Της μοναξιάς η αιτία - Του Σπύρου Γεώργα



- Σ’ έχω ακούσει να κλαις πολλές φορές. Άλλες να τραγουδάς. Σ’ έχω δει ακόμα και να κάνεις έρωτα. Αυτή η προπέρσινη κυρία ήταν εξαιρετική! Μοντέλο σου;
- Όχι! Αφού με ξέρεις τόσο καλά, γνωρίζεις ότι δεν έχω «πάει» ποτέ με μοντέλο μου!
- Κι εκείνα τα υπέροχα γυμνά -τότε στο νησί- τα βλέπω τώρα σε φωτογραφίες. Ούτε μ’ αυτά; Τίποτα; - Ούτε μ’ αυτά, πονηρέ! Οι υπέροχες γυναίκες που είδες να μου ποζάρουν ήταν απλές φόρμες στα μάτια μου. Εκείνες τις ώρες η σάρκα είναι όγκοι, κύβοι, σφαίρες. Είναι περάσματα απ’ το φως στο ημίφως κι από ‘κει στο σκοτάδι μ’ ενδιάμεσες στάσεις στα ημιτόνια.
- Το φανταζόμουν! Είσαι λοξός. Σ’ έμαθα πια τόσα χρόνια. Νομίζω ότι ξέρω όλα σου τα μυστικά! Πάντα με άλλαζες σαν παλιό πουκάμισο. Είναι το παράπονό μου, αλλά πάντα ήσουν εκεί για μια καινούργια αρχή. Μ’ έντυνες με άλλη στολή κι ερχόσουν. Κι εγώ πάντα σε περίμενα. Πότε σαν παιδικό υπνοδωμάτιο, πότε σαν σαλόνι, σαν αποθήκη, σαν ημιυπόγειο, σαν μαγαζί, ακόμα και σαν παράγκα.
Ακόμα θυμάμαι το ερείπιο με τα ελενίτ από πάνω. Με χτύπαγε η βροχή κι εγώ σου τραγουδούσα με τα μέταλλά μου που σού ’καναν παρέα.
Περιέργως με είχες καθαρό. Σε τάξη. Με τα χειροποίητα ραφάκια μου, τα μικρά ντουλάπια και τους μεγάλους πάγκους. Στους τοίχους μου κρεμούσες όχι τα έργα σου αλλά άλλων. Τα δικά σου ήταν ακουμπισμένα σε ντάνες με πρώτο έξω-έξω εκείνο που στέγνωνε απ’ τα φρέσκα χρώματα. Ποτέ δεν κατάλαβα τι υλικά χρησιμοποιούσες.
Καλά σε είπανε αλχημιστή. Μάλλον πρέπει να ήσουν και μαραγκός. Πόσες φορές κουβάλησες παλιόξυλα και σπασμένες μπαλέτες, κορμούς και παλιοέπιπλα... Τα έκοβες θυμάμαι, τα κάρφωνες, τα έξυνες, τα έβαφες και στο τέλος ξεφύτρωνε ένα έργο τέχνης!
Σε είδα να δουλεύεις ηλεκτροκόλληση, να σκαλίζεις πέτρες και μάρμαρα, να λιώνεις πλαστικά και να εξαϋλώνεις γυαλί. Θεέ μου, τι απαίσια μυρωδιά ήταν αυτή!
Σε όλα έδινες μορφή!
Κι όμως, με είχες πάντα καθαρό! Φρεσκοβαμμένο και σκουπισμένο!
- Δεν ξέρω αν εσύ είσαι η αιτία της μοναξιάς μου ή αν είναι εκείνη η αιτία της ύπαρξής σου. Ξέρω ότι είσαι το κάστρο μου. Το άβατό μου . Η ίδια μου η ζωή η φρεσκοβαμμένη. Είσαι η αλλαγή και το επόμενο βήμα. Είσαι οι καλές μουσικές. Είσαι η φωλιά των ονείρων μου. Είσαι το πέρασμα από την κατάθλιψη στη μανία. Είσαι το απαγορευτικό στις ανούσιες συναναστροφές. Είσαι ο εξομολόγος μου. Είσαι εκείνα που δεν ντρέπομαι . Είσαι η οθόνη της αυτοκριτικής μου.
- Μόνος σου μιλάς; Μάλλον σου έχει σαλέψει!
- Αφού μου απαντάς, σε ακούω! Πώς μιλάω μόνος μου; Είσαι ο μόνος που μου μιλάει, οι υπόλοιποι βγάζουν ήχους. Θορύβους. Δεν μπορώ άλλο τους θορύβους. Θα σε φτιάξω σύντομα να κλειστώ γρήγορα μέσα σου. Φεύγω. Σιχαίνομαι τα διαδικαστικά κι είναι πολλά. Κάποια μέρα -άμα ζήσω- θα σε πάρω και θα σε πάω σ’ ένα ψηλό βουνό που θα βλέπει τη θάλασσα.
- Μια τελευταία χάρη σε παρακαλώ! Στο καινούργιο μου κουστούμι, φτιάξε μια ταμπελίτσα. Να, σαν την προηγούμενη που μ’ άρεσε πολύ, όταν είχες σκαλίσει τη λέξη «εργαστήριον»!
- Πρέπει τώρα να σ’ αποχαιρετήσω. Πονάω μα πρέπει να γίνει το επόμενο βήμα. Πάω, πάω...
Έχουμε τοκετό .
Πρέπει να σε ξεγεννήσω!
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.