Η Μέρα της Μαμάς



Οι καφετιές κηλίδες που δημιούργησα πετώντας το ποτήρι μου στον τοίχο δεν ξεβάφουν με τίποτα. Δοκίμασα τα πάντα- νερό, ξύδι, σαπούνι, οινόπνευμα, χλωρίνη. Όλα τα υπόλοιπα ίχνη της πράξης μου εξαφανίστηκαν. Μάζεψα τα σπασμένα γυαλιά, σκούπισα τον χυμένο καφέ, σφουγγάρισα το πάτωμα. Ακόμα και τα μικροσκοπικά θραύσματα που κρύφτηκαν ανάμεσα στις σανίδες του πατώματος εξαλείφονται με κάθε νέο πέρασμα καθαριότητας. Οι λεκέδες, όμως, παραμένουν εκεί. Ευτυχώς. Κι ας τρέμω την ώρα και τη στιγμή που η Κυρία Σόνια θα με επισκεφτεί, για να ελέγξει τα υδραυλικά ή τον θερμοσίφωνα ή το ρολόι της ΔΕΗ ή απλά για να παρέμβει από κάθε χαραμάδα που της έχω αφήσει ασφράγιστη, και θα τους αντικρίσει. Δεν πρόκειται να της ξεφύγουν.
 Ευτυχώς.
 Ευτυχώς, γιατί δεν πρέπει να ξεχαστώ.
 Ευτυχώς, γιατί μπορεί κανένας να μην θέλει να νοικιάσει το διαμέρισμα μετά από αυτό. Δεν είμαι ανόητη: ξέρω πως αυτό δεν θα συμβεί. Ακόμα κι αν παρέμεναν στο περίοπτο εκείνο σημείο, λουσμένοι από το φως του παραθύρου σαν σωστοί πρωταγωνιστές στην ιστορία του νέου σπιτιού μου, εν ανάγκη θα τους περνούσαμε με ένα χέρι μπογιάς που θα τους κατασίγαζε για πάντα. Απλά μέσα μου θέλω να το πιστεύω, επειδή με κάνει να το νιώθω πιο Δικό Μου.

Τα παιδιά στο Φροντιστήριο τσιρίζουν, σκούζουν με χαρά, με φόβο, όταν το ένα χτυπά το άλλο, με ενθουσιασμό, ή απλά για να σπάσουν την ησυχία. Πέρυσι θα έσφιγγα τα δόντια μου, δοκιμάζοντας τον αυτοέλεγχό μου που έπαιρνε τη μορφή ενός ακροβάτη κλυδωνιζόμενου σε μια σχεδόν αόρατη κλωστή, ανάμεσα την συμπαγή, παγωμένη αδράνειά μου και στις θυελλώδεις εξάρσεις μου. Τα μηλίγγια μου θα πάλλονταν. Αν επέλεγα να σωπάσω, ο πόνος θα πάγωνε στο μελαχρινό μου κεφάλι, που ήδη κουδούνιζε από το ξενύχτι και την εξωφρενική συγκέντρωση της καφεΐνης που φούσκωνε κάθε αγγείο. Αν άνοιγα το στόμα μου, μπορεί να μην το έκλεινα ποτέ. Δεν το έμαθα, επειδή ποτέ δεν το δοκίμασα.
Φέτος είναι διαφορετικά. Τα αυτιά μου ακόμα κουδουνίζουν- η μεσημεριανή σιέστα, ύστερα από την καθαριότητα του σπιτιού, διήρκεσε τουλάχιστον δύο ώρες περισσότερες από το προβλεπόμενο- μα έχω πιεί έναν μόνο καφέ κι έχω στο στόμα μου τη στυφή γεύση του ύπνου. Είμαι ήρεμη.
 Στο σχόλασμα, στις Δέκα και Δέκα ακριβώς, οι γονείς τους τα παραλαμβάνουν, σαν όμορφα τυλιγμένα στα μπουφάν τους πακετάκια, γιατί το ανοιξιάτικο αγιάζι δεν έχει μαλακώσει ακόμα. Τα πιο μικρά χρειάζονται βοήθεια για να κλείσουν τα φερμουάρ τους. Οι Μαμάδες είναι πάντα περισσότερες από τους Μπαμπάδες και πιο πανομοιότυπες μεταξύ τους από τα παιδιά, όλα με τα καπελάκια με το λογότυπο του Φροντιστηρίου και τα δωρεάν ροδακινί σακίδια.

(Όταν προσπάθησα να εξηγήσω στην Κυρία Σόνια πως στα περισσότερα ιδιωτικά σχολεία η στολή έχει καταργηθεί κι ήταν μάλλον παράλογο να την επιβάλλουμε στους μικρούς μαθητές ενός Φροντιστηρίου Ξένων Γλωσσών – κι ας την έβγαζαν μόλις έμπαιναν στην τάξη– με διέκοψε για να μου υπενθυμίσει ότι, πρώτον, ζούμε σε δύσκολους καιρούς, δεύτερον, είμαι δεκαοκτώ χρονών και δεν έχω ιδέα από διαφήμιση, από μάρκετινγκ, από επιχειρήσεις, από την Πραγματική Ζωή και τρίτον, η δουλειά μου είναι συγκεκριμένη και δεν έχει ουδεμία σχέση με το τι φοράνε τα παιδιά και καλά θα κάνω να περιοριστώ σε αυτήν.
-‘Τα λεφτά δεν φυτρώνουν στα δέντρα’, ολοκλήρωσε κλείνοντας ένα πελώριο ντοσιέ με πάταγο.

Πίσω από τους αμφιβληστροειδείς μου άναψε ένα καρέ, σαν καμένο φιλμ. Ένα στρογγυλοπρόσωπο κοριτσάκι με αφέλειες, να στέκεται μπροστά από μια αλαβάστρινη πιατέλα με χρυσό τελείωμα και μπορντούρα από λουλούδια. Στα δύο κομμάτια που κείτονταν στα πόδια του παιδιού η γιρλάντα ήταν αριστοτεχνικά διαιρεμένη , θαρρείς κάποιος την είχε μοιράσει με το χέρι ισότιμα ανάμεσά τους. Τα θρύψαλα είχαν σκορπίσει σε μια έκταση αγνώστου ακτίνας, την οποία το παιδί δεν τολμούσε να προσδιορίσει καθώς αυτό θα απαιτούσε να ορθώσει το κεφάλι του.
 Σε απόσταση σχεδόν ενός μέτρου, ένα ζευγάρι μαύρες παντόφλες.
‘Πόσες φορές.. Πόσες φορές’ , συλλάβισε σχεδόν η Κυρία Σόνια με τόνο που θα μπορούσε να κόψει μέταλλο, ‘σου έχω πει να προσέχεις και να μην τρέχεις μέσα στο σπίτι-‘
‘Δεν έτρεχα’, ψιθύρισε το κοριτσάκι.
‘Πόσες φορές; Μην μου ξανά αντιμιλήσεις, κατάλαβες;’
‘Δεν αντιμίλησα.’
‘Ακούς τι σου λέω; Ξέρεις πόσο κάνει αυτό που έσπασες;’
‘Ήταν ατύχημα! Έπεσε, δεν έτρεχα, αλήθεια, εγώ απλά σηκώθηκα-‘
‘Βούλωσε το στόμα σου αυτή τη στιγμή! Για πες μου, ξέρεις πόσες ώρες δουλεύουν η Μαμά κι ο Μπαμπάς για να τρέχεις εσύ μέσα στο σπίτι; Νομίζεις πως τα λεφτά φυτρώνουν στα δέντρα;’
‘Τα λεφτά είναι από χαρτί.’ Η φωνή του κοριτσιού ακουγόταν μετά βίας. ‘Επομένως, φυτρώνουν στα δέντρα.’
‘Ένα δευτερόλεπτο απουσίας ήχου τόσο απόλυτης που θα μπορούσε να είχε κυλήσει στο πλήρες κενό του διαστήματος σχίστηκε από τον κρότο της σύγκρουσης της παλάμης της Κυρίας Σόνιας με το μάγουλο του παιδιού. Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό που το κοριτσάκι παραπάτησε προς τα πίσω, ταλαντεύτηκε και αποπειράθηκε να στηριχτεί από το λεπτεπίλεπτο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα του. Το αποτέλεσμα ήταν η κούπα αχνιστού καφέ που το καταλάμβανε να εκτοξευθεί απευθείας στα γυμνά του πόδια.
Η μικρή δεν τσίριξε, δεν κραύγασε καν βουβά. Άφησε μονάχα μια κοφτή ανάσα που στη σιγαλιά του σαλονιού ακούστηκε δυνατότερα από όποια λέξη είχε ως τότε ειπωθεί. Το βλέμμα της μετατοπίστηκε από τα κατακόκκινα σημάδια που ήδη απλώνονταν στο δέρμα της, στο πρόσωπο της μητέρας της. Η Κυρία Σόνια δεν είχε μετακινηθεί ούτε χιλιοστό. Ήταν πιο ανέκφραστη από κέρινο ομοίωμα.

Δέκα χρόνια μετά, τα ξεθωριασμένα σημάδια δεν είναι μεγάλο πρόβλημα. Συνήθως φοράω βερμούδα, αντί για σορτσάκι κι όλα είναι μια χαρά.)

Εγώ δεν είπα τίποτα. Βγήκα από το γραφείο, κλείνοντας απαλά την πόρτα.

Έχουν όλες ανταύγιες, οι Μαμάδες, κίτρινες κι άσπρες και ρίζες στο χρώμα του κομοδίνου κι είναι σκόπιμο. Αναρωτιέμαι, σε ποιά ηλικία ξεκινά κανείς να θεωρεί ελκυστικό τα μαλλιά του να αποτελούν δειγματολόγιο τεσσάρων διαφορετικών αποχρώσεων; Βαστούν τα ολόλευκα, λεπτά τσιγάρα τους με την άκρη των μανικιουραρισμένων, βεβαίως, δαχτύλων. Οι πρώτες κηλίδες έχουν εμφανιστεί στις ράχες των παλαμών, οι καλαμένιοι πήχεις -απορίας άξιο!- δε σπάνε στα δύο υπό το βάρος των μεταλλικών βραχιολιών και των χρυσών ρολογιών με τα τεράστια καντράν. Γεμίζουν τα σκούρα ταγιέρ τους πιο πενιχρά κι από τα μανεκέν στις βιτρίνες, επισκέπτονται τη διαιτολόγο, τον κομμωτή, την αισθητικό τους, μυρίζουν κρέμα νυκτός και Σανέλ Νούμερο 5. Πιάνουν τα παιδάκια τους από το χέρι. Κάποιες μου χαμογελούν.
 Είναι ευτύχημα που το Φροντιστήριο βρίσκεται στα Βόρεια Προάστια, λέει η Κυρία Σόνια, καθώς υπάρχει πάντοτε δουλειά. Ακόμα κι εν μέσω κρίσης, έχουμε δέκα τουλάχιστον μαθητές σε κάθε τμήμα, φασαριόζικους, φωνακλάδες μικρούς άντρες και γυναίκες με τα προβλήματα και τις ανησυχίες τους. Ο μεγαλύτερος, ο Πετράκης, είναι δεκατριών. Τις Παρασκευές, λούζεται με μπριγιαντίνη και ομολογουμένως άχρηστο άφτερ σέιβ και ζητά μάταια να φύγει νωρίτερα.
 Την προηγούμενη φορά, με πλησίασε στο τέλος του μαθήματος, κοιτώντας με κατάματα με αφοπλιστική αθωότητα.
 ‘Κυρία’, μου απευθύνθηκε τυπικά, παρόλο που μας χώριζαν λιγότερα από έξι έτη. ‘Μπορώ σας ρωτήσω κάτι που δεν έχει σχέση με το μάθημα;’
 ‘Ρώτα με.’
‘Τι μπορώ να πάρω σε μια κοπέλα για τα γενέθλιά της;’
 Η ευγένεια κι η απλότητα της ερώτησης με ανάγκασε να συγκρατήσω το χαμόγελό μου, ώστε να μην νομίσει πως τον περιέπαιζα.
 ‘Έχεις καμία ιδέα;’ Σούφρωσε τη μύτη του.
‘Σκέφτηκα να της πάρω μια μπλούζα, μα φοβάμαι πως δεν θα της αρέσει αυτή που θα διαλέξω.’
‘Λουλούδια;’
‘Το σκέφτηκα κι αυτό. Αλλά πέρασα πριν από το ανθοπωλείο κι είναι όλα για τη Μέρα της Μαμάς.’
‘Τη Μέρα της Μαμάς;’
‘Τη γιορτή της Μητέρας. Είναι αυτή την Κυριακή. Μην το ξεχάσετε.’
 Το κενό μέσα μου κουδουνίζει.
 ‘Δεν θα το ξεχάσω.’
 Πράγματι, στο γυρισμό προσπέρασα το γωνιακό Ανθοπωλείο και ξεχείλιζε μπουκέτα με κίτρινα, ροζ, γαλανά άνθη, όλα τυλιγμένα με κορδέλες και γλάστρες με ευχές κι αρκουδάκια που έφταναν ως το πεζοδρόμιο. Στη τζαμένια πόρτα, μια κολλημένη αφίσα που απεικόνιζε ένα στεφάνι λουλουδιών κι από κάτω, με λιλά, ντελικάτα γράμματα, ‘Ο Θεός έφτιαξε τις μανούλες γιατί δεν μπορούσε να είναι παντού.’ Η επωνυμία και το τηλέφωνο του μαγαζιού ακολουθούσαν: τα μεταφορικά ήταν δωρεάν για την Κυριακή. Προσπάθησα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που εντόπισα κάπου το Θεό.
 Έπειτα γύρισα σπίτι, έβγαλα τα παπούτσια μου και κάθισα στον καναπέ. Η ματιά μου έπεσε αμέσως στις καστανόχρωμες πιτσιλιές στη γωνία του τοίχου. Ανακάθισα μηχανικά, απότομα, μα αντί το οπτικό μου πεδίο να μαυρίσει με σκουρογάλανες και χακί πινελιές από την βιαστική κίνηση, είδα ξανά το ποτήρι να χτυπά τον τοίχο, συνοδευόμενο από το απολαυστικό θρόισμα του γυαλιού που έσπαγε. Πίσω στο Παλιό Σπίτι, η Κυρία Σόνια θα άκουγε τη ρυθμική, κοροιδευτική μελωδία της άδειας τηλεφωνικής γραμμής. Μπορεί να ήταν εξοργισμένη, να στένευε τα μάτια της ως ότου να γίνουν μικροσκοπικές σχισμές, όπως συνήθιζε να κάνει, να έφτυνε τις λέξεις σαν πικρό δηλητήριο. Μα δεν το έμαθα ποτέ γιατί, παρά τα προμηνύματα της καρδιάς μου που βαρούσε γοργά και δυνατά όπως του κουνελιού, το τηλέφωνο δεν ξαναχτύπησε.
‘Καμάρωσε την κόρη σου’, είχε σφυρίξει προς την μεριά του πατέρα μου, ‘που δουλεύει πεντάωρα τέσσερις φορές την εβδομάδα και νομίζει πως είναι ανεξάρτητη.’
‘Έχω περάσει στο Πανεπιστήμιο, Μαμά.’ Η φωνή μου ήταν άχρωμη, νεκρή.
‘Σπουδαίο κατόρθωμα. Μπράβο σου. Και μιλάς έτσι στη μάνα σου-‘
‘Το σπίτι η Θεία το άφησε σε εμένα. Είναι δικό μου. Έχω το δικαίωμα να μένω εδώ.’
‘Όποιος θέλει δικαιώματα έχει και υποχρεώσεις. Να σηκωθείς και να έρθεις αυτή τη στιγμή. Με κατάλαβες;’
 Ένας λεπτοδείκτης που διέγραψε το άλμα από τις έντεκα και πενήντα εννέα στις δώδεκα ακριβώς το βράδυ.
 ‘Όχι. Καληνύχτα.’
 Το ένα μου χέρι με πλήρη σταθερότητα κι ακρίβεια, δίχως να τρέμει ολωσδιόλου, έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο εκσφενδόνισε τον φραπέ που συντρόφευε δύο στίβες σημειώσεων κι ένα παχύ σύγγραμμα ενάμισι μέτρο μπροστά, μέχρι η πορεία του να ανακοπεί.
 Κάθισα πάλι πίσω στον καναπέ. Τα σημάδια του καφέ θα μείνουν, αποφάσισα.

Ο Πετράκης εμφανίζεται περιποιημένος στο Φροντιστήριο απόψε, όπως και κάθε Παρασκευή. Αυτή τη φορά φορά πουκάμισο, μια κίνηση τολμηρή για έναν άνδρα της ηλικίας του. Του δίνω τη διορθωμένη έκθεσή του.
‘Τι πήρες τελικά στην φίλη σου;’
 ‘Ένα βιβλίο. Της άρεσε πάρα πολύ.’
 Γνέφω επαινετικά. ‘Πήρες λουλούδια στη μαμά σου;’
‘Ναι. Εκείνης δεν της άρεσαν. Είπε πως τα λευκά γαρύφαλλα της θυμίζουν κηδεία.’
 Τον χτυπώ μαλακά στην πλάτη. Δεν λέω τίποτα.
 Περνώντας από το γωνιακό Ανθοπωλείο, μετά το σχόλασμά μου, παρατηρώ πως έχει ξεστολίσει. Η αφίσα έχει αντικατασταθεί από μια άλλη, με ένα χαρούμενο κουτάβι μέσα σε ένα λιβάδι μαργαρίτες. Όλα τα μπουκέτα, τα λούτρινα κουκλάκια και οι μπορντούρες έχουν εξαφανιστεί. Είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ.



                                                                                                                                        ΜΥΡΤΏ ΖΆΡΑ
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.