Mein kleiner Ludwig



Έτρεξα να πάρω το τραίνο, μόλις πήρα την απόφαση. Κατά μήκος του ποταμού έτρεχα σαν το Φόρεστ Γκαμπ ακούγοντας στα αυτιά μου την Ωδή στη Χαρά ντόλμπι σαράουντ. Ελευθερία. Άλλη μια ιερή στιγμή από εκείνες που έρχονται μια στο τόσο και σου θυμίζουν γιατί υπάρχεις. Ήμουν τόσο κοντά. Τόσο πολύ κοντά! 

Πόσα χρόνια λέω πως θέλω να πάω στη Βιέννη. Οι λόγοι είναι άπειροι: ο Μότσαρτ, ο Σούμπερτ, ο καημενούλης μου ο Σούμαν, η πριγκίπισσα Σίσσυ που έβλεπα μικρή με τη Ρόμυ Σνάιντερ μαζί με τη γιαγιά μου - Θυμάμαι εκείνη τη σκηνή που φοράει το γαλάζιο φόρεμα με τα τριαντάφυλλα, στο χορό, με τα μαλλιά πιασμένα πίσω, πεντάμορφη κι εκείνη σα λουλούδι. Τότε ήταν που αποφάσισα πως ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχα δει. Είπε πως τα αγαπημένα της λουλούδια ήταν τα κόκκινα τριαντάφυλλα. Κι ο Φράντς, με τον οποίο ήμουν ερωτευμένη εννοείται, της τα πρόσφερε. Λίγο πιο πριν την είχε ξεμοναχιάσει σε κάποιο σαλόνι και της είχε πει παραπονιάρικα… Σίσσυ… Ιχ Λίμπε Ντιχ… Δεν ήξερα αν έπρεπε να σκάσω στα γέλια με την έλλειψη λεπτότητας της γερμανικής γλώσσας που της πέταξε ένα Ιχ Λίμπε Ντιχ στα μούτρα ή να βουρκώσω με την ειλικρίνεια και το παράπονο στο μεγάλο βλέμμα αγαπησιάρη πιτσιρικά του Φραντς. - Οι λόγοι που ήθελα να πάω στη Βιέννη πολλαπλασιάστηκαν. Ήρθε κι εκείνη η ταινία η άτιμη… Πριν το Ξημέρωμα. Άτιμη, άτιμη ταινία. Άτιμη, δε λέω περισσότερα. 

Πριν καιρό όμως είχε προηγηθεί και κάτι άλλο: ένα επεισόδιο του Υπαστυνόμου Ρεξ όπου κάποιος ιερόσυλος είχε κλέψει το κρανίο του Μπετόβεν από το μεγάλο νεκροταφείο-πάνθεον της Βιέννης. Όπα! Να ο βωμός! Είναι στη Βιέννη. Είναι θαμμένος στη Βιέννη! Βρήκα το βωμό όπου θα άφηνα κι εγώ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Θα πήγαινα ολομόναχη, να μη μου αποσπάσει την ευλάβεια κανείς. Θα έπαιρνα από κάποιο κοντινό ανθοπωλείο ένα άλικο τριαντάφυλλο. Θα περπατούσα ευλαβικά μπρος στο μνήμα, θα κοιτούσα με δέος το άγαλμα ή την προτομή με το τόσο γνώριμο πρόσωπο και το Όνομα χαραγμένο με κεφαλαία πάνω στο μάρμαρο. Θα φιλούσα το τριαντάφυλλο και ταυτόχρονα θα του διοχέτευα όλη μου την αγάπη και θα το ξάπλωνα πάνω του λέγοντας του πως τον αγαπώ με όλη μου την καρδιά. 

Τον αγαπώ. Όχι όπως μπορεί να νομίζει κανείς. Όχι σαν υποθετική ερωμένη. Νιώθω να τον ξέρω υπερβολικά καλά ώστε να τον ερωτευτώ έτσι. Δε θα τον άντεχα νομίζω. Αν ήταν όντως τόσο στριφνός, κάποια στιγμή θα έφτανα σε σημείο να θέλω να του σκίσω τα ιερά του χειρόγραφα και να τα πετάξω στη φωτιά ή να του περάσω κολάρο ένα βιολοντσέλο στο κεφάλι. Κι εκείνος δε θα με άκουγε λόγω της κουφαμάρας του και τότε θα μπορούσα να ξεχύσω πάνω του όλες μου τις κατάρες, τη χολή, την απόγνωση που δεν μπορώ να πλησιάσω το μαρτύριό του. Ούτε μαθήτρια ή μουσικός του θα ήθελα να είμαι, να σιχτιρίζω την ώρα και τη στιγμή που έμπλεξα μαζί του, μονίμως ανικανοποίητος και κυκλοθυμικός, να κοπανιέται πάνω στο πόντιουμ και να μην μπορεί να διευθύνει! Έχουμε παραγνωριστεί από καιρό. Και είναι τόσο κομμάτι του εαυτού μου που δε χρειάζεται να μπω σε τέτοιο πεδίο για να τον αγαπάω. Είναι δικός μου, είναι μέσα μου. Όχι όπως μπορεί να νομίζει κανείς. Είναι σαν πνεύμα, σαν κομμάτι του Θεού. 

