Τα φαντάσματά του - Κεφάλαιο 18. Προδημοσίευση



Τη βρήκαν ζωντανή. Δεν μπορεί να το πιστέψει. Αλλά δεν τον ανησυχεί και ιδιαίτερα αυτό. Δεν είδε ποτέ το πρόσωπό του. Δεν είδε που την κρατούσε φυλακισμένη. Δεν άκουσε καν τον ήχο της φωνής του.

Χαμογελά τώρα, παρά τη θέλησή του. Αν δεν πάθεις, δε θα μάθεις, σκέφτεται. Αυτό ήταν το πρώτο του έγκλημα. Το πρώτο του είδους δηλαδή. Έκανε πολλά και διάφορα στο παρελθόν, όταν ήταν πολύ πιο νέος, αλλά πάντα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κατάφερνε και την έβγαζε καθαρή. Μέχρι που έφτασε στο μη παρέκει, κι αποφάσισε ν' αλλάξει τακτική.

Δεν ήταν εύκολο να τα παρατήσει όλα και να φύγει, ν' αλλάξει τη ζωή του ριζικά, αλλά έπρεπε να το κάνει, αλλιώς θα κατέληγε στη φυλακή.

Περιπλανήθηκε για αρκετό καιρό στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ: τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Σερβία. Έκατσε για καμπόσο και στη Θεσσαλονίκη. Είχε λεφτά, από μια κληρονομιά, οπότε μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει.

Τον προσέλκυε πάντα το σκοτάδι. Αυτό που κρύβονταν στις ψυχές των άλλων ανθρώπων, αλλά και στη δική του. Ταξίδευε από σκιά σε σκιά, άκουγε, παρατηρούσε, μάθαινε.

Ποτέ του δεν αναρωτήθηκε τι τον έσπρωξε στη διαδρομή που ακολουθούσε. Ποτέ δεν έριξε το φταίξιμο στους άλλους. Στους γονείς που δεν ήταν εκεί. Στους φίλους που τον παράτησαν. Στην κοινωνία. Είμαι αυτό πού είμαι, έμοιαζε να φωνάζει σιωπηλά σε κάποιον που δεν ήταν εκεί.

Όταν επέστρεψε στην Κύπρο ένιωθε έτοιμος για μεγάλα πράγματα. Έτοιμος να τους αλλάξει όλους τα φώτα. Αλλά ήξερε ότι το καλύτερο πράγμα που είχε να κάνει ήταν να μη τραβήξει πάνω του την προσοχή. Αν και δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη φυλακή, ήταν σημαδεμένος, και το παραμικρό παραπάτημα θα μπορούσε να του κοστίσει ακριβά.

Της συμπεριφέρθηκε με τον καλύτερο τρόπο όταν τη γνώρισε. Ένιωθε, της είπε, ότι την ήξερε από πάντα. Αλήθεια. Την ήξερε. Ήξερε τον τύπο της. Ήταν αυτάρεσκη, της άρεσαν οι πολυτέλειες, κι εκτιμούσε αφάνταστα εκείνους που θα μπορούσαν να τις τες προσφέρουν.

Ήταν κύριος. Πρόσεχε τα λόγια του. Για τον εαυτό του της έλεγε ελάχιστα, αφού έτσι κι αλλιώς το ήξερε ότι μόνο για τα λεφτά του ενδιαφέρονταν, και όχι για τον ίδιο, αλλά την έλουζε με κομπλιμέντα, της έλεγε αυτά που ακριβώς ήθελε ν' ακούσει.

Όταν ήταν νεώτερος δε διάβαζε καθόλου, αλλά από τη στιγμή που αποφάσισε να γίνει κάποιος άλλος, μεταμορφώθηκε στον πιο φανατικό αναγνώστη. Τα εγχειρίδια ψυχολογίας ήταν τα αγαπημένα του, αφού τα χρειαζόταν για τα πειράματά του. Αλλά διάβαζε και βιβλία για αληθινά εγκλήματα και τη διαλεύκανσή τους. Ήθελε να ήταν πανέτοιμος για όταν θα έφτανε η ώρα.

Τη νοσταλγεί σχεδόν τώρα εκείνη την περίοδο της μαθητείας του. Εκείνη τον βοήθησε ν' ανοίξει τα μάτια σ' ένα καινούριο κόσμο, να μάθει τον τρόπο που σκέφτονταν κι ενεργούσαν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι.

Εκείνη ήταν μία από τις πολλές γυναίκες που γνώρισε. Κι εκείνη, όπως κι όλες οι άλλες, δε θα μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν αν τον έβλεπαν τώρα. Να είσαι αόρατος, ψιθύριζε κάθε βράδυ στον εαυτό του, σαν πήγαινε για ύπνο. Ν' αφήνεις το σημάδι σου κι ας μην το βλέπει κανείς.

Καμία από εκείνες τις γυναίκες δεν την έβγαλε καθαρή μαζί του. Έβγαιναν έξω, το γλεντούσαν, έκαναν έρωτα. Κι αυτός πλήρωνε όλους τους λογαριασμούς. Αλλά μετά σιγά σιγά άρχιζε να εξαφανίζεται απ' τη ζωή τους. Ταξίδια για δουλειές, έλεγε. Το ένα και το άλλο. Πάντα χώριζαν με λίγο δράμα, αλλά φιλικά. Είπαμε, ήταν κύριος αυτός.

Θα τους έλειπε άραγε. Αυτή είναι μια από τις απορίες του. Ίσως όντως να λείπει σε κάποιες από αυτές. Ίσως, αφού καμιά απ' αυτές δεν ήξερε. Δεν ήξεραν ότι είχε αντικλείδια για τα σπίτια τους. Δεν ήξεραν ότι αυτός ήταν που τα καταλήστευε λίγους μήνες μετά. Δεν ήξεραν καν το πραγματικό του όνομα. Τον κοίταζαν μα δεν τον έβλεπαν.

Η τελευταία. Αυτή ήταν παντρεμένη. Είχε ενδιαφέρον το παιχνίδι τους. Τη σχέση αυτή τη θεωρούσε σαν την τελευταία δοκιμασία, αφού καθώς έβγαινε μαζί της φρόντισε να συναντηθεί τυχαία και με τον άντρα της και σιγά σιγά ν' αποκτήσει φιλικές σχέσεις μαζί του.

Όταν πήγε στο σπίτι τους για να τον επισκεφθεί, στο σπίτι που δεν είχε ξαναπάει ποτέ πριν, την είδε ν' ανοίγει την πόρτα και να χλομιάζει, να φοράει στο πρόσωπο την έκφραση κάποιου που έχει μόλις συναντήσει ένα νεκρό. Προσποιήθηκε κι εκείνος ότι τα είχε χαμένα. Ήταν καλός θεατρίνος. Τον πίστεψε. Αργότερα, καθώς κάθονταν κι έτρωγαν παρέα οι τρεις τους, ήθελε τόσο να γελάσει. Δεν έχουν ιδέα, σκέφτονταν και το μέσα του ξεκαρδιζόταν. Το δικό τους σπίτι ήταν το μοναδικό που δε λήστεψε.

Και τώρα είναι εδώ. Πιο σοφός από ποτέ. Πιο έτοιμος από ποτέ. Αυτό το παιχνίδι, το νέο έχει πάρει μια διαφορετική τροπή, και παρά την έκπληξη που ήρθε και του χτύπησε την πόρτα, το γεγονός αυτό δεν τον αναστατώνει ιδιαίτερα.

Δε θεωρεί ότι απέτυχε, αφού έτσι κι αλλιώς ο πραγματικός του στόχος δεν ήταν το κορίτσι. Άλλος του φταίει. Άλλος θα πληρώσει τα σπασμένα. Το μόνο που τώρα απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή. Οι παίχτες μοιάζουν να έχουν αλλάξει. Εδώ και δυόμιση μέρες τους είχε όλους δεμένους στο μικρό του δαχτυλάκι, κουνούσε δίχως καμία δυσκολία τα νήματά τους. Αλλά τώρα…

Πρέπει να μάθει. Ποιος είναι ο νέος αντίπαλός του. Ευτυχώς είναι νωρίς ακόμη. Κι ευτυχώς είναι Σάββατο. Μπορεί να πάει αργότερα για ένα ποτό πάλι. Ν' ακούσει δήθεν όλο έκπληξη τα νεώτερα. Να σκεφτεί πώς καλύτερα να οργανώσει την επόμενη κίνησή του.

Ξαπλώνει στο κρεβάτι. Απροσδιόριστοι ήχοι φτάνουν στ' αυτιά του. Τα μάτια του είναι ανοικτά και κοιτούν προς το ταβάνι. Μαύροι σπινθήρες στο ημίφως.

Θα πεθάνει, σκέφτεται. Κανείς δεν μπορεί να τον σταματήσει.

Λάκης Φουρουκλάς

Για να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάντε κλικ...

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Προδημοσίευση από το 2.5 τόμο της σειράς "Οι περιπέτειες του Χοντρού". Ολόκληρη η νουβέλα θα δημοσιευτεί αποκλειστικά εδώ.    
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.