσταντίνου. Και σας ξέρω. Σας έχω ακουστά εννοώ".

Δεν υπήρχε λόγος να ρωτήσει το πώς εκείνη: είχαν εμφανιστεί, έστω και σαν σκιές πίσω από τις κάμερες, αρκετές φορές στην τηλεόραση τα τελευταία δύο χρόνια η Ντίνα κι ο Χοντρός. Πολύ πιθανόν να μελέτησε και τις υποθέσεις τους. Ποιος ξέρει;

"Πώς μπορώ να βοηθήσω;" τη ρωτά, κι η γυναίκα για μια στιγμή μοιάζει να τα έχει χαμένα. Αλλά μετά αντιλαμβάνεται ότι η Ντίνα μόλις τώρα έφτασε εκεί, οπότε δεν έχει αποφασιστεί ακόμη ποιος ρόλος της αναλογεί. Και αν και είναι ανώτερή της, δε δείχνει καμία απολύτως διάθεση να της επιβάλει την εξουσία της.

Απαντά η Αγγέλα όμως, που συνηθισμένη καθώς είναι στους ρυθμούς που κινείται η ομάδα, δε θέλει ν' αφήσει καθόλου χρόνο να πάει χαμένος. Της λέει όλα τα νεώτερα και της εξηγεί το ρόλο που αναλογεί στον καθένα.

"Οδηγός λοιπόν;"

"Οδηγός", απαντά η συνάδελφός της.

"Τεκ. Μικρή βιντεοκάμερα. Φωτογραφική από τις καλές με μέσης απόστασης φακό".

"Στο βαλιτσάκι μπροστά από την πολυθρόνα", απαντά εκείνος χωρίς να σηκώσει στιγμή το βλέμμα του από την οθόνη.

Η Αγγέλα, καθισμένη κι αυτή τώρα μπροστά σε μια οθόνη, συνεχίζει το έργο που είχε αφήσει στη μέση πριν. Της ανίχνευσης άλλων, παρόμοιων υποθέσεων. Η Ζίτα και ρίχνει ξανά και ξανά ματιές στις παλιές έρευνες, στα νέα στοιχεία. Ακολουθεί ψηφιακά τα αχνάρια που άφησαν πίσω τους οι απαγωγείς. Κι ο Τεκ παρακολουθεί προσεκτικά, καρέ καρέ, το βίντεο που γύρισε η Κωνσταντίνου.

Μα η Ντίνα, προτού αναχωρήσει μαζί με την τελευταία, για την κατασκοπευτική τους επιχείρηση, κάτι θυμάται, κοντοστέκεται. Το βλέμμα της φωτίζεται.

"Στους παλιούς φακέλους διάβασα ότι οι αστυνομικοί επικέντρωσαν τις προσπάθειές τους κατά κύριο λόγο στην περιοχή της Κακοπετριάς. Γι' αυτό και ο Δημητρίου ήταν για μια εποχή ο βασικός τους ύποπτος. Αλλά δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να επιβεβαιώνει αυτή τους την υπόθεση. Οπότε…"

"Αν ο ύποπτος δεν ήταν από δω. Δεν έφυγε από δω. Από κάπου αλλού έφυγε και πήγε όπου πήγε. Εκτός κι αν ήταν όντως από δω, αλλά ήταν υπεράνω πάσης υποψίας", λέει η Αγγέλα.

"Όλα δείχνουν ότι υπάρχει και δεύτερο θύμα. Για να εξαφανιστεί και να μην τον ή την αναζητήσει κανείς πάει να πει: α) Ότι δε ζει στην περιοχή, αλλά έρχεται συχνά εδώ, ή, β) Ζει στην περιοχή, αλλά κάπου απομονωμένα, και μάλλον πρόκειται για κάποιο σχετικά ηλικιωμένο άτομο, που δε διαθέτει σχεδόν καθόλου κοινωνική ζωή", συμπληρώνει η Κωνσταντίνου.

Κάνει μια κίνηση για να τηλεφωνήσει σε κάποιον, αλλά προτού το πράξει στρέφεται προς την Ντίνα. Εκείνη της γνέφει καταφατικά.

Η βροχή έχει ευτυχώς σταματήσει. Το γεγονός αυτό θα κάνει το έργο τους λίγο πιο εύκολο, αφού η φωτογράφηση-κινηματογράφηση, θα αποτελούσε σχεδόν μια ανούσια πράξη, αν γίνονταν όχι μόνο πίσω από τα κλειστά τζάμια ενός αυτοκινήτου, αλλά εν μέσω μια καταιγίδας.

Θα σε βρούμε, υπόσχεται τώρα σιωπηλά, με σφιγμένα τα δόντια, στο θύμα η Ντίνα. Θα σε πιάσουμε, ορκίζεται στον θύτη. Κι ας ξέρει ότι τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά.

Λάκης Φουρουκλάς

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάντε κλικ...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Προδημοσίευση από το 2.5 τόμο της σειράς "Οι περιπέτειες του Χοντρού". Ολόκληρη η νουβέλα θα δημοσιευτεί αποκλειστικά εδώ. 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.