ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ...



Εκείνη τη μέρα, κουρασμένος από τις δουλειές που είχε στον κήπο, κάθισε πάνω σε μία παλιά μυλόπετρα που τώρα πια την είχαν σαν διακοσμητικό στοιχείο, να ξεκουραστεί και να κολατσίσει το απογευματινό του… Καθώς έτρωγε, κοίταξε γύρω- τριγύρω τον κήπο… Θαύμασε για μια ακόμα φορά τα μυστήρια της φύσης… Ήταν πια άνοιξη και σκέφτηκε πώς, κάθε τέτοια εποχή μια αρχέγονη δύναμη κάνει όλα τα φυτά να βγάζουν νέα βλαστάρια, νέα φύλλα, λουλούδια… Το βλέμμα του έπεσε στην αχλαδιά… Ένα δέντρο που το είχε φυτέψει κάποιος πρόγονος στο τότε χωράφι που με τα χρόνια είχε γίνει οικόπεδο, και αργότερα μπήκε στο σχέδιο… Αυτό ήταν και η θανατική καταδίκη του χωραφιού… Το σπίτι χτίστηκε, μεγάλωσαν εκεί δύο γενιές και ήρθε και η ώρα να μπει και η ταμπέλα «Κατεδάφιση.. Πωλούνται άπαντα τα υλικά»… Πάει και το σπιτάκι… Τώρα μια απρόσωπη πολυκατοικία υψωνόταν στη θέση του παλιού χωραφιού… «Εξέλιξη», σκέφτηκε… 

Υπήρχαν πολλά δέντρα στο παλιό χωράφι… Όλα έγιναν θυσία στον Μολώχ της ανοικοδόμησης. Όμως η αχλαδιά στάθηκε τυχερή. Ήταν στην άκρη του οικοπέδου κι έτσι σώθηκε από την καταστροφή. Πόσα και πόσα δεν του θύμιζε αυτή η αχλαδιά!... Έβγαζε και βγάζει ακόμα αχλάδια κοντούλες… Αυτό που δεν έχει όμως τώρα πια είναι οι χρυσόμυγες που τα καλοκαίρια πλημμύριζαν το δέντρο, και εκείνος σκαρφάλωνε και τις έπιανε. Περνούσε μια κλωστούλα μεταξύ θώρακα και κοιλιάς, έκανε ένα κόμπο και τις άφηνε να πετάνε ελέγχοντας βέβαια την πτήση. Τώρα πιά δεν υπάρχουν χρυσόμυγες. Τις κοντούλες τις βρίσκει άνοστες, και τα φύλλα είναι κατσαρωμένα και μαυρισμένα από τα καυσαέρια. Ακόμα, θυμάται τα πουλιά που πετούσαν κατά σμήνη στην περιοχή… Μελισσοφάγοι, τσίχλες, κοκκινολαίμηδες, ορτύκια, τσαλαπετεινοί, τρυγόνια… Σήμερα, τα μόνα που έρχονται να καθίσουν στο δέντρο είναι τα κοτσύφια. Πάλι καλά… Θυμάται όμως και κάτι άλλο… Κάποια Μεγάλη Παρασκευή, γυρίζοντας από τον επιτάφιο είδαν κόσμο στο χτήμα τους. Πολλοί περιφέρονταν και κάτι φώτιζαν με τα κλεφτοφάναρά τους… Πλησίασαν και βρέθηκαν μπρος στο οικτρό θέαμα του κρεμασμένου φαντάρου… Ήταν η πρώτη φορά που -πιτσιρίκος τότε- είδε στη ζωή του πεθαμένο. Την άλλη μέρα έμαθαν πως μες στον Λόχο είχαν κλαπεί κάποια χρήματα, και οτι είχαν ενοχοποιήσει ένα παιδί άδικα… Τότε αυτός μην αντέχοντας την ατίμωση, πήρε το πληγωμένο του φιλότιμο και μια τριχιά, και ήρθε εδώ που τότε ήταν ερημιά και αυτοκτόνησε…

 Πόσα πράγματα έχουν αλλάξει με τα χρόνια, σκέφτηκε… Τώρα πια ούτε χρυσόμυγες, ούτε πουλιά, αλλά ούτε φιλότιμο στους ανθρώπους… Πήγε στο δέντρο, το χάιδεψε, και συνέχισε τη δουλειά του…

Δημήτρης  Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.