Αναμνήσεις της Πρωτομαγιάς





Τα λουλούδια τα μαζεύει από βραδύς. Πηγαίνει πρώτα στις αλάνες –σε όσες απέμειναν- και μετά κλέβει και μερικά, έτσι για γούρι από τους κήπους των γύρω σπιτιών. Πρωί-πρωί αρχίζει το φτιάξιμο του στεφανιού του και φροντίζει, όπως πάντα, να είναι όσο πιο γίνεται λιτό. Έτσι κι εφέτος, έφτιαξε ένα όμορφο στεφάνι και μετά βγήκε για μια βόλτα στην παραλία.

 Ήταν μια πολύ όμορφη μέρα και σκέφτηκε πως αυτό θα ευνοούσε τους απεργούς για να πάνε στις καθιερωμένες συγκεντρώσεις μιας και η πρώτη του Μάη είναι «απεργία και όχι αργία». Και μετά άρχισαν οι πικρές σκέψεις: Αλήθεια πόσοι και πόσοι δεν έπεσαν θύματα κατά την διάρκεια των εργατικών διαδηλώσεων; Με αυτές κερδήθηκαν τα δικαιώματα και κατοχυρώθηκαν, για να έρθει αυτή η αντεργατική καταιγίδα της παγκοσμιοποίησης και να τα περιορίσει ή και να τα καταργήσει. Τόσοι αγώνες χαμένοι. Και σήμερα πάλι, εκατομμύρια θα διαδηλώσουν στους δρόμους του κόσμου, αλλά οι λίγοι δεν πρόκειται να τους ακούσουν. Αποτραβηγμένοι σε κάποιαν ήσυχοι γωνιά θα τρώνε ανενόχλητοι αυτά που έχουν αρπάξει από τους διαδηλωτές. 

 Έκανε την βόλτα του στην παραλία χωρίς να συναντήσει κάποιο γνωστό. Πριν κάμποσα χρόνια, σε αυτήν την βόλτα όλοι τους γνωρίζονταν. Κοιτούσε τις απρόσωπες πολυκατοικίες και στο νου του έφερνε ξεθωριασμένες πια τις εικόνες από τα όμορφα σπίτια του Παλαιού Φαλήρου. Τα σπίτια με τους πυργίσκους, τα αετώματα, τις σοφίτες και τους ξύλινους θριγκούς. Και ύστερα προσπαθούσε να καθορίσει τα σημεία της παραλίας οπου οι γαρμπήδες και οι δυνατές σοροκάδες έφταναν με ορμή και σπάζοντας πάνω στα βράχια δημιουργούσαν αυτήν την θεαματικήν αχλή. Βαδίζοντας πάνω στις τερατώδεις επιχωματώσεις, προσπαθούσε να εντοπίσει τα μέρη με τα γνωστά τοπωνύμια, και να τα φέρει μπροστά του έτσι όπως ήσαν. Έτσι όπως τα έζησε: Ξηροτάγαρο, Ούλεν, Χονολουλού... Τίποτα… Πάνε χάθηκαν. Τώρα μόνο οι στάσεις των λεωφορείων έμειναν για να τα θυμίζουν. 
Στάση Τροκαντερό, στάση Παλμύρα, στάση Λίντο. 

 Με αυτές τις θλιβερές σκέψεις γύρισε στο σπίτι, και αργότερα, το απόγευμα, κάθισε μπροστά στον υπολογιστή, και μπήκε στο facebook όπου επιτέλους θα εύρισκε κάποιον φίλο ή γνωστό να μιλήσει. Και τότες έπεσε πάνω στις αναρτήσεις με τα στεφάνια και τις ατέλειωτες ευχές. Σκέφτηκε ότι να: «Τα έθιμα τηρούνται τουλάχιστον» και στη συνέχεια βγήκε έξω στο μπαλκόνι του να δει τους Μάηδες της γειτονιάς και να χαρεί. Όμως, όσο έφτανε η ματιά του δεν είδε στεφάνια, παρα μόνο δυό-τρία και αυτά από φελιζόλ.

 Και ύστερα, καθώς ήρθε το σούρουπο, ταξίδεψε πίσω, κοντά σαράντα χρόνια… Είχαν πάει εκδρομή στο Ναύπλιο, και από εκεί στους Μύλους για σουβλάκια. Κάποιος από την διπλανή παρέα είχε κολλήσει ένα τρανζιστοράκι στο αυτί του.

 -Ρε σεις… Σκοτώθηκε ο Παναγούλης!...  Παγώσανε…

 Την άλλη μέρα έμαθαν τις λεπτομέρειες από το τροχαίο.
 Τροχαίο… Το τέλειο έγκλημα… Ο Αλέκος Παναγούλης, ενοχλούσε πιο πολύ την Δημοκρατία, απ’ όσο ενόχλησε την Χούντα.

 Πάει και αυτή η Πρωτομαγιά… Και του χρόνου!...

Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.