Η άρρωστη που έγινε καλά - (Άνα Ζουμάνη)



Όταν της ανακοίνωσε ο γιατρός ότι στέκεται μπροστά στις ζοφερές πύλες της φυματίωσης, εκείνη είπε: «Τι; Με τα είκοσί μου χρόνια; Αυτό θα το δούμε!».

Μάζεψε λοιπόν τα συμπράγκαλά  της και πήγε στην Κέρκυρα, μόνη της, ολομόναχη, με τα τρόφιμά της -και από τις 8 το πρωί ως τις 8 το βράδυ, άνοιγε ολόγυμνη τα χέρια της, για να λάβει της θεραπευτική δύναμη της φύσης.

Άλειφε το σώμα της με διάφορα αρωματικά έλαια, έπινε κρόκους αυγών, διάφορα αφεψήματα, έτρωγε δυναμωτικούς ζωμούς, ψάρια και φρούτα σε μεγάλες ποσότητες, κοιμόταν δέκα ώρες με τα παράθυρα ανοιχτά... κλπ...κλπ

Όταν έγινε καλά, την κατέλαβε η φιλοδοξία και η σφοδρή επιθυμία να γίνει ηθοποιός και έπιασε δουλειά σ' ένα πολύ μικρό θέατρο. Ο πρώτος της ρόλος ήταν η Τζέιν Έιρ.

Τελικά δεν ήξερε τι να τα κάνει όλα αυτά, όμως ένας όμορφος νέος της έστειλε την κάρτα του στο καμαρίνι της.
Είχε αποφύγει γενναία το θάνατο και σύντομα συνειδητοποίησε ότι η ζωή δεν άξιζε τόσον κόπο. Είχε ξεφύγει από τον κίνδυνο «θάνατο» -και τώρα είχε εκτεθεί σε έναν μεγαλύτερο κίνδυνο, τον κίνδυνο «ζωή».
Από τον κίνδυνο αυτόν δεν μπορούσες να ξεφύγεις με ηλιοθεραπείες, με τσάι, με κρόκους αυγών, με αιθέρια έλαια και με δυναμωτικούς ζωμούς. 

Αργότερα γνώρισε έναν ξεχασμένο ποιητή. Δεν καταλάβαινε τι θα πει αυτό, τι θα πει να είσαι ποιητής. Ωραία, γράφεις βιβλία και είσαι ποιητής. Αλλά τι σημαίνει αυτό και σε τι ωφελεί;
Όμως μια μέρα εκείνος της είπε: «Πώς ήταν τότε στο νησί του Ιονίου Πελάγους, στην Κέρκυρα; Ξάπλωνες εκεί, παραδομένη στο θεό και περίμενες να σε γιάνουν τα λιβάδια, τα βουνά, η θάλλασσα και ο ήλιος....»

Και κάποιος στην παρέα πετάχτηκε: «Σταματήστε πια την Κέρκυρα. Έλεος. Τώρα ζούμε και είμαστε εδώ, δόξα τω Θεώ!»
Εκείνη κοίταξε τον γέρο-ποιητή με μάτια που έψαχναν βοήθεια και στο βλέμμα του την βρήκε. 
Και τότε κατάλαβε τι είναι ο ποιητής και γιατί υπάρχει...


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.