Μια ιστοριούλα - του Κώστα Γραμματικάκη



Η φωτογραφία που επέλεξε η Άνα μου προχθές, για να «κοσμήσει» αυτό που είχα γράψει -και που το ίδιο κάνει και σήμερα- έχει μια μικρή ιστορία, κατ' εμέ ενδιαφέρουσα που νομίζω ότι θα θέλατε να τη μάθετε.

Είχα παραγγείλει λοιπόν από την Αγγλία ένα σούπερ καλάμι έντεκα μέτρων στο μήκος (!) και μου είχε έρθει δυο μέρες πριν από τότε. Το βούτηξα που λέτε και καθώς ο νοτιάς την προηγούμενη είχε σηκώσει στέγες, ακόμη και φούστες στενές, πήγα στα Φέρμα, μετά την Ιεράπετρα για ψάρεμα. Ο καιρός ήταν ιδανικός! Άπνοια και μεγάλα κύματα που έτρωγαν την παραλία. Θυμάμαι ότι τρέμανε τα χέρια μου όσο αρμάτωνα το καινούριο μου καλάμι για να ρίξω την πρώτη καλαμιά, ενώ ο ήλιος δεν είχε δηλώσει ακόμη την κυριαρχία του. Επειδή δεν μπορούσα να το σηκώνω, ακούμπησα το θηρίο μου σ' ένα βράχο, μέχρι που είδα το φελλό να παριστάνει το πυρηνικό υποβρύχιο.

Στο σκάσιμο ενός κύματος είδα ότι το θύμα μου ήταν ένας τεράστιος σαργός που έδινε απεγνωσμένη μάχη για να ξεφύγει.

Η τέχνη, η τεχνική, αλλά η και η καλάμα μου επεκράτησαν τελικά κι ο δύσμοιρος φαφούτης βρέθηκε στην παραλία. Άφησα το καλάμι κάτω και πλατσουρίζοντας τον άρπαξα και τον πέταξα στους χοχλάκους. Τον ξαγκίστρωσα, τον καμάρωσα, πρόσθεσα και καμιά τρακοσαριά γραμμάρια στο βάρος του και τον έβαλα να σπαρταρά στην ψαροσακούλα μου.

-Θα τους γαμήσω σήμερα, σκέφτηκα ενθουσιασμένος και έσπευσα για την δεύτερη καλαμιά.

Πώς όμως; Το καλάμι μου είχε γεμίσει άμμο και δεν άνοιγε με καμιά δύναμη, μέχρι που ένα «κρακ» μαρτύρησε ότι μ' έχει αποχαιρετήσει. Έβρισα ό,τι μου ήταν μπορετό και με ένα ψάρι και μόνο ξαναμπήκα στο τζηπ με το κάποτε σπουδαίο καλάμι μου, να παριστάνει τον ιστό ενός επισείοντα που δεν είχα.

Ούτε μια ώρα δεν έκατσα εκεί και εξαντλώντας την τεράστια δύναμη του rangler μου, έβαλα πλώρη για το Ηράκλειο.

Μόνο οι βρισιές μ' ανακουφίζανε. Έφυγα δυο φορές από το δρόμο, τρέχοντας επάνω σε χυμένο μούστο κι εφτασα στο Ηράκλειο αναψοκοκκινισμένος από την ατυχία μου. Την ώρα που περνούσα την πόρτα του γκαράζ και χωρίς κανένα ζόρισμα, το δυνατό αυτοκίνητο έκανε ένα «κρακ» και μια από τις σούστες του άρχισε να ξύνει το πάτωμα.

Έκανα το σταυρό μου που την είχα γλυτώσει, μάζεψα όπως-όπως τα συμπράκαλά μου και τράβηξα για το σπίτι. Καθώς ανέβαινα τη σκάλα, ο Αριστοτέλης, με την hasselblad στο χέρι, με διέταξε:
«Πατέρα, στάσου εκεί!».

Κοκκάλωσα, κι αυτός τράβηξε την φωτογραφία που βλέπετε.

Δεν ξέρω για σας, αλλά για μένα αυτή η ιστοριούλα έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Και όταν γράφω «ιδιαίτερο», το εννοώ απολύτως.


Κώστας Γραμματικάκης
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.