Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ Ο ΣΥΡΙΑΝΟΣ



Στο σπίτι που έμενα μικρός κατέπλεε ταχτικά η αδελφή της θείας μου, η Ζαχαρούλα, με τη μικρή Μαρία, το κοριτσάκι της, και τον άντρα της τον Βαγγέλη, ένα θεοπάλαβο πλην όμως καλόψυχο Συριανό. Ο εν λόγω Βαγγέλης δούλεψε μια ζωή σε ναυτιλιακή εταιρία. Άλλη μια ζωή δούλεψε και η γυναίκα του η Ζαχαρούλα υπηρέτρια στου Μπούτου στον Πειραιά. Γνωρίστηκαν σε ένα γάμο, είδαν ότι είναι ωραίο και είπανε να το κάνουν κι εκείνοι. Μάζεψαν ό,τι είχανε βάλει στην μπάντα από τους κόπους της ζωής τους και αγόρασαν ένα στενόμακρο οικοπεδάκι στα Καμίνια. Έχτισαν μερικά δωμάτια κολλητά σαν σιδερόδρομο και τα νοίκιαζαν σε διάφορους μεροκαματιάρηδες. 

Ανάμεσα στους νοικάρηδες ήταν και μια Βασίλω, εξώλης και προώλης. Γλωσσού, κουτσομπόλα και... βιζιτού! Τώρα, από τη μία λόγω της προχωρημένης της ηλικίας, και από την άλλη λόγω της ασχήμιας της, οι πελάτες ήσαν λιγοστοί. Αυτό είχε συνέπεια να καθυστερεί το νοίκι, κοροϊδεύοντας στα φανερά τον σπιτονοικοκύρη της. Του είχε κάνει τον βίο αβίωτο. Αυτός προσπαθούσε χρόνια να τη διώξει. Έλα όμως που την προστάτευε το ενοικιοστάσιο. Οι καβγάδες τους, διανθισμένοι και με τα σχετικά βρισίδια, ήσαν έντονοι και συχνοί. Ο άνθρωπος κόντευε να τρελαθεί. Και, το χειρότερο, ήταν υποχρεωμένος να βλέπει την κωλόφατσά της όποτε έβγαινε από το σπίτι, καθώς αυτή κρατούσε το μπροστινό δωμάτιο. Χώρια τώρα που πονηρευόταν και το κοριτσάκι τους η Μαρία, που έβλεπε να μπαινοβγαίνουν όλοι αυτοί οι περίεργοι τύποι στο δωμάτιο της Βασίλως. Έτσι, όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο και η ένταση σε σημείο επικίνδυνο «θα τη σκοτώσω την πουτάνα», η Ζαχαρούλα τράβαγε τον άντρα της από το μανίκι, ετοίμαζε ένα μπόγο, και μια και δυο για το σπίτι της αδερφής της στο Παλαιό Φάληρο, όπου έμεναν και 15 μέρες καμιά φορά, ώσπου να ηρεμήσει ο Βαγγέλης.  Και πράγματι σε κείνο το εξοχικό σπίτι ηρεμούσε. Και τότε γινόταν άλλος άνθρωπος. Ευχάριστος. Τους έλεγε για το ναυάγιο που είχε παλιά με το Αγγέλικα, «ευτυχώς ο Άγιος Νικόλας έκανε το θαύμα του», διάφορες ιστορίες από την πατρίδα του τη Σύρα, για τις ωραίες και γλυκοτραγουδισμένες εξοχές της, για την αρχοντιά της Ερμούπολης. Μιλούσε για διάφορους τύπους, για ένα Τσιροπινιά, που του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι ο «Οντωσούντως», επειδή όταν μιλούσε έκανε κατάχρηση αυτής της έκφρασης: «Όντως ούντως, Μαριγώ.... τι φαΐ έχουμε σήμερα;», «Όντως ούντως, το πάει για βροχή». Και κάποτε, βοηθούσης και της ρετσίνας, άρχιζε να τραγουδάει – τι άλλο; – τα τραγούδια του συντοπίτη του, του Μάρκου Βαμβακάρη. Όντως ούντως λοιπόν, εκεί στο εξοχικό σπίτι της Ιουλίας γινόταν άλλος άνθρωπος. Τέλος, λες και του είχε λείψει ο καβγάς, λες και ήταν εθισμένος σ’ αυτόν, τα μάζευε και να τον πάλι πίσω στην αυλή να τρώγεται και να βρίζεται με τη νοικάρισσά του. 

Πέρασαν τα χρόνια και πάει και η Βασίλω. Επιτέλους έφυγε. Βλέπεις το ενοικιοστάσιο δεν μπόρεσε να την προστατέψει από τον χάρο. Και τότες ο Βαγγέλης, που η Βασίλω τον είχε χτικιάσει που λένε, τι έκανε; Βοήθησε όπως και όσο μπόρεσε το ορφανό εξώγαμο κοριτσάκι που είχε αφήσει πίσω της η "συχωρεμένη". Α, ρε Βαγγέλη, μεγάλη ψυχή Ένα βράδυ βγήκε για να πάει να αγοράσει δυο γιαουρτάκια και δεν ξαναγύρισε. Έπεσε ξερός εκεί στη μέση του δρόμου κοντά στο σπίτι τους.


Δημήτρης Μπούκουρας
Απο τα Σκόρπια και Άταχτα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.