Η καλή μάνα



Πώς μπόρεσαν και της το έκαναν αυτό; Πώς μπόρεσαν; Την ατίμωσαν, οι άτιμες! Ατίμωσαν το όνομά της. Την έκαναν από τη μια στιγμή στην άλλη να ντρέπεται να παρουσιαστεί στην κοινωνία. Μα πάνω απ’ όλα, κι αυτό είναι το χειρότερο, αμάρτησαν. Αμάρτησαν ενώπιον θεού και ανθρώπων, πρόδωσαν τα πιστεύω που τόσο πάσκισε εκείνη να εμφυτέψει μέσα τους, για το χρήμα και μόνο. Και τώρα; αναρωτιέται. Τι να κάνει τώρα; Πώς να ξεπλύνει τα κρίματά τους, αυτά που έγιναν και δικά της; Ναι, έτσι σκέφτεται, το κρίμα της ανήκει εξίσου, η μισή αμαρτία δική της, αφού αυτή τις γέννησε, αφού αυτή ήταν που έφερε στον κόσμο αυτές τις κόρες, που τώρα αποκαλεί οχιές.

Ω, θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό; από μέσα της ρωτά, μα η αλήθεια είναι ότι δεν περιμένει απάντηση, ούτε καν μια φώτιση, κάτι που να την κάνει να κατανοήσει αυτό που συνέβηκε. Όπως λένε και οι γραφές, άγνωστες οι βουλές του Κυρίου. Ωστόσο, την πιάνει το παράπονο, δεν της άξιζε τέτοια τύχη – δεν της άξιζε καθόλου. Αυτή σε ολόκληρή της τη ζωή δεν πλήγωσε κανένα, δεν ατίμωσε κανένα, δε μίσησε κανένα, και κανείς δεν άκουσε ποτέ κακή κουβέντα να βγαίνει απ’ τα χείλη της. Πάντα ήταν φτωχή και γενναιόδωρη, πάντα είχε λίγα κι αυτά τα λίγα φρόντιζε να τα μοιράζεται μ’ αυτούς που είχαν λιγότερα απ’ την ίδια. Ζώντας μια λειψή, γεμάτη στερήσεις ζωή, σκεφτότανε πώς ήταν τυχερή, αφού πάντα είχε να φάει και κάπου να κοιμηθεί, έτσι ένιωθε την ανάγκη να βοηθά και τους γύρω της.

Όλοι την αγαπούσαν, αφού τη θεωρούσαν αγία γυναίκα, έναν άγγελο δίχως φτερά, αλλά με σάρκα και οστά, που απλά έτυχε να λάβει ανθρώπινη μορφή. Κι όλοι τη σέβονταν, ακόμη περισσότερο κι απ’ τον παπά, επειδή αν και αμόρφωτη πάντα ήξερε ποιος ήταν ο δρόμος ο σωστός, ο χριστιανικός, αυτός που οδηγούσε στων ψυχών τη σωτηρία, κι αυτόν ακριβώς δίχως δισταγμό και αμετάκλητα ακολουθούσε. Αχ, και να ’μασταν σαν κι αυτήν, έλεγαν οι συγχωριανές η μια στην άλλη, κι ας ήξεραν πολύ καλά ότι δε θα μπορούσαν ποτέ τους να της μοιάσουν. Το κουτσομπολιό, οι ζήλιες, οι μικρότητες, η φιλαργυρία και η κακία, θα στέκονταν πάντα εμπόδιο στις αερόλογες φιλοδοξίες τους. Αλλά τώρα…

