Μια μέρα με το Χάρο


Ο Χάρος είχε σήμερα να εξετάσει μόνο τρεις - τέσσερις ανθρώπους, οπότε σήκωσε τα μανίκια του, καθάρισε το λαιμό του και προχώρησε ανυπόμονα στην εργασία του. Ο πρώτος του ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας, ξερακιανός αλλά καλοστεκούμενος.
- Τι έχετε να δηλώσετε; ρώτησε ο Χάρος τυπικά, μη βλέποντας κάτι αξιόλογο στον γέρο.
- Είχα μια καλή ζωή, πέρασα καλά, αγάπησα τη γυναίκα μου, με αγάπησε κι αυτή. Να, είναι κρίμα να την αφήσω μόνη της τώρα στα γεράματα. Σε παρακαλώ, χάρισέ μου τη ζωή για έναν χρόνο ακόμα!
Ο Χάρος έκανε μια στραβή γκριμάτσα περίσκεψης, ακούμπησε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του γέρου κι ο γέρος πέθανε.
Η δεύτερη ήταν μια σχετικά νέα, πολύ γοητευτική γυναίκα, ντυμένη προκλητικά και βαμμένη υπέροχα.
- Τι έχετε να δηλώσετε; ρώτησε ο Χάρος κοντανασαίνοντας, έχοντας ήδη αρχίσει να κάνει ανήθικες σκέψεις για την μελλοθάνατη κυρία.
- Είμαι αθάνατη, είμαι ντίβα, όλος ο κόσμος με ξέρει και με αγαπά, οι άντρες αυτοκτονούν για χάρη μου και οι γυναίκες με ζηλεύουν. Έχω τόσα πλούτη που θα μπορούσα να σε δωροδοκήσω να με αφήσεις στη γη για άλλα εκατό χρόνια... και με μια ναζιάρα κίνηση κόλλησε τους γοφούς της πάνω στο μαύρο χιτώνα του.
Ο Χάρος ξερόγλυψε τα χείλη του και ακούμπησε το χέρι του πάνω στα καλοχτενισμένα βαμμένα μαλλιά της γυναίκας, κι αυτή αμέσως πέθανε. Ο τρίτος ήταν ένας νεαρός με ξυρισμένο κρανίο και πολλά τατουάζ.
- Τι έχετε να δηλώσετε; ρώτησε ο Χάρος ξεροκαταπίνοντας, καθώς παρατήρησε το μεγάλο σουγιά που κρατούσε στο χέρι του ο νέος.
- Πίσω και σε έσφαξα, καθίκι! εμένα δε θα με πάρεις μαζί σου, γουστάρω πολύ και θα γουστάρω για πάντα, κατάλαβες;  αναφώνησε ο νέος κι έκανε να μαχαιρώσει το Χάρο. Του ξέφυγε με μια ευέλικτη κίνηση και τον ακούμπησε στο κεφάλι, κι εκείνος αμέσως πέθανε.

Ουφ, τελείωσα, σκέφτηκε ο Χάρος, αυτοί οι παλαβοί μου φτάνουν για τώρα, ας πάω να ησυχάσω, να επισκεφτώ και τους νέους μου ενοίκους.
Στην άκρη άκρη της αίθουσας όμως στεκόταν με ένα μπαστούνι μια κακομούτσουνη κυρά. Τα μαλλιά της ήταν αραιά και τα πόδια της τόσο στραβά που του Χάρου του θύμησαν κατσίκα.  Σταυροκοπήθηκε και πλησίασε με μια κάποια ανησυχία.
- Τι έχετε να δηλώσετε; ρώτησε με έναν περίεργο σεβασμό.
Βλέπω την έχεις μάθει καλά τη δουλειά, παιδί μου, του είπε χαμογελώντας η κατσικοπόδαρη. Ο Χάρος ταράχτηκε κι ένοιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά.
-Έλα, μην μου πεις πως δε θυμάσαι τη γριά μάνα σου, του χαμογέλασε με φαφούτικο στόμα η σαραβαλιασμένη γυναίκα. Ο Χάρος άνοιξε το στόμα του έκπληκτος, παλεύοντας να θυμηθεί την παλιότερη ζωή του.
- Έλα, μη στεναχωριέσαι, εγώ πάντα σε αγαπώ, γιέ μου, κι ας με ξέχασες, σήκωσε η γυναίκα το χέρι και τον χάιδεψε στο κεφάλι. Κι ο Χάρος πέθανε.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.