Μέσα στην Κιβωτό. Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα


  Της φάνηκε σαν να μάκραινε το μονοπάτι με κάθε βήμα της, σαν ύπουλο φίδι που μεγαλώνει σέρνοντας το κορμί του αργά στο χώμα. Κοιτούσε κάτω, το φως που έβγαινε λες μέσα και κάτω από τις πέτρες και τάχυνε το βήμα της για να σβήσει πιο γρήγορα την περιέργειά της. Πατώντας βιαστικά πάνω στις σκόρπιες πέτρες, ένοιωθε σαν να την παρασέρνει ένας τελετουργικός χορός, μάλιστα για λίγο της φάνηκε πως δεν πήγαινε ευθεία αλλά στριφογυρνούσε παραζαλισμένη. Τα αυτιά της βούιζαν  σαν να συλλάμβαναν υπόηχες δονήσεις από ένα αρχαίο κρουστό που δεν θα σταματούσε ποτέ. Έτσι υπνωτισμένη έφτασε τελικά στο κοίλωμα του λόφου που έκρυβε το λαμπρό μυστικό.                    
     Δεν είδε τίποτα από ότι περίμενε. Ένα απλό ξύλινο παγκάκι στεκόταν απέναντι από ένα κουβούκλιο σαν απομεινάρι κάποιας εισόδου. Σαν μεταλλικό μαύρο στόμα, το περίβλημα της από αιώνες χαμένης πόρτας σιγομουρμούριζε ξόρκια που καλούσαν και έδιωχναν συγχρόνως.
Η Ονειροφάη δεν μπορούσε πια να είναι βέβαιη ότι ήταν ξύπνια. Είδε δυο μικροκαμωμένες φιγούρες να σκύβουν μπροστά στην πύλη που δεν οδηγούσε πουθενά, και περισσότερο υπέθεσε παρά είδε πως ήταν δυο παιδιά, ένα αγόρι και ένα λίγο μεγαλύτερο κορίτσι. Χτύπησαν με μια πέτρα ένα καμπύλο μεταλλικό έλασμα στερεωμένο στο έδαφος και αμέσως κατάλαβε ότι αυτό ήταν που προκαλούσε τις δονήσεις και το βουητό στα αυτιά της.   
   «Τι είναι αυτό;», άκουσε τη φωνή της να ρωτάει.
   Τα παιδιά γύρισαν και την κοίταξαν σαν να την περίμεναν και το κορίτσι της απάντησε λες και της φάνηκε αστεία η ερώτηση.                                                          
   «Ένα αεικύμβαλο, φυσικά!»
   «Έχεις ώρα;», τη ρώτησε το αγόρι, προσκαλώντας την να πάρει μέρος στο παιχνίδι τους.
   Αν ήταν να απαντήσει κάτι, το είχε ήδη ξεχάσει. Έμεινε ήσυχη κι ακίνητη και άκουσε τη λέξη που τραγούδησαν τα παιδιά, μια μικρή μελωδική λέξη που ενεργοποίησε την πύλη και κάλεσε μια αλλόκοτη παρουσία να εμφανιστεί.    
     Φτιαγμένη λες απ το σκοτάδι, μια αντρική φιγούρα φάνηκε για λίγο στην πύλη. Φορούσε ένα μακρύ πανωφόρι σαν μανδύα και στη ζώνη του είχε περασμένα πολλά παράξενα αντικείμενα, εργαλεία ή όπλα ή κάτι άλλο απροσδιόριστο. Σχημάτιζαν πάντως μια ζώνη γύρω απ το λυγερό κορμί του ξένου, καλυμμένα με ένα μαύρο ύφασμα για να μένουν σταθερά στη μέση του ή για να κρύβονται  από βλέμματα αδιάκριτα. Έφυγε ακόμη πιο γρήγορα από ότι είχε έρθει, και τα παιδιά τραγούδησαν άλλη μια παρόμοια λέξη, χτυπώντας ξανά το αεικύμβαλο.
     Στην πύλη τότε εμφανίστηκε η μορφή μιας γυναίκας, ντυμένη με τους γκρίζους μανδύες αξιοσέβαστης δασκάλας, όμορφη, άχρονη, και στολισμένη με ένα περίτεχνα σκαλισμένο στεφάνι από λουλούδια. Κοίταξε για μια στιγμή με σύγχυση τους θεατές έξω απ την πύλη και μετά χάθηκε κι αυτή.
    Τότε τα παιδιά τραγούδησαν και τις δυο λέξεις μαζί, δονήθηκε όλος ο χώρος γύρω τους και στην πύλη φάνηκαν οι δυο φιγούρες ταυτόχρονα, πιάστηκαν χέρι με χέρι, βγήκαν από  την πύλη και με αργό βήμα, σαν να κυλούσε αργά ο χρόνος,  πέρασαν από δίπλα τους, τους κοίταξαν με νόημα και χάθηκαν στο άλσος πίσω τους.
