Κείμενα, αναγνώστες και ουτοπία






Η ανάγνωση είναι μία διαλεκτική διαδικασία που αποτελεί συνισταμένη των επιβολών αναγνώστη και κειμένου του ενός πάνω στον άλλον.

Από τη μεριά του ο αναγνώστης «επιβάλλει» στο κείμενο την δική του οπτική δηλαδή το περνάει μέσα από το φίλτρο των προσωπικών του επιλογών των εμπειριών του, των κοινωνικών του σχέσεων, του υποσυνείδητου και λοιπά.

Οι διαφορές αποκλίσεις στην κατανόηση και ερμηνεία ενός κειμένου πηγάζουν και από τους δύο παράγοντες της διαλεκτικής αυτής της σχέσης. Όσον αφορά το κείμενο, οφείλονται στις ασάφειές του, οπότε ο αναγνώστης έρχεται να διαμορφώσει μια συγκροτημένη, όπως εκείνος την ερμηνεύει, ιδέα/εικόνα, με πρόθεση δηλαδή να διορθώσει αυτές τις ασάφειες του κειμένου.

Υπάρχει όμως εδώ ένα σοβαρό ζήτημα, που δεν είναι άλλο από το ότι ο αναγνώστης θεωρεί εκ των προτέρων πως ο συγγραφέας του κειμένου εκφράζει μια συγκροτημένη σκέψη στο κείμενό του, μόνο που αυτή σε κάποια σημεία δεν είναι απολύτως κατανοητή. Όσον αφορά τώρα τον αναγνώστη οι αποκλίσεις πηγάζουν από την διαφορετική νοηματοδότηση που κάνει σε στοιχεία του κειμένου είτε στο επίπεδο των εννοιών είτε στο επίπεδο της συνολικής προσέγγισής του.

Ένα απλό παράδειγμα για να κατανοήσουμε αυτό το ζήτημα, είναι σαν να μπαίνουμε σε ένα κάστρο και μας δίνει ο θυρωρός- φρουρός του ένα ζευγάρι κόκκινα γυαλιά για να μη μας τυφλώσει η λάμψη του κάστρου. Και όταν μπαίνουμε στο κάστρο και βλέπουμε τα πάντα κόκκινα θεωρούμε πως το χρώμα οφείλεται στα υλικά με τα οποία έχει κατασκευαστεί το κάστρο, δηλαδή βλέπουμε ένα κόκκινο κάστρο, και σε δεύτερο χρόνο σκεφτόμαστε ότι το κόκκινο χρώμα οφείλεται στα γυαλιά που μας έχουν δώσει.

Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει με την ερμηνεία και απόδοση του χαρακτηρισμού «ουτοπία», για παράδειγμα στην πολιτεία του Πλάτωνα, που αποτελεί μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα περίπτωση στην προσέγγιση και κατανόηση ενός κειμένου. Από το 1516 και μετά, οπότε και η έννοια ουτοπία έκανε την εμφάνισή της στην παγκόσμια διανόηση μέσα από το ομώνυμο βιβλίο του T. More, ο όρος αυτός κυριάρχησε κυρίως στον πολιτικό στοχασμό, μέχρι το σημείο να γίνεται λόγος για εποχές ουτοπικής σκέψης, ή ακόμη για το τέλος της ουτοπίας, και άλλα διάφορα. Μέσα λοιπόν σε μια τέτοια πνευματική ατμόσφαιρα, ήταν φυσικό κείμενα του παρελθόντος όπως η πολιτεία του Πλάτωνα να ελέγχονται για την ουτοπικότητά τους.

Το κείμενο αυτό λοιπόν του Πλάτωνα δεν αποτελεί απλώς ένα ουτοπικό κείμενο το οποίο γράφτηκε πολύ πριν από την εμφάνιση του όρου, αλλά έχει φτάσει και να θεωρείται ως το πρώτο ουτοπικό κείμενο που εμφανίστηκε.

Εδώ όμως ανακινείτε ένα ζήτημα, …. ότι από τη στιγμή που όρος ουτοπία δεν υπήρχε την εποχή του Πλάτωνα, μήπως αποτελεί σφάλμα η χρησιμοποίηση του καθώς κάποιες εννοιολογικές υποδηλώσεις που τον συνοδεύουν δεν υπήρχαν η υπήρχαν με διαφορετικό τρόπο εκείνη την εποχή…. Δεν ξέρουμε αν ένα τέτοιο ζήτημα έχει κάποια ιδιαίτερη βαρύτητα μιας και ο λόγος εντοπίζεται στην εννοιολογική απλότητα του όρου.

Η ουτοπία δηλώνει ένα και μόνο ξεκάθαρο πράγμα :

«Τον τόπο που δεν υπάρχει πουθενά».

Από εκεί και πέρα, οι τυχόν διαφοροποιήσεις αφορούν τη μορφή ή το περιεχόμενο του όρου, δηλαδή το είδος της ουτοπίας ενός κειμένου ή μιας θεωρίας. Κατά συνέπεια φαίνεται πως δεν είναι λάθος ο όρος ουτοπία να χρησιμοποιείται χαρακτηρίζοντας κείμενα πολύ προγενέστερα από την εμφάνιση του.

Ο αναγνώστης καλείται να αναγνωρίσει και να μελετήσει όχι αν το κείμενο είναι ουτοπία αλλά κυρίως το είδος της ουτοπίας που είναι.

Με άλλα λόγια και εν κατακλείδι, χρησιμοποιώντας τον όρο μεταφορικά για την κατανόηση του κειμένου μας θα πούμε πως ο αναγνώστης αξιολογεί αυτό που διαβάζει, όχι ανάλογα με τις προθέσεις του συγγραφέα του, αλλά συνήθως με βάση την εκάστοτε δική του πραγματικότητα.


Γιώργος Χρηστάκης
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.