Τρόπαια του έρωτα




Κάποτε ένας ωκεανός λάτρεψε ένα πανέμορφο κοχύλι. Το περίπλοκο σχήμα του, σαν το τελειότερο φράκταλ του κόσμου. Οι καμπύλες του ιριδίζουσες, σαν ουράνιο τόξο στην αυλή του Παραδείσου. Τα ακάνθηνα άκρα του τρυπούσαν τα σπλάχνα του ωκεανού με πόθο και ζήλεια. Γιατί το κοχύλι έκρυβε μέσα του ένα άθλιο στριφογυριστό σκουλήκι, που αυτό μονάχα απολάμβανε το άγγιγμα και το αγκάλιασμα του ξεχωριστού  κοχυλιού. Με τα απαίσια αρθρωτά του πόδια έσερνε το κοχύλι στην άμμο του ωκεανού και τον πλήγωνε θανάσιμα. Πάνω στη τρέλα και τον πόνο του, ο ωκεανός φουρτούνιασε μανιασμένα, άρπαξε το κοχύλι από το βυθό και το τσάκισε ξανά και ξανά πάνω στον αγριότερο βράχο. Το σκουλήκι έλιωσε με το πρώτο χτύπημα και πέθανε. Και το κοχύλι θρυψαλιάστηκε σε χιλιάδες μικροσκοπηκά λαμπερά θραύσματα, ακόμα πανέμορφα στην μικρότητά τους, και καταλάγιασε στην άμμο του ωκεανού. Κι εκεί, τρόπαιο του θανάσιμου έρωτα, μένει για πάντα.

Κάποτε ένας νεαρός ζωγράφος λάτρεψε ένα πανέμορφο κορίτσι. Το λυγερό φουρτουνιασμένο από λαχτάρες κορμί της, οι θρασύτατες ολοστρόγγυλες καμπύλες της, σαν άγαλμα του πιο διεστραμένου, θεϊκού γλύπτη στην Κόλαση. Τα ακροδάχτυλά της άγγιζαν το κορμί του ηλεκτροφόρα, γεννώντας του αισθήσεις άσβεστης δίψας και τρομερής πείνας. Γιατί το κορίτσι έκρυβε μέσα του μια φτηνή, αρρωστιάρα μέγαιρα, που αυτή μόνο απολάμβανε το υπέροχο κορμί του κοριτσιού. Το περιέφερε από δω και από κει ξεπουλώντας το σε χαμερπείς εμπόρους, και πλήγωνε τον νεαρό ζωγράφο θανάσιμα. Πάνω στη τρέλα και στον πόνο του, ο νεαρός άντρας τρελάθηκε από μανία, άρπαξε το λαιμό του κοριτσιού και τον έσφυξε μέχρι που η βρώμικη ψυχή της έφυγε τρέχοντας από μέσα της και χάθηκε. Και το κορίτσι, νεκρό αλλά πανέμορφο ακόμα, θάφτηκε μες στην καρδιά του νεαρού. Κι εκεί, τρόπαιο του θανάσιμου έρωτα, μένει για πάντα.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.