Τώρα, αν και κανείς άλλος πέρα από τους άμεσα εμπλεκομένους δεν ξέρει τι συνέβηκε, τι συμβαίνει, η καλή αυτή γυναίκα, άρχισε όλο και πιο πολύ να μαραζώνει, μέρα με τη μέρα να γερνά, σαν κερί να τρεμοσβήνει. Αδικία μεγάλη ήταν αυτή που έκαναν οι κόρες της, αμάρτημα θανάσιμο και όλο από μέσα της παρακαλεί τον θεό να ρίξει φωτιά και να τις κάψει. Προσεύχεται, εκλιπαρώντας το θάνατό τους και τις καταριέται. Αυτή που στη ζήση της ολάκερη δεν καταράστηκε ποτέ τίποτα και κανένα, που δεν έμαθε καν τι πάει να πει η λέξη οργή, τώρα καταριέται τα παιδιά της τα ίδια. Θέλει να πεθάνουν και να πάνε στην κόλαση, να καούν στο πυρ το εξώτερον. Θέλει να υποφέρουν τα πάνδεινα. Έτσι τις μεγάλωσε αυτή; Έτσι; Αυτή δεν ήταν που τους έμαθε ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος; Αυτή δεν ήταν που τους έλεγε πώς πρέπει πρώτα να μάθουν να ακούνε και μετά να μιλούν; Αυτή δεν ήταν που τους μιλούσε πάντα για την ιερότητα της οικογένειας, για τους δεσμούς του αίματος που δεν πρέπει ποτέ να σπάνε; Τα ξέχασαν όλα; Ή, απλά την έχουν γραμμένη στα παλιά τους τα παπούτσια, οι παραδόπιστες;

Γονατίζει μπροστά από την εικόνα ενός αιματοβαμμένου Χριστού νύχτα μέρα και προσεύχεται και ζητά τη συμβουλή του. Τι να κάνω, Χριστέ μου; Πες μου τι! Με τα μάτια κλειστά τεντώνει τ’ αυτιά, αφουγκράζεται την ηχώ της σιωπής να γεμίζει το χώρο και νιώθει τους ψηλούς τοίχους του γερασμένου της σπιτιού να την πνίγουν. Πιάνει το κλάμα, ένα θρήνο αθόρυβο. Τα δάκρυα της τρέχουν καυτά και βρέχουν τα μαύρα ρούχα του πένθους, μετανοεί αυτή για των άλλων τις αμαρτίες.

Κι ύστερα ξημερώνει ξανά, και μετά νυχτώνει και πάλι, κι η γη εξακολουθεί να γυρίζει. Κι αυτή νιώθει τη ζωή να ξεγλιστρά απ’ το γέρικο κορμί της και να χάνεται. Ωστόσο, το ξέρει πολύ καλά ότι δεν πρέπει να παραιτηθεί, να τα παρατήσει. Πρέπει να επιβάλει δικαιοσύνη. Δεν πρέπει να τους κάνω το χατίρι να πεθάνω, σκέφτεται. Δεν πρέπει να πεθάνω, αφού μαζί μου θα πεθάνουν και οι ενοχές τους – αν νιώθουν βέβαια κάποιου είδους ενοχές αυτά τα βρωμοθήλυκα.

Νιώθει τόσο μόνη τώρα, περισσότερο από ποτέ. Ο άντρας της πέθανε. Οι γονείς το ίδιο, εδώ και χρόνια, τα αδέλφια της πρόσφατα. Δεν έχει πια σε ποιον να στραφεί για να ζητήσει κάποια συμβουλή, που να ψάξει να βρει ένα ώμο ν’ ακουμπήσει, σε ποιον να μιλήσει. Σκέφτεται. Σκέφτεται τον οργισμένο Χριστό που πέταξε τους έμπορους με τις κλωτσιές έξω από το ναό. Σκέφτεται. Σκέφτεται την Παλαιά Διαθήκη και τον εκδικητή θεό, το οφθαλμόν αντί οφθαλμού. Σκέφτεται. Κι αποφασίζει. Άλλος τρόπος δεν υπάρχει. Πρέπει για μια ακόμη φορά να ντυθεί με το μανδύα της καλής μάνας, αυτόν που μαστορικά έκρυψε, αλλά ποτέ δεν έβγαλε, και να κάνει το σωστό – αυτό που απαιτούν η πίστη της, η συνείδησή της, αλλά και οι περιστάσεις.

Μπαίνει πια για τα καλά ο χειμώνας. Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν. Το κρύο είναι τσουχτερό και η βροχή πέφτει εδώ και μέρες ασταμάτητα παγωμένη, χαρίζοντας νέα ζωή στων ανάξιων και αμαρτωλών ανθρώπων τη γη. Εποχή γιορτινής ευδαιμονίας, ημέρες κάθαρσης. Και τώρα επιτέλους θα μπορέσει να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, κάνοντας αυτό που έπρεπε να κάνει εδώ και καιρό, απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή.

Παραμονή Χριστουγέννων. Μεσάνυχτα. Στριφογυρνά στο κρεβάτι εδώ και ώρες, μα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Όχι πώς την ενοχλεί ιδιαίτερα αυτό, αλλά να, δεν περνά η ώρα. Και όσο δεν περνά η ώρα, τόσο πιο πολύ την τυραννάνε οι σκέψεις της, η αγωνία γιγαντώνεται και μικραίνει, της κλέβει τις ανάσες για να της τις επιστρέψει λίγο μετά. Πού και πού μοιάζει να κλαίει, κι ύστερα φαίνεται να χαμογελά. Τα μάτια της γυαλίζουν στο σκοτάδι απάνθρωπα, τρομακτικά, μια λάμψη ιερή τρέλας μοιάζει να τα πυρπολεί, αποκαλύπτοντας τα σκοτεινά, τα αποτρόπαια της ψυχής σχέδια. Πότε θα ξημερώσει; αναρωτιέται. Πότε θα ξημερώσει πια;

Κάποια στιγμή, καθώς κάνει τραμπάλα ανάμεσα στον κόσμο των ονείρων κι αυτόν της ζωής, ακούει την καμπάνα να χτυπά. Πετάγεται αμέσως απ’ το στρώμα, έχοντας πλήρη διαύγεια. Επιτέλους! Χριστούγεννα. Πλένει το γερασμένο πρόσωπό της βιαστικά με το παγωμένο νερό της βρύσης, πλέκει τα μακριά χιονισμένα της μαλλιά, σε περίτεχνες πλεξούδες όπως πάντα, φοράει το καλύτερο μαύρο φουστάνι της κι ένα βαρύ γκρίζο παλτό, παίρνει την τσάντα της, απομεινάρι καιρών αλλοτινών, και βγαίνει αποφασιστικά στο πρωινό αγιάζι.

Το χάραμα μοιάζει ακόμη να είναι μακριά, αλλά κάποια φώτα εδώ κι εκεί δείχνουν ότι κάποιες άλλες ψυχές έχουν ήδη ξυπνήσει κι ετοιμάζονται κι αυτές να πάνε στην εκκλησιά. Όταν φτάνει στο ναό το βρίσκει σχεδόν άδειο. Τρεις μονάχα συνομήλικές της γριές πρόλαβαν και πήγαν εκεί πριν από εκείνη. Τις καλημερίζει ζεστά, όπως το συνηθίζει, και στέκεται αγέρωχη σε μια γωνιά έχοντας αντίκρυ της την είσοδο. Θέλει οπωσδήποτε να τις δει να έρχονται. Το λαδί χρώμα των ματιών της μοιάζει απαλό, γαλήνιο, σχεδόν νοσταλγικό. Το βλέμμα φαίνεται να περιπλανιέται ασυναίσθητα στο χώρο, μα πιότερο μοιάζει να εξερευνά το μέσα της. Τα λόγια του παπά, οι ύμνοι των ψαλτών, δε φτάνουν στ’ αυτιά της, έχει αποξενωθεί από τον κόσμο και τις αισθήσεις του. Εγώ τα έχω βρει με το θεό, σκέφτεται.

Να τες! Να τες τις δυο τους που μπαίνουν στην εκκλησιά μαζί, σαν ένα. Συνένοχες στο έγκλημα, συνένοχες και στο κοινωνικό γεγονός της πίστης. Κοινωνικό γεγονός; Ναι, αυτό ακριβώς είναι για κείνες η λειτουργία. Δεν πιστεύουν στον θεό, δεν πιστεύουν στον Χριστό και την Παναγία, δεν τρέφει καμία απολύτως αμφιβολία γι’ αυτό. Αν πίστευαν σίγουρα δε θα έκαναν αυτό που έκαναν. Ωστόσο, αντί με οργή ή μίσος, τις κοιτάει με βλέμμα τρυφερό και μια δόση θλίψης. Τις αγαπά, κι ας μην τις αντέχει πια. Τις λυπάται, επειδή πούλησαν την ψυχή τους στο διάβολο.

Ο χρόνος τώρα μοιάζει να κυλά όλο και πιο γοργά, να ξεγλιστρά λες απ’ τις χαραμάδες της γιορτής της ζωής που είναι τα Χριστούγεννα και να χάνεται. Η λειτουργία τελειώνει. Βγαίνει έξω, όπως πάντα αβίαστα, σιγοπατώντας, και αρχίζει να εύχεται Χρόνια Πολλά σε όλους τους συγχωριανούς, να μιλά λίγο μαζί τους, να τους χαρίζει ως συνήθως κάτι απ’ της ψυχής της το περίσσεμα. Σας αγαπάω! Όλους σας αγαπάω, μοιάζει να θέλει να τους πει, αλλά κάτι την εμποδίζει.

Σιγά σιγά, κι αφού όλοι σχεδόν πια έχουν αποχωρήσει, κινά κι αυτή για το φτωχικό της σπιτικό, για να φτιάξει τη σούπα. Είναι σίγουρη ότι δε θ’ αργήσουν να την ακολουθήσουν και οι κόρες της, που παρόλα τα κουσούρια τους παραμένουν πιστές στην παράδοση της μέρας.

Όταν τις βλέπει να μπαίνουν στην κουζίνα της, τις καλωσορίζει με μια ανοιχτή αγκαλιά κι ένα πλατύ χαμόγελο και τις προσκαλεί να καθίσουν στο τραπέζι. Τα πιάτα με την αχνιστή πεντανόστιμη σούπα είναι ήδη εκεί και τις περιμένουν. Κάνει την προσευχή, όπως πάντα, για όλους τους παρόντες, αλλά και για τους απόντες. Θυμάται τους πεθαμένους και ευχαριστεί ψιθυριστά τον θεό, που και αυτά τα Χριστούγεννα τις βρήκαν όλες τους εκεί και με υγεία.

Αρχίζουν να τρώνε. Σιωπηλά. Εκείνες σχεδόν με βουλιμία, ενώ αυτή σιγά-σιγά, κουταλιά την κουταλιά, σα σε ιεροτελεστία. Το τέλος πλησιάζει, σκέφτεται, και θέλει να χαμογελάσει, μα δεν το κάνει. Ναι, το τέλος φτάνει. Σε λίγο η μια μετά από την άλλη οι κόρες της πέφτουν αναίσθητες και σύντομα, όπως ακριβώς το υπολόγισε, θα είναι νεκρές. Το δηλητήριο έκανε πολύ καλά τη δουλειά του. Όταν σιγουρεύεται ότι έχουν αφήσει πια για τα καλά το μάταιο ετούτο κόσμο, τους κλείνει τα μάτια απαλά, τις φιλά στο μέτωπο και στα μαλλιά, τους χαρίζει το στερνό της χάδι. Συγγνώμη, κόρες μου, αλλά έκανα το σωστό, τους ψιθυρίζει.

Σε λίγο θα τηλεφωνήσει στην αστυνομία και θα τους πει τι έγινε. Όχι δεν το έχει σκοπό να αποκρύψει το έγκλημά της και να κρυφτεί. Θα πάει στη φυλακή. Για το θανάσιμο αμάρτημα των παιδιών της, εκείνο της απληστίας, που ήταν και δικό της, αφού αυτή τις γέννησε. Τα κρίματά της θα τα πληρώσει και σ’ αυτή και στην επόμενη ζωή, μα αυτό καθόλου δεν τη νοιάζει. Έκανε το καθήκον της, κι ας χρειάστηκε να βάψει τα χέρια της με αίμα. Ήταν μια καλή μάνα!

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Share on Google Plus

2 σχόλια:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.