Αχ, δεν μπορείτε να καταλάβετε. Είσαι περίπου 8-9 χρονών και ακουμπάς για πρώτη φορά το Fur Elise και νιώθεις να πατάς πάνω σε ιερά κάρβουνα. Παίρνεις πια το βάπτισμα του πυρός! Είσαι τρανή πιανίστρια 8 χρονών, και μόνο που έχεις σε ξεχωριστή παρτιτούρα το Fur Elise και που το μαθαίνεις με τα μικρά σου ακόμα χέρια όπως γράφτηκε, και όχι όπως το παίζει και η κουτσή Μαρία. Υπάρχει μεγαλύτερο προνόμιο από αυτό; Και όταν περπατήσεις όλο το ταραραραραραραραρά ταραραρά ταραραρά ανακαλύπτεις μια δροσερή πηγή! Δεν ξέρεις από πού ξεχύθηκε. Λαμπερή και παιχνιδιάρικη! Και μετά πάλι θυμόμαστε την Ελίζα και ταραραραραραραραρά ταραραρά ταραραρά… Κι έπειτα… εκείνη η Καταιγίδα. Τότε ήταν που τον ένιωσα. Άγγιξε κάποια χορδή που έκανε βροντερή ηχώ. Είχα ανάγκη να παίζω εκείνες τις πρώτες οργισμένες συγχορδίες ξανά και ξανά και ξανά. Το παράκανα πολλές φορές, λες κι έπαιζα ηλεκτρική κιθάρα. Όμως… Μπετόβεν. Υπάρχει μεγαλύτερος ροκάς από εσένα; 

Έμελλες να γίνεις ο βράχος μου, στοιχειό μου, αστείρευτη πηγή έμπνευσης και φύλακας άγγελος επίσης. Γιατί εκείνες τις βροντερές χορδές μόνο εσύ μπορούσες να τις κάνεις να αντηχούν με τόση ευαισθησία. Μόνο εσύ κατανοούσες τον τυφώνα μου, το στρόβιλο, την τρικυμία, την πύρινη λαίλαπα, τον εγκλεισμό, τη μετουσίωση, την ιερή ανάληψη, τη θριαμβευτική νίκη, την αθανασία, την Ωδή μου στη Χαρά. Ο Θεοδωράκης έχει πει πως η 9η του Μπετόβεν είναι ο Παρθενώνας της Μουσικής. Ναι: Δωρικός, αρμονικός, λιτός κι απέριττος, μεγαλειώδης και θεϊκός μέσα στην Ιερή Αρμονία του. Αυτός είναι. Δεν ξέρω πώς το έκανε. Αυτός είναι όμως. 

Κλείνεις όλους τους νόμους του Σύμπαντος, όλο το Φως και το Σκοτάδι, όλη την Αλήθεια μέσα σε μερικά χαρτιά στολισμένα με πεντάγραμμα και φουριόζικα ορνιθοσκαλίσματα. 

Η μεγάλη κάθαρση ήρθε όταν μετά τις Σονάτες του Μότσαρτ η αγαπημένη δασκάλα είπε πως είναι η σειρά σου. Ναι, έφτασα σε αυτό το σκαλοπάτι. Εδώ που έφτασες λίγο δεν είναι. Είναι μεγάλη της ποιήσεως η σκάλα. Και τότε άνοιξε το σεντούκι με τους θησαυρούς. Ποια σονάτα να πρωτοπαίξω; Τις θέλω όλες! Παθητική, Σεληνόφως, Καταιγίδα, Αποχαιρετισμός, Απασιονάτα… Κάθε μία ένιωθα να τη γνωρίζω από πριν. Καθεμία και μια αποκάλυψη. Ήσουν ζόρικος πολύ, δε λέω. Πάρα πολύ. Τόσο κλασικός και ρομαντικός ταυτόχρονα, πώς χωρούσες τόση ευαισθησία μέσα σε απόλυτα μαθηματικά; Δεν επιτρέπονταν οι παρεκτροπές, όσα ρίχτερ κι αν ήταν ο σεισμός! Ήταν ελεγχόμενος και ανεξέλεγκτος ταυτόχρονα. Έκανες ό,τι γούσταρες, από πιανίσιμο σε φορτίσιμο, δικός μου είσαι! Είσαι ο άνθρωπός μου! Και η αγαπημένη δασκάλα να λέει: Βάρα! Μπετόβεν είναι!! Αποθέωση! Βάρα! Βάρα!!! Πού ήσουν όλη μου τη ζωή;; 

Το να παίξεις μια νότα λάθος δεν έχει σημασία. Το να παίζεις χωρίς πάθος είναι ανεπίτρεπτο! Έτσι είχες πει. Μπορώ να γράφω για σένα με τις ώρες. Τα έφερες όλα στο Φως! 

Όταν ήμουν στην αυτοεξορία, ήσουν εκεί. Μέσα σε mp3 σε άκουγα, στα αμέτρητα τραίνα, στα ποδήλατα και πλάι στις λίμνες. Μια φορά το πρώτο μέρος της Καταιγίδας με πέτυχε σε στιγμή που μαύρα σύννεφα συμπυκνώνονταν πάνω από τις βουνοκορφές των Άλπεων κι εγώ ήμουν στην όχθη της λίμνης παρέα με μερικές πάπιες που άρχιζαν να νιώθουν το θείο ξέσπασμα που θα πλησίαζε. Πόσο καλό μου έκανες. Με κράτησες ζωντανή. Δεν έπαιζα πιάνο πια. Ήμουν μακριά από το σπίτι. Είχα όμως ένα μαγικό κλειδί. Και σε παρτιτούρες το άγιο απωθημένο στα χέρια μου, εκτυπωμένο από ένα σχολικό εκτυπωτή: Appasionnata. Δε σε έπαιξα ποτέ. Φθονώ γνωστούς μου που σε έχουν παίξει. Ακούω τον Daniel Barenboim να σε παίζει και είμαι πλήρης. Είχα το μαγικό κλειδί πασπαρτού που άνοιγε τις πόρτες του σχολείου. Άνοιγε κι εκείνη την αίθουσα με το πιάνο που ήταν άδεια τα Σάββατα. Είχα λίγο χρόνο. Πήγαινα κι έβγαζα τις νότες σου. Τρίτο μέρος. Κατευθείαν! Τις έπαιζα με τρόπους. Σαν κουτσή χελώνα. Ακόμα κι έτσι όμως το Φως έμπαινε μέσα μου. Μου έγινε εμμονή κάποια στιγμή να μην την αφήσω. Έβγαλα τις νότες του τρίτου μέρους. Έχω ακόμα πολλή πολλή δουλειά. Δεν ξέρω αν μπορώ να την κάνω μόνη μου. Και πάλι όμως μπράβο μου που το προσπάθησα. 

Είχα δει κι εκείνη την ταινία, το Αθάνατη Αγαπημένη. Έχεις γράψει κάποιο γράμμα σε μια γυναίκα που ανέδειξες σε μύθο. Κανείς δεν τη γνωρίζει και ούτε θα τη γνωρίσει. Και δεν έχει και νόημα άλλωστε. Η ταινία εξετάζει ένα σενάριο. Στη ζωή σου θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι ακόμα πιο εκπληκτικό κι από αυτό! Τι ήθελα και το θυμήθηκα αυτό το γράμμα; Είχα αγοράσει πριν χρόνια ένα βιβλίο με ερωτικά γράμματα, που δεν ξαναβρήκα ποτέ σε κανέναν εκδοτικό οίκο. Είχε γράμμα του Καποδίστρια στην αγαπημένη του στη Ρωσία. Είχε γράμμα του Ρεμπό προς το Βερλέν, ή το αντίστροφο. Είχε γράμμα του Στάλιν στην αγαπητικιά του ή τη γυναίκα του, την οποία νομίζω αποκαλούσε "αρκουδίτσα μου" ή κάτι τέτοιο. Είχε και το δικό σου στην Αθάνατη Αγαπημένη. Πώς είναι δυνατόν τόσο επιπόλαια να δανείσω ένα τέτοιο βιβλίο σε μια απλή μου γνωριμία με την οποία δεν ξαναήρθα σε επαφή ποτέ και η οποία παίζει να μην το διάβασε καν ποτέ; Είναι δυνατόν το βιβλίο αυτό να επέλεξε να είναι στο δικό της ράφι αντί για το δικό μου που θα το εκτιμούσα τόσο πολύ;

Είχε και το δικό σου γράμμα στην Αθάνατη Αγαπημένη. Ήσουν πάντα ερωτευμένος έλεγαν και ωστόσο έμεινες μόνος. Η μοναξιά και η κώφωση σε έκαναν στριφνό. Δεν μπορώ να συλλογιστώ το μαρτύριο του να είσαι μια μεγαλοφυϊα τόσο καταπιεσμένη, με τον τρόμο πως ο Θεός θα σου στερήσει λόγω μιας πάθησης τα θεία δώρα που σου πρόσφερε τόσο ανοιχτόκαρδα. Δεν μπορώ να φανταστώ την απόγνωση. Και το μεγαλείο του να γράφεις Παρθενώνες ακούγοντάς τες μόνο στην ορχήστρα του μυαλού σου. Εκεί είναι που θέλω να σε αγκαλιάσω. Όχι σαν Αθάνατη Αγαπημένη. Ως φίλη, ως μητέρα, ως αδελφή.  Η και ως φίλος, ως πατέρας, ως αδελφός. 

Ναι, θα ήθελα να ήμουν μεγάλη σου αδελφή. Να σε νταντεύω, να σε προστατεύω από την πατρική οργή. Να σε παρηγορώ μετά από παντός είδους απογοητεύσεις. Να παίζω μαζί σου, να σου φτιάχνω πρωινό, να καλύπτω τις αταξίες σου, να αντιλαμβάνομαι πρώτη το μεγαλείο του έργου σου. Να σε τρέχω στους γιατρούς για να θεραπευτεί η ακοή σου. Να σου θυμίζω πως είσαι παιδί, πως είσαι άνθρωπος. Δε νομίζω πως είχες μεγάλη αδελφή. Θα μπω να το κοιτάξω. Αν δεν είχες όμως θα ήθελα να ήμουν εγώ. Αυτό ένιωσα πάλι. Μιαν αδελφική στοργή. Μια θλίψη πως δεν πήρες όσες αγκαλιές θα ήθελες όταν ήσουν μικρός. Μια μελαγχολία πως δε σου έδωσα όσες αγκαλιές θα μπορούσα να σου δώσω αν σε είχα κοντά μου. Έπειτα σκέφτομαι: θα είχες δημιουργήσει όπως δημιούργησες αν δεν είχες υπάρξει τόσο βασανισμένος, τόσο θυελλωδώς ερωτευμένος, τόσο μόνος; Και λέω πως εγώ με τη στοργή μου θα σε αγαπούσα και πάλι, κι ας μην είχες δημιουργήσει, γιατί θα ήξερα τόσο καλά τι είχες μέσα σου. Απλά δεν ήθελα να υποφέρεις. Απλά ήθελα να είσαι χαρούμενος μικρέ μου Λούντβιχ. 

Δεν πήγα στη Βιέννη. Μου έτυχε κάτι καλύτερο. Ήμουν στο σπίτι σου. Ήταν ένα απλό σπίτι, με έναν απλό κήπο και απέναντί μου είχα μια παιδική φορεσιά που ήταν δική σου. Και είδα με τα μάτια μου αυτό που ήξερα ήδη. Πως ήσουν παιδί, πως ήσουν άνθρωπος. Και πως θα είχες πολύ εκτιμήσει μιαν αγκαλιά από κάποιον που σε αγαπάει όπως είσαι. Σε βλέπω σε προτομές και αγάλματα επιβλητικό και οργισμένο, σοβαρό. Πόσο πρέπει να κουράστηκες να κατασκευάσεις αυτό το προσωπείο. Δεν ξέρω, τις εντυπώσεις μου λέω. Στο τελευταίο πάτωμα βρισκόταν μια νεκρική μάσκα. Έγειρα από πάνω της και ήθελα να τη χαϊδέψω, σαν να ήμουν εκεί σ’εκείνη την περίφημη κηδεία ως μέλος της οικογένειας και να σου πω το τελευταίο αντίο. Έτσι τελειώνει λοιπόν;… Παραδίπλα όμως ήταν το δωμάτιο έκπληξη. Έμπαιναν ακτίνες από τον ήλιο μέσα από ένα παράθυρο και προσέδιδαν σ’εκείνο το χώρο την όψη του ιερού ενός ναού. Και κάπου στη μέση και λίγο προς τ’αριστερά ήταν μια προτομή σου, με βλέμμα που κοιτούσε ευφυέστατα, πονηρά και φωτεινά και κάπως περιπαιχτικά προς τις ακτίνες. Ήσουν εσύ από τον Παράδεισο. Ήσουν το μετά. Είχες γεννηθεί από την αρχή και ήσουν πάλι ο αγνός Εαυτός σου. Αυτός είσαι. Μες στο Φως. 

Δε σου πήρα τριαντάφυλλο. Το ολόψυχο φιλί μου το έδωσα στην κουπαστή της σκάλας του σπιτιού κάποια στιγμή που είχα καθίσει εκεί βουρκωμένη και κανείς δε με ενοχλούσε. Σκέφτηκα πως ίσως κάποτε να την είχες κατέβει μικρός κουτρουβαλώντας. Αγόρασα και την Appasionnata από το μικρό κατάστημα. Και το προσκύνημά μου έληξε.

Υ.Γ. Δείτε την αυτήν τη σκηνή και ίσως λιγάκι να με νιώσετε:

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Σκίτσο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.