   «Σειρά σου», της είπαν τα παιδιά και η Ονειροφάη ασυναίσθητα προχώρησε προς την πύλη. Άκουσε αχνά, σαν από απόσταση την τραγουδιστή λέξη και είδε το χώρο γύρω της να αλλάζει. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω, με κάποια βεβαιότητα ήξερε πως δεν θα έβλεπε τίποτα. Μόνο μπροστά μπορούσε να δει πια.
Ζαλισμένη βρέθηκε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο που έμοιαζε με αμπάρι παλιού πλοίου. Zεστοί σαν ντυμένοι με ζωντανό ξύλο οι τοίχοι του και οι  μυρωδιές γλυκές. Λιβάνια και βαριά μπαχάρια, ρετσίνι και βότανα, άγιοι καπνοί και οσμή πνεύματος, οίνος και ταμπάκ. Ανάσες και ψίθυροι, ψαλμωδίες και ανίερες μελωδίες, στεναγμοί και ξέφρενα γέλια. Και σκιές...σκιές  ζωντανές που πάλλονταν, κινούνταν και άλλαζαν σχήματα, φωτίζονταν και σκούραιναν, υπήρχαν και δεν υπήρχαν συγχρόνως. Ξύλινα πατάρια πάνω σε ρόδινο απαστράπτον μέταλλο ή πέτρωμα, μαύρα σχεδόν μέσα στο σκοτάδι σαν μυστήριοι ζοφεροί πίνακες σε φωτεινές κορνίζες, έκρυβαν και μαζί φανέρωναν τις ξωτικές μορφές που τα είχαν καταλάβει. Κατακτητές ή φιλοξενούμενοι, προσκυνητές ή συλητές, δεν έδειχναν πάντως να ενοχλούνται, ούτε καν να προσέχουν την καινούρια παρουσία μέσα στο χώρο τους.
  Άφησαν την Ονειροφάη να περιπλανηθεί χαμένη μέσα σε διαδρόμους, αίθουσες, δωμάτια, μηχανοστάσια και αποθήκες, γεμάτα με παράξενα αντικείμενα και μηχανήματα που δεν είχε δει ποτέ ξανά, μα για κάποιον άγνωστο λόγο της φαίνονταν γνώριμα. Σε κάποιο σκονισμένο μεταλλικό ράφι, ανάμεσα σε πάμπολλα μικροαντικείμενα και όργανα, την μαγνήτισε ένα αλλόκοτο ζεύγος εργαλείων που αμέσως της άφησε μια αίσθηση ντεζαβού και έφερε στο μυαλό της τον Ημιθάνατο.                                              
      Ήταν ένα μικρό καθρεφτάκι και μια λαβίδα, και τα δυο από το ίδιο γκριζοπράσινο ορυκτό και με παρόμοια σκαλίσματα στις λαβές τους, σαν μικροσκοπικά αναρριχώμενα φυτά. Στην πραγματικότητα ήταν τόσο λεπτομερή και περίτεχνα που έμοιαζε σαν να ήταν αληθινά  και είχαν πετρώσει. Τα κοίταξε για ώρα και ήταν σχεδόν σίγουρη πως είδε μια ανεπαίσθητη κίνηση, σαν να κυλούσαν ακόμη χυμοί μέσα στα σκαλισμένα κοτσάνια και τα μπουμπούκια των λιλιπούτειων λουλουδιών να ήταν έτοιμα από στιγμή σε στιγμή να ανθήσουν. Αυτό όμως που την έκανε τελικά να απλώσει το χέρι της και να τα πάρει ήταν η σκοτεινή επιφάνεια του καθρέφτη και το πετράδι που στόλιζε τη λαβίδα. Είχαν και τα δυο την ακαθόριστη απόχρωση και την ρευστή λάμψη των ματιών του Ημιθάνατου. Σαν να ήταν φτιαγμένα για εκείνον, ή ίσως φτιαγμένα από εκείνον.    
     Τη στιγμή που τα έκρυβε στη βαθιά τσέπη του παντελονιού της, ένοιωσε πως ο χρόνος που είχε τελείωσε, και ζαλισμένη βρέθηκε να παραπατάει δίπλα στη γούνα που ζέσταινε τον Ημιθάνατο. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νόμισε πως είδε το κορμί της κάτω ξαπλωμένο, και μετά κατέρρευσε, λες και έπεσε μέσα στον εαυτό της. Ο ύπνος την παρέσυρε μακριά από νυχτοπερπατήματα και μυστήρια καταφύγια, και την άφησε να κοιμηθεί απαλά μέσα στην αγκαλιά του αγαπημένου της...